Σάββατο, 09 Δεκεμβρίου 2017 17:25

Shed Seven – Instant Pleasures (BMG, 2017)

Written by 

Ένα μεγάλο κομμάτι της Britpop, της πιο εμπορικά επιτυχημένης παραφυάδας της βρετανικής εναλλακτικής σκηνής, έχει χαθεί ολοκληρωτικά από το προσκήνιο και μαζί με αυτήν και η ευφορία των 90s που σήμερα μοιάζει απίστευτα μακρινή. Η εποχή όπου η Βρετανία εξήγαγε τη μουσική της σε ολόκληρη την Ευρώπη και όπου υπήρχαν indie clubs γεμάτα λαμπερούς νέους με flares, παπούτσια adidas και πολύχρωμα tops που χόρευαν στους ρυθμούς των Blur, των Oasis και των Pulp δεν μοιάζει σε τίποτα με τη σημερινή μίζερη πραγματικότητα. Τώρα πια “indie” σημαίνει να ακούει κανείς κάτι κλαψιάρηδες πλαστικοfolk τύπους που κάνουν το Βασίλη Καζούλη να φαίνεται μουσικός τιτάνας, ή μπασταρδεμένες ψευδο-r’n’b μελωδίες που παίζονται στα μισοάδεια εναλλακτικά μπαρ όπου μαζεύονται γενειοφόροι ψευδοδιανοούμενοι που μοιάζουν με πρωταγωνιστές σε βιβλικές παραγωγές του Χόλυγουντ της δεκαετίας του ’50, ή με μέλη ισλαμιστικής οργάνωσης. Γι’ αυτό και μόνο το λόγο η καινούρια δουλειά των βετεράνων Shed Seven μοιάζει λίγο σαν βροχή στην έρημο και μας θυμίζει άλλους, καλύτερους καιρούς.

Οι Shed Seven δεν υπήρξαν πρωταγωνιστές της Britpop. Ήταν μια συμπαθής μπάντα που πάντρευε επιτυχώς την ορθόδοξη κιθαριστική παράδοση των Smiths με το 60s ηχόχρωμα που έντυνε  τις περισσότερες δουλειές της περιόδου (αν και για τους Shed Seven οι Stones – και όχι οι Beatles που αντέγραφαν οι σύγχρονοί τους – ήταν η βασική επιρροή). Χωρίς να κυκλοφορήσουν κάποιο πολύ σπουδαίο δίσκο, είχαν ορισμένα εξαιρετικά singles (Dolphins, On a Standby, Chasing Rainbows, Disco Down, Going for Gold) που διέγραψαν μια αξιοπρεπή πορεία στα charts. Ταυτόχρονα διέθεταν τον Rick Witter, έναν frontman sexy, με αυτοπεποίθηση, καλή φωνή και αρκετά παλαβό, ώστε να δημιουργεί αίσθηση στις συναυλίες του συγκροτήματος. Σιγά-σιγά κι αυτοί όμως χάθηκαν από το προσκήνιο μαζί με τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές της εποχής, κυκλοφορώντας το τελευταίο τους άλμπουμ το Truth to be Told (2001) και το τελευταίο τους single Why Can't I Be You το 2003. Αν και επανεμφανίστηκαν συναυλιακά το 2007 δεν κυκλοφόρησαν τίποτα καινούριο αρκούμενοι να ικανοποιούν το μικρό, αλλά φανατικό τους κοινό στα δυναμικά τους live. Στις αρχές του χρόνου, εκπλήσσοντας πολλούς, ανακοίνωσαν την επιστροφή τους με παραγωγό τον Υouth των Killing Joke.

Αν ένα πράγμα εντυπωσιάζει στο άλμπουμ, είναι ότι η μπάντα ακούγεται φρέσκια και παίζει σαν να μην πέρασε μια μέρα. Τα κομμάτια σου δίνουν την εντύπωση ότι έχουν γραφτεί από ένα συγκρότημα που ζει την εποχή των 90s τώρα, που δεν την αντιμετωπίζει ως ένα νοσταλγικό παρελθόν. Αυτός ο ανυπόκριτος ενθουσιασμός και το fun που βγαίνει από κάθε νότα του Instant Pleasures είναι και το μεγαλύτερο όπλο του δίσκου που δεν διεκδικεί ιδιαίτερες δάφνες ποιότητας, όμως αποζημιώνει τους οπαδούς της Britpop. Στα συν του άλμπουμ η πεντακάθαρη παραγωγή του Youth που έχει εμπλουτίσει τον μονοκόμματο και λίγο ξερό ήχο των Sheds με πιάνο, πνευστά και strings που δίνουν μια άλλη διάσταση στα τραγούδια του άλμπουμ. Επίσης, η φωνή του Witter δεν θυμίζει σε καμιά περίπτωση κουρασμένο middle aged τροβαδούρο, αλλά cocky έφηβο, έτοιμο για ολονύχτιο clubbing.

Οι διαθέσεις της μπάντας γίνονται εμφανείς από το πρώτο κομμάτι, το Room in my House που θα ήταν τεράστιο hit, αν επρόκειτο για καινούρια μπάντα με καλύτερο promo, συνδυάζοντας το lad rock των Kasabian με την εθιστική μελωδικότητα των Oasis. Ξεχωρίζουν εύκολα το Said I’m Sorry που με το disco παιχνίδισμά του φέρνει στο νου το Disco Down, τα Nothing to Live και Enemies and Friends που αποτελούν τυπικό δείγμα καλοφτιαγμένης κιθαριστικής indie pop και η εξαιρετική μπαλάντα Better Days, πιθανότατα το κορυφαίο κομμάτι του δίσκου. Ο υπόλοιπος δίσκος ακούγεται ευχάριστα μεν, χωρίς όμως να προσφέρει κάτι ξεχωριστό. Πάντως όσοι έζησαν το ατελείωτο πάρτι των 90s, θα εκτιμήσουν την τίμια προσπάθεια των Shed Seven.

7/10


Γιώργος Χριστόπουλος

 

Ο Γιώργος Χριστόπουλος γεννήθηκε πριν από πολλά πολλά χρόνια μια χιονισμένη Κυριακή του Νοέμβρη (ανήμερα της ...Οκτωβριανής Επανάστασης που με το νέο ημερολόγιο έγινε στις 7 Νοεμβρίου) στην πόλη Mönchengladbach, κοντά στα γερμανοολλανδικά σύνορα. Ωστόσο πάντα αναγνώριζε ως ...πατρίδα μια ακόμη βορειότερη ευρωπαϊκή πόλη, το μουντό, βροχερό και αραχνιασμένο Manchester, όπου πέρασε (με αχώριστη σύντροφό του τη ...Boddingtons)  κομμάτι της ανέμελης νιότης του πατώντας τα άγια χώματα που είχαν διαβεί οι Smiths, οι Joy Division και οι New Order, οι Stone Roses και οι Happy Mondays, οι Inspirals και οι Charlatans κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ....

Όταν δεν εργάζεται αόκνως για να σώσει τους συναδέλφους του ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς από τα νύχια των εργοδοτών τους (αλήτης εργατοπατέρας γαρ...), θα τον βρείτε βουλιαγμένο σε ένα καναπέ να μελετά κοινωνιολογικές θεωρίες, να διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα ή να παίζει ατέλειωτες ώρες Football Μanager στο pc. Συνήθως με μια παγωμένη pils ανά χείρας...

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα