Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015 11:14

Duran Duran-Paper Gods (Warner, 2015)

Written by 

Το 14o στούντιο άλμπουμ των Duran Duran με τίτλο Paper Gods επιτέλους κυκλοφόρησε, μετά από μια βασανιστική ομολογουμένως για τον μέσο fan αναμονή τριών χρόνων. Παρακάτω, παραθέτοντας  την προσωπική μου εκτίμηση για το Paper Gods, θα αναλύσω συγχρόνως και το αυτονόητο. Ότι όποιος περίμενε μια συνέχεια του προηγούμενου (αριστουργηματικού κατά την ταπεινή, υποκειμενική άποψη του γράφοντος) άλμπουμ τους All You Need Is Now, σίγουρα δεν γνωρίζει το θρυλικό συγκρότημα από το Birmingham, καθόλου καλά. Μα καθόλου καλά.

Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι ο ήχος αυτού του νέου άλμπουμ, για μένα, έναν hardcore fan επί 31 έτη, είναι ένα απίστευτο επίτευγμα. Καταφέρνει να είναι μίλια μακριά από τον αναγνωρίσιμο 80s ήχο τους, διατηρώντας όμως συγχρόνως όλα αυτά τα 80s στοιχεία τους, τα οποία και δημιούργησαν τη μουσική τους ταυτότητα και κληρονομιά, η οποία καλά κρατεί επί 34 συναπτά έτη πλέον.

Το άλμπουμ ανοίγει με το ομώνυμο τραγούδι, μια a cappella εισαγωγή από τον Mr. Hudson (ο βασικότερος εκ των αρκετών παραγωγών του άλμπουμ) και είναι τόσο αναπάντεχη που σχεδόν σοκάρει. Η μόνη, παραπλήσιας δομής, εισαγωγή κομματιού που μπορώ να σκεφτώ, είναι του Road To Nowhere των Talking Heads. Το κομμάτι έχει αφαιρετικό overall sound με βασικό άξονα τον ακαριαία αναγνωρίσιμο slapping bass ήχο του John Taylor. Εκπληκτικοί οι στίχοι του Simon Le Bon που, αν και η πρώτη αίσθηση είναι αυτή ενός πολιτικού statement, κατά την προσφιλή τακτική του είναι γραμμένοι έτσι ώστε να επιδέχονται πολλών ερμηνειών. Δομικά θυμίζει το New Religion, ενώ το πιο avant garde σημείο του κομματιού είναι το middle 8 section, με ένα τύπου prog rocκ chord progression από τον Nick Rhodes, που θα ήταν ίσως πιο αναμενόμενο σε ένα κομμάτι των Pink Floyd παρά των Duran Duran.

To Last Night In The City βασικά είναι ένα club anthem. Το synth bass είναι αυτό που οδηγεί το κομμάτι και συγχρόνως είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό των σύγχρονων pop στοιχείων που ενσωματώνουν στον ήχο τους σε αυτό το άλμπουμ. Πολύ εντυπωσιακά τα φωνητικά του Simon δημιουργούν φοβερή δυναμική με τα εξίσου εντυπωσιακά φωνητικά της Kiesza (Καναδέζας τραγουδίστριας, περισσότερο γνωστής για τo γιγαντιαίο deep house hit Hideaway). Είναι το κομμάτι που ως ενορχήστρωση βρίσκεται πιο μακριά από κάθε τι γνώριμο στον ήχο τους. Αν δεν υπήρχε η φωνή του Simon Le Bon και το άκουγα τυχαία, ποτέ δεν θα φανταζόμουν ότι είναι δικό τους κομμάτι. Ή το λατρεύεις, ή το μισείς. Και με αυτό τον τρόπο μας ετοιμάζουν για το επόμενο κομμάτι You Kill Me With Silence, το όποιο είναι μια καθαρά hip hop παραγωγή σε ένα κομμάτι που αν παιχτεί έστω και με μια ακουστική κιθάρα μόνο, θα σε κερδίσει και πάλι αμέσως. Θεωρώ ότι η παραγωγή το αδικεί μέχρι ενός σημείου ως κομμάτι, μιας και έχει μια κλασσικά όμορφη μελωδία που δεν την στηρίζει όσο θα έπρεπε στα verses η παραγωγή του Hudson. Κάνει όμως εξαιρετική αντίθεση με το μεγαλειωδώς μελαγχολικό chorus το οποίο και δομείται γύρω από τα  εξαιρετικά ντραμς του Roger Taylor (το kick drum το παίζει με τα sticks και όχι με το πετάλι όπως είναι το σύνηθες, με αποτέλεσμα έναν πρωτόγνωρο ήχο που απογειώνει την ιδιόμορφη μελαγχολία του chorus).

To Pressure Off είναι περισσότερο συγγενικό με το Reflex παρά με το Notorious όπως πολλοί νομίζουν, ειδικά η rhythm section. Εκπληκτική κιθάρα από τον μέγα Nile Rodgers και ένα από τα καλύτερα chorus του άλμπουμ. Δεν τρελαίνομαι ιδιαίτερα για το middle section με τα φωνητικά της guest star Janelle Monáe, καθώς δεν τα θεωρώ απαραίτητα για την μουσική παρουσίαση του κομματιού. Το Face For Today είναι από τα ιδιαίτερα  αγαπημένα μου του άλμπουμ, με έναν γενικό ήχο που θυμίζει  80s dancefloor electro pop και επιτυγχάνει το στόχο του ενσωματώνοντας ταυτόχρονα διάφορα σύγχρονα στοιχεία παραγωγής μαζί με τους – έτσι κι αλλιώς διάχυτους σε όλο το άλμπουμ - αναλογικούς ήχους των  vintage keyboards που δημιουργούν τον πολύ ξεχωριστό ήχο του κομματιού. Ο Nick Rhodes αποδεικνύει για μια ακόμα φορά ότι είναι ιδιοφυΐα με τους ήχους που δημιουργεί και την πολυπλοκότητα αυτών που παίζει. Είναι ίσως το πιο 80s κομμάτι του δίσκου όσο και αν κάποιοι θα δυσκολευτούν να αντιληφτούν πώς και γιατί.

Το Danceophobia είναι επίσης mega hit. Εξαιρετικό από κάθε άποψη (ακόμα και η φωνή της αντιπαθέστατης, κατά τα άλλα, Lohan είναι ok) με ένα mega chorus που θες να το ακούς ξανά και ξανά και ξανά. Έχεις σχεδόν την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε κάποια disco της  δεκαετίας του 80, όταν το ακούς και όχι σε κάποιο club του σήμερα όπου σίγουρα και θα ακουστεί. Ξεσηκωτικό μέχρι απόλυτης σωματικής εξαντλήσεως. Και φτάνουμε στο What Are The Chances που είναι η στιγμή που και ο πλέον άσχετος αντιλαμβάνεται πλέον με ποιους πραγματικά έχει να κάνει. Είναι η λυρική, μελαγχολική τους πλευρά σε όλο της το μεγαλείο. Έτσι όπως έχει λάμψει στο παρελθόν με το Save A Prayer, το Τhe Seventh Stranger, το Ordinary World, τo Still Breathing και το Before The Rain (για να απαριθμήσω απλώς τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις). Επικά φωνητικά που σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό, εκπληκτική κιθάρα από τον John Frusciante (Red Hot Chili Peppers) που σχεδόν θυμίζει Andy Taylor -αν και το κενό της αποχώρησης του τελευταίου ποτέ δεν θα καλυφθεί αποτελεσματικά από κανέναν άλλο κιθαρίστα, όσο άρτιος και αν είναι - και κινηματογραφικής αισθητικής  έγχορδα, συνθέτουν ένα κομμάτι που ήδη διεκδικεί μια θέση ανάμεσα στα κλασσικά τους. Γεφυρώνει τέλεια το χάσμα ανάμεσα στα νέα και τα παλαιοτέρα στοιχεία του ήχου τους.

To Sunset Garage από την άλλη μοιάζει να ξεπήδησε κατευθείαν από τα 60s από κάποιο obscure girl band. Φοβερή bass line, solid drums, ονειρικοί feel good ήχοι στα πλήκτρα   και o Simon να τραγουδάει “Oh,oh, if it all goes wrong we’re gonna make it on our own”. How much better can it actually get? (όπως λέμε κι εμείς, εδώ στο τιμημένο UK). Κατά ένα τροπο μοιάζει σαν φυσική συνέχεια του Taste The Summer από το Astronaut, ειδικά στον τρόπο που το τραγουδάει ο Simon Le Bon. To Change The Skyline  (όπως και το Face For Today) έχει ένα τελείως 80s vibe με ένα chord progression που μου έφερε κατά νου σε κάποια σημεία ελαφρώς το Thriller του Michael Jackson. Synth bass ιδιοφυές και πολύ δύσκολο καθώς είναι παιγμένο σχεδόν off beat και μια φοβερά εθιστική synth lead line υπό την αιγίδα του τρισμέγιστου Νick Rhodes. Εξαιρετικά και τα guest vocals από τον Jonas Bjerre.

Tο Butterfly Girl είναι επίσης από τα πολύ αγαπημένα μου στο άλμπουμ. Είναι από αυτά τα κομμάτια που αναγνωρίζεις στιγμιαία ως Duran Duran. Κλασσικό arrangement, εξαιρετική μελωδία, ο Frusciante κάνει ξανά φοβερά πράγματα στην κιθάρα και όσο για το μπάσο, όποιος θέλει ας ακούσει το Skin Trade στην extended mix και θα δει ότι το έξτρα sequence track αυτής της μίξης είναι ακριβώς το μπάσο που παίζει εδώ ο John Taylor. Και είναι καταπληκτικό, το απογειώνει το κομμάτι. Το Only In Dreams είναι το δεύτερο κομμάτι που έγραψαν μαζί με τον Nile Rodgers και το καταλαβαίνεις αμέσως από τα minor7 chords του κομματιού που είναι χαρακτηριστικά progressions του Rodgers (o όποιος ενίοτε αρέσκεται και σε minor11 ακόρντα που από τη φύση τους βγάζουν ένα πολύ συγκεκριμένο feeling π.χ. ας φέρει κάποιος στο μυαλό του το Fragile του Sting για να πάρει μια ιδέα). Είναι αυτά που δίνουν αυτό το όντως ονειρικό feeling του κομματιού. Πολύ πειραματικοί ήχοι καθώς και δύστροπο arrangement με ένα outro που μου θύμισε το παράξενο outro του Michael You’ve Got Α Lot To Answer For από το Medazzaland. Το chorus του κομματιού προσωπικά το θεωρώ από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ.

Και φτάνουμε στο τελευταίο κομμάτι του δίσκου, το The Universe Alone, το οποίο θα χαρακτηρίσω ως την απολυτή ωδή στον θάνατο. “How beautiful the dying sun, the end of everything and everyone” είναι οι πρώτοι στίχοι του κομματιού. Είναι τόσα αυτά που θέλω να πω για αυτό το κομμάτι που δεν με φτάνει άλλος τόσος χώρος. Γι αυτό θα πω μόνο ένα. Ίσως το μόνο κομμάτι κατόπιν εποχής Rio που θα μπορούσε να κοιτάξει το The Chauffer στα μάτια χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει hands down στην σύγκριση μαζί του. Θα χάσει τελικά βέβαια, αλλά όχι συντριπτικά. Νομίζω ότι αυτό τα λέει όλα. Aριστούργημα με άλφα τεράστιο. Οποιαδήποτε μουσική ανάλυση είναι σχεδόν κενή περιεχομένου. Δεν θα καταφέρει να αποδώσει τίποτα από την μαγεία αυτού του τέλειου τραγουδιού. Απλά το ακούς και χάνεσαι μέσα στην ομορφιά του.

Οι Duran Duran ποτέ δεν έκαναν το ίδιο άλμπουμ 2 φορές. Ίσα ίσα που αυτό πάντα ήταν ο εφιάλτης τους. Πλην του Colin Thurston στα δυο πρώτα άλμπουμ τους, Duran Duran και Rio, δεν χρησιμοποίησαν ποτέ τον ίδιο παραγωγό σε συνεχόμενα άλμπουμς. Είναι ένα γκρουπ που ποτέ δεν είχε ταμπέλα, rock, pop, dance, electronic κλπ (όσο και αν κάποιοι θα το ήθελαν και θα έκανε την ζωή τους ευκολότερη). Ακόμα και μέσα στο ίδιο άλμπουμ πάντα βρίσκεις κομμάτια διαμετρικά αντίθετα μεταξύ τους. Αυτό είναι το μουσικό στίγμα αυτού του συγκροτήματος. Ποτέ δεν συμβιβάστηκαν και δεν επαναπαύτηκαν σε μια επιτυχημένη συνταγή ενός συγκεκριμένου ήχου. Όταν κάνεις μουσική επί 34 χρόνια και είσαι  αληθινός καλλιτέχνης, χρειάζεσαι να προκαλέσεις τον εαυτό σου, να βγεις από την comfort zone σου και να δεις αν έχεις το θάρρος και πάνω απ’όλα την ικανότητα ως μουσικός να κάνεις κάτι φρέσκο, κάτι καινούργιο που να αξίζει τον κόπο. Αλλιώς κάνεις μια απ’τα ίδια, βγάζεις έναν ακόμα γελοιωδώς προβλέψιμο, βαρετό (στην καλύτερη) δίσκο και καταλήγεις nostalgia act που κάνει greatest hits tours για τους εναπομείναντες χαροκαμένους μεσήλικες οπαδούς του, που έρχονται στις συναυλίες για να νοσταλγήσουν τα προ πολλού περασμένα νιάτα τους. Αυτά που τους υπόσχονταν ότι θα γίνουν άλλοι.

Συμπέρασμα: Ένα άλμπουμ πρέπει να κρίνεται για αυτό που είναι και όχι για το κατά πόσο συμβαδίζει με αυτό που θα θέλαμε να είναι. Με μοναδική ένσταση το ότι θα προτιμούσα περισσότερο οργανικά drums παρά τo drum programming που κυριαρχεί, τo Paper Gods είναι ένα σχεδόν άριστο άλμπουμ και όσο και αν ελάχιστοι θα το αντιληφθούν, βαθύτατα 80s. Γιατί το πνεύμα των 80s ήταν  η ρήξη με το παρελθόν και η  καινοτομία που οδηγεί σε μια νέα μουσική ταυτότητα. Και το Paper Gods τιμά αυτό το πνεύμα απόλυτα. Σχεδόν με θρησκευτική ευλάβεια.

 

9/10 (μόνο και μόνο γιατί 10/10 παίρνει το Rio και δυστυχώς ή ευτυχώς ποτέ τίποτα δεν θα το φτάσει.)

 

Κωνσταντίνος Δορλής

 


Κωνσταντίνος Δορλής

 

Ο Κωνσταντίνος Δορλής έχει γεννηθεί στην Ελλάδα το 1973, αλλά συνήθως συστήνεται ως γέννημα θρέμμα της Γηραιάς Αλβιόνας  χωρίς κανείς να γνωρίζει τον λόγο αυτής της φαιδρής συμπεριφοράς του. Ο ίδιος όταν ερωτάται σχετικά, απαντά ασυνάρτητα απαγγέλλοντας στίχους του Percy Shelley. Δηλώνει μουσικός και στα hobbies του συγκαταλέγονται ο εκλεκτικός μισανθρωπισμός και η μακροχρόνια ανικανότητα ανεύρεσης μιας στοιχειωδώς γελοίας και ανούσιας μισθωτής εργασίας, σε μια προσπάθεια εναρμόνισής του με το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.

Media

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα