Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017 12:44

Sad Lovers & Giants – Where the Light Shines Through 1981-2017 (Cherry Red, 2017)

Written by 

Τότε το λέγαν new wave κι ύστερα το είπανε post punk. Στην πορεία βρήκανε και κάποιες (ομιχλώδεις) διαφορές μεταξύ τους, τις οποίες εστίασαν στις λιγότερο ή περισσότερο εμφανείς επιρροές της avant-garde, goth, synthpop, blues και ψυχεδέλειας. Ελάχιστα χρόνια αργότερα, η μπάντα των Sad Lovers & Giants ξεκινούσε από το Watford το μακρύ μουσικό ταξίδι της στο λεγόμενο ανεξάρτητο μουσικό χώρο. Ένα ταξίδι άκρως συναισθηματικό, ατμοσφαιρικό και εξόχως μελωδικό, που αποδεδειγμένα άντεξε στο χρόνο και παρουσιάζεται πλήρες «δια χειρός» των μελών της μπάντας στο Where the Light Shines Through 1981-2017. Με τις σημειώσεις του συμπαθέστατου, συνεσταλμένου και πιθανού προτύπου για κάθε καθώς πρέπει μέλος του Tumblr Garce Allard, αλλά και με το όλο εξαιρετικό design του πρώην μέλους Simon Blanchard, μπαίνουμε αβίαστα στο μουσικό κλίμα των αρχών της δεκαετίας του ’80, το οποίο διεκδικεί σήμερα περισσότερο από ποτέ τη θέση στις καρδιές μας που αληθινά του άξιζε. Η πενταπλή αυτή κυκλοφορία αποτελεί την πρώτη απολύτως περιεκτική ανθολογία των ηχογραφήσεων της μπάντας. 

Η ιστορία έχει αρκετά μικρά και μεγάλα κεφάλαια. Περιλαμβάνει πρώτα singles στη δική τους εταιρεία Last Movement, τις αρχικές κυκλοφορίες στη Midnight Music τόσο των Epic Garden Music (1982) και Feeding The Flame (1983), μέχρι τη διάλυσή τους, όσο και των The Mirror Test (1987), Headland (1989) και Treehouse Poetry (1991) που ακολούθησαν μετά την επανασύνδεσή τους. Φυσικά, υπάρχει το κλασικό για κάθε συγκρότημα που σεβόταν τον εαυτό του session στην εκπομπή του John Peel, αλλά και η αναμενόμενη επιλεγμένη ζωντανή ηχογράφηση, που εν προκειμένω έγινε για το Dutch Radio Hilversum και συναντήσαμε στην κυκλοφορία Total Sound (1986). Τέλος, υπάρχει και εκπροσώπηση του κύκνειου (;) άσματος Melting In The Fullness Of Time (2002). Με άλλα λόγια, έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε ένα αυθεντικό overdose ατμοσφαιρικού ρομαντισμού της δεκαετίας του '80, με κύρια χαρακτηριστικά το επικό μπάσο του Cliff Silver, τη λυρική φωνή του Garce Allard, αλλά και τη χαρακτηριστική κιθάρα του φλεγματικού Tristan Garel-Funk (του οποίου η ομοιότητα με τον Tony Robinson που έπαιξε τον Baldrick στο Black Adder είναι καθηλωτική).  

Ακούγοντας και πάλι τα τραγούδια τους, εύλογα διαπιστώνει κανείς ότι τελικά οι Sad Lovers & Giants δεν έτυχαν της αναγνώρισης που όντως άξιζαν. Μπορεί, φυσικά, να είναι άμεσα αναγνωρίσιμο όνομα, μπορεί να έφτασαν με το Epic Garden Music μέχρι την 21η θέση του UK Indie chart και να είχαν δύο singles μέσα στα πενήντα, αλλά σίγουρα άξιζαν πολλά περισσότερα. Ευτυχώς όμως, αυτοί οι αριθμοί δεν (θα έπρεπε να) αποτελούν παρά απλές ενδείξεις της ποιότητας, η οποία στην περίπτωση των Sad Lovers & Giants δεν έχει ανάγκη αριθμητικής επιβεβαίωσης.  

Όσα τραγούδια κι αν μνημονεύσει κανείς, πάντα κάποια θα ξεχάσει και σίγουρα θα αδικήσει ακόμα περισσότερα. Εδώ, λοιπόν, θα τα βρείτε όλα, οπότε δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Τα κλασικά τα γνωρίζετε όλοι, οπότε 50:50, Like Thieves (ακόμα ακούγεται μυθικό), White Russians (που σε τηλεμεταφέρει αυτόματα στην καρδιά των 80’ς), Cowboys (που θυμίζει το Some Girls are Bigger Than Others των Smiths), Seven Kinds Of Sin και Imagination δε χρήζουν ιδιαίτερης μνείας και συστάσεων. Δε μπορώ όμως να μην επισημάνω το The Best Film He Ever Made, τα Beauty is Truth και Happiness, με τις διακριτές επιρροές από τους The Cure και The Cult, τα εξαιρετικά Echoplay και In Flux (μεγαλείο!), όπως και τα Wire Lawn, House of Clouds και Toy Planes (in Southern Sky). Δε θέλω επίσης να ξεχάσω το Man Of Straw, με την όλη Sisters Of Mercy αισθητική, τα Jungle Of Lies και Your Skin And Mine, που έχουν κάτι από Dead Can Dance και 4AD, τα χαρακτηριστικά Sleep και Things We Never Did, τα One Man'Hell, Vendetta, όπως και το ομολογημένα αγαπημένο του Garce, Silent Decay.

Ειδικότερα, στον πρώτο δίσκο περιλαμβάνονται τα singles με χρονολογική σειρά. Αρχής γενομένης από την πρώτη ηχογράφηση του Imagination σε οχτακάναλο στο στούντιο Pet Sounds του Kennington, που βρισκόταν στο υπόγειο ενός pet shop, περνάμε στα Colourless Dream και Things We Never Did, που αποτυπώθηκαν σε βινύλιο με τις ετικέτες τους κολλημένες λάθος! Φυσικά, υπάρχει και το ηχογραφημένο στο Λος Άντζελες Copacetic, αλλά και έξι έως τώρα ακυκλοφόρητα σε ψηφιακή μορφή. Στο δεύτερο δίσκο αποτυπώνεται η δημιουργία της μπάντας την εποχή του αρχικού line up. Αυτό περιλάμβανε τους Garce Allard (φωνητικά), Tristan Garel-Funk (κιθάρα), David Wood (keyboards και σαξόφωνο), Nigel Pollard (ντραμς) και Cliff Silver (μπάσο). Με άλλα λόγια, έχουμε το ηχογραφημένο σε ένα Σαββατοκύριακο Epic Garden Music (που μιξαρίστηκε εν μέσω του μήνα του μέλιτος του Allard) και το-καλό πράγμα-αργεί-να-γίνει Feeding The Flame, που καθόρισαν τον ήχο του συγκροτήματος. Οι Garel-Funk και Pollard άφησαν το συγκρότημα για να σχηματίσουν τους Snake Corps, με αποτέλεσμα η διάλυσή του να έρθει αναπόφευκτα το 1983.

Στον τρίτο δίσκο έχουμε τη δημιουργία του δεύτερου line up, με τους αποχωρήσαντες να επιστρέφουν, τον σταθερά παρόντα Garce Allard και τις προσθήκες των Tony McGuinness (κιθάρα), Juliet Sainsbury (keyboards) Ian Gibson (μπάσο). Με άλλα λόγια υπάρχουν τα τραγούδια του The Mirror Test (που πήρε την ονομασία του από μια φράση του τραγουδιού On Another Day) και το Headland, που ηχογραφήθηκε στα Alaska Studios, κάτω από το σταθμό Waterloo του μετρό, με το οποίο εδραιώθηκε η απήχησή τους εκτός συνόρων. Στη δεύτερη αυτή φάση τους ο ήχος ήταν περισσότερο βασισμένος στα keyboards του «συνυπεύθυνου» για τον ευρύτερο χαρακτηριστικό ήχο των 80’ς Roland D50, που αναδεικνυόταν περισσότερο από την κλασική παιδεία της Juliet, ενώ τα φωνητικά συχνά έμπαιναν σε πρώτο πλάνο. Λόγω πληθώρας έτοιμων τραγουδιών, μερικά που δεν τα κατάφεραν να μπουν σε αυτό το άλμπουμ βρήκαν θέση στο Treehouse Poetry. Αυτό περιλαμβάνεται στον τέταρτο δίσκο, όπως και το Meltingin The Fullness of Time, που βγήκε σε πεντακόσια αντίτυπα. Εδώ παρατίθεται ανάγλυφη η κατάσταση των μέσων προς τελών της δεκαετίας του ’90, που το γκρουπ διατήρησε τη φήμη του μέσα από ζωντανές εμφανίσεις και τη συλλογή επιτυχιών E-Mail From Eternity. Κι ενώ το ενδιαφέρον του κοινού ήταν αμείωτο, παρά τα χρόνια που είχαν περάσει, οι Sad Lovers & Giants μπήκαν στο στούντιο και ηχογράφησαν όσες ιδέες είχαν μείνει ανεκμετάλλευτες και όσες είχαν πρόσφατα γεννηθεί, φτιάχνοντας το Melting in The Fullness of Time. Τέλος, στον πέμπτο δίσκο περιέχονται τα τραγούδια από το The Peel Session του 1982, εκείνα της ηχογράφησης στο Dutch Radio Hilversum, πρωτόλειες εκδοχές των 50:50 και Take Me Inside, καθώς και ένα καινούργιο remix του Things We Never Did.

Το box set αυτό επιτρέπει, όσο ελάχιστα, να πει κανείς ότι η ιστορία παρουσιάζεται με απόλυτη πληρότητα. Κι αν προτιμάτε να πούμε όλα τα παραπάνω με τρεις λέξεις, διαλέγω τις παρακάτω, παραφράζοντας τον τίτλο του ντεμπούτου τους: Epic 80’s Music.

8/10

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα