Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016 14:22

The Garden – Haha (Epitaph, 2015)

Written by 

Σε μία εποχή που η τυποποίηση είναι λίγο ως πολύ ο κανόνας, είναι απίστευτο ότι έχει βρεθεί συγκρότημα που έχει τέτοια απέχθεια στις ταμπέλες, ώστε έφτασε στο σημείο να εφεύρει όνομα για την μουσική που παίζει: Vada Vada (και ναι, υπάρχει μία σαφής αναφορά στον ντανταϊσμό, και δεν είναι η μόνη, όπως θα δείτε). Το συγκρότημα ονομάζεται The Garden, απαρτίζεται από τους δίδυμους Wyatt και Fletcher Sears και έρχεται από το Orange County, έχοντας ήδη έναν μεγάλο δίσκο στο ενεργητικό του, το Life And Times Of A Paperclip, που είχε τύχει πολύ θετικής αποδοχής γενικά. Το OC πάλι που βρίσκεται στην Καλιφόρνια, υπήρξε ορμητήριο ιστορικών punk συγκροτημάτων, όπως οι Social Distortion, οι Adolescents και οι Agent Orange. Αν σε αυτό προσθέσετε ότι ο πατέρας των αδελφών υπήρξε μέλος hardcore σχημάτων όπως οι Final Conflict και οι Shattered Faith, μπορείτε να φανταστείτε ότι οι Garden έχουν πολιτογραφηθεί ως punk συγκρότημα. Ο απολύτως συνειδητά αντισυμβατικός όσο και άμεσος τρόπος που το ντουέτο των 21χρονων αντιμετωπίζει την μουσική του σαφώς παραπέμεπει στο punk. Το ίδιο και κάποια στοιχεία του ήχου τους, όπως αρκετές απειλητικές μπασογραμμές που πετάγονται εδώ και εκεί, αλλά και η εξαιρετικά μικρή διάρκεια των κομματιών τους (17 στο σύνολο, σπάνια ξεπερνούν τα δυόμιση λεπτά, με τα περισσότερα να είναι μικρότερα του διλέπτου).

Όμως οι ομοιότητες σταματάνε σε μεγάλο βαθμό εδώ. Γιατί στην πραγματικότητα, ακούγοντας αυτά τα κομμάτια αντιλαμβάνεσαι πως οτιδήποτε μπορεί να συμβεί, σε τέτοιο βαθμό, που χρειάζεσαι τουλάχιστον δυο-τρεις ακροάσεις, για να καταλάβεις ότι κανόνας είναι ότι δεν υπάρχει κανόνας: Το ίδιο κομμάτι μπορεί να γυρίσει από punk σε break beat. Και το παραμορφωμένο μπάσο μπορεί κάλλιστα να ενταχθεί σε ένα τυπικό drum’n’bass σχήμα, ενώ λίγο παρακάτω μπορείς να ακούσεις από μουσική για ηλεκτρονικά παιχνίδια μέχρι την πιο εξευτελιστική 80s synth pop, όλα με την μεγαλύτερη φυσικότητα, λες και όλοι λίγο ως πολύ στον πλανήτη Γη παίζουν έτσι. Τα φωνητικά, σπάνια μελωδικά, φέρνουν στον εθιστικό μινιμαλισμό του Pink Flag των Wire, όμως φτάνουν να φλερτάρουν έως και με το hip hop, ενώ η ερμηνεία ηχεί άλλοτε ειρωνική και άλλοτε ηθελμένα απλοϊκή, σχεδόν παιδική. Κιθάρες βασικά δεν υπάρχουν, ή αν υπάρχουν (ποτέ δεν ξέρεις), πάντως δεν ηχούν σαν κιθάρες. Αντ’ αυτών, ακούμε παράδοξους, μινιμαλιστικούς ηλεκτρονικούς ήχους που πάνε από το ambient στα big beats, χωρίς όμως να υπάρχει η παραμικρή αναφορά σε ό,τι κατά καιρούς έχει χαρακτηριστεί synth punk ή cyber punk κλπ. Μιλάμε για ένα ανεξερεύνητο, μινιμαλιστικό μουσικό τοπίο, όπου το νεύρο συνυπάρχει με τον ρυθμό, αλλά και με μία σχεδόν σουρεαλιστική προσέγγιση των κομματιών και των στίχων. Η ιδέα των δύο αδελφών να δώσουν όνομα στην μουσική τους είναι απόλυτα δικαιολογημένη («Ι reside in the V.V./I will raise a family here», τραγουδάνε ενθουσιωδώς στο Together We Are Great).

Από τα κομμάτια όπου οι δίδυμοι αποφασίζουν να προσεγγίσουν, με όλες τις πιθανές υποσημειώσεις, βέβαια, μία πιο τυπική lo-fi punk τραγουδοποιία ξεχωρίζουν το Red Green Yellow, το All Smile Over Here και το I’ll Stop By Tomorrow Night, αν και ειλικρινώς δυσκολεύομαι να επιλέξω. Εδώ ακούει κανείς γενικά μία επιρροή από τους Dead Kennedys στο Frankenchrist, στον τρόπο που χρησιμοποιείται το reverb για να δώσει βάθος στο μπάσο, αλλά και στην αγχώδη έως σκοτεινή ατμόσφαιρα που «βγαίνει» σαν αποτέλεσμα.

Όμως το στοίχημα τελικά κερδίζεται με ακόμη εντυπωσιακότερο τρόπο στις περιπτώσεις που το ντουέτο αποφασίζει να ξεφύγει πλήρως από τις συμβάσεις και να κάνει αυτό που οι περισσότεροι θα χαρακτήριζαν «του κεφαλιού του»: Μιλάω για το φοβερό Crystal Clear που περνά από τους Joy Division στο hard core με τρόπο ιδιοφυή, το Egg που φλερτάρει απροσδόκητα με την pop/soul των Dexys Midnight Runners, με το ογκώδες μπάσο «χαλάει» την συνταγή, το Devour, που αναφέρεται στην ιστορία ενός βιαστή/δολοφόνου, ειπωμένη όμως από την δική του όμως πλευρά και περνά από το post punk στην μινιμαλιστική electronica, το ομότιλο με τα φωνητικά που θυμίζουν Morrissey και το We Be Grindin’, με την εισαγωγή που παραπέμπει σε dance music (τρίτης κατηγορίας), για να περάσει σε ένα mid-tempo «πιασάρικο», θα έλεγα punk, «γαρνιρισμένο» με υπόκωφους ηλεκτρονικούς θορύβους. Χάος; Ίσως, αλλά οργανωμένο, με κάποιον ακαθόριστο τρόπο, απολύτως ανάλογο, στην άναρχη πολυσυλλεκτικότητά του, με τον χαωτικό τρόπο που προσλαμβάνουμε την πληροφορία στις μέρες μας.

Σύγχρονοι, απρόβλεπτοι, έξυπνοι, πρωτότυποι οι δύο αδελφοί, δίνουν με το μουσικό υβρίδιό τους νέα διάσταση στον όρο new punk. Ας δούμε πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν.

 

8/10

Παναγιώτης Γαβρίλης

 

Ο Παναγιώτης Γαβρίλης είναι επιφανειακά ένας εξωστρεφής τύπος που αγαπά την μπύρα και τις θορυβώδεις κιθάρες, όμως στην πραγματικότητα είναι ένας ρομαντικός: αγαπά την λογοτεχνία και την ποίηση και ονειρεύεται κάποτε (σύντομα, η ζωή είναι μικρή), να επικρατήσει παγκόσμια ειρήνη και ευμερία και η ΑΕΚ να «σηκώσει» το Champions League. Φυσικά, τίποτα από όλα αυτά δεν πρόκειται να συμβεί. Ποτέ.

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα