Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018 22:00

Felt - A Decade in Music (Cherry Red Records, 2018)

Written by 

Εδώ και κάμποσο καιρό τα μουσικά 80’s βρίσκονται και πάλι στο προσκήνιο. Κάποιες, μάλιστα, φορές με τρόπο που δεν αποδίδει τη σημασία που τους πρέπει. Ιδιαίτερα όταν μιλάμε για τη σοβαρή γκρίζα πλευρά τους και όχι εκείνη την ενοχλητικά ανάλαφρη πολύχρωμη, τότε επιβάλλεται να την προσεγγίζουμε με το δέοντα σεβασμό. Είναι όντως πολλά τα εξαιρετικά γκρουπ που έδρασαν τότε και εξίσου πολλοί οι σημαντικοί δίσκοι τους, οι οποίοι μπορούν να αποδειχτούν το ίδιο σημαντικοί και για το σήμερα. Δεν είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι η μουσική κάθε εποχής μπορεί να φτάσει στο απόγειό της μόνο την εποχή που κυκλοφορεί. Ούτε πιστεύω πως οι μόνοι που μπορούν να μιλούν για κάποια τραγούδια είναι όσοι τα έζησαν από κοντά. Τέτοιες απόψεις και παραδοχές είναι αντίθετες όχι μόνο με την ίδια τη φύση, αλλά και αυτό καθεαυτό το μεγαλείο της μουσικής. Μιλώντας, ειδικότερα, για τα 80’s και ψάχνοντας να βρούμε μερικούς χαρακτηριστικούς δίσκους που αποτυπώνουν ανάγλυφα τη μουσική της εποχής, δε θα μπορούσα να μην αναφέρω τους Felt και πιο συγκεκριμένα το μυθικό για την εποχή άλμπουμ The Splendour Of Fear. Ένα δίσκο που δεν εξακολουθώ απλά να ακούω, αλλά και να νιώθω τη μοναδική ομορφιά της ομίχλης που μεταφέρει να γεμίζει το χώρο μου μέσα από τις νότες του. Κι αν θέλετε να γνωρίζετε ποια είναι η αφορμή που πρόκειται να σας γυρίσω πίσω στη δεκαετία του ’80 μέσα από την πανέμορφη μελαγχολία της μπάντας από το Birmingham, μάθετε πως είναι η επανακυκλοφορία των πέντε πρώτων δίσκων τους στις 23 Φεβρουαρίου.

Οι Felt, που συνέδεσαν το όνομά τους με την εντυπωσιακή underground σκηνή της εποχής, της οποίας η περισσότερη παραγωγή εντάσσεται πλέον στο post-punk, ανήκαν στο δυναμικό των εταιρειών Cherry Red, Creation και el. Κι αυτό από μόνο του λέει πάρα πολλά. Χαρακτηριστικό στοιχείο του ήχου τους, εκτός από τη μοναδικά και άμεσα αναγνωρίσιμη ατμοσφαιρική του διάσταση, είναι η ευελιξία του σε αφομοίωση διαφορετικών επιρροών, τις οποίες τελικά ενσωμάτωνε στο ευρύτερο δικό του ύφος. Κεντρικό πρόσωπο της μπάντας ήταν ο πιο-cool-δε-γίνεται Lawrence Hayward, που απέκρυπτε επιμελώς το επίθετό του, ο οποίος συνέθετε, έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε. Σημαντικός, επίσης, για τη μπάντα ήταν ο Maurice Deebank, που έκανε με τη δική του κιθάρα ιδιαίτερο τον ήχο των Felt και είχε συμμετοχή σε κάποιες συνθέσεις, αλλά έφυγε από το γκρουπ το 1985. 

Πάνε δεκαπέντε χρόνια από την τελευταία κυκλοφορία τους, τη συλλογή Stains on a Decade, η οποία τελούσε υπό το αυξημένο ειδικό βάρος των Absolute Classic Masterpieces. Κατά καιρούς γινόταν λόγος για επανακυκλοφορία των δίσκων τους, αλλά χρειάστηκε να περάσει αρκετός καιρός μέχρι αυτή να πραγματοποιηθεί. Κι έτσι φτάνουμε στο CD Boxset του Φεβρουαρίου του 2018, το οποίο περιλαμβάνει τις επανακυκλοφορίες των άλμπουμ Crumbling the Antiseptic Beauty (1982), The Splendour of Fear (1984), The Strange Idols Pattern and Other Short Stories (1984), Ignite the Seven Cannons (1985) και Let the Snakes Crinkle Their Heads (1986), το οποίο θα συναντήσετε μετονομασμένο σε The Seventeenth Century. Οι δίσκοι αυτοί, που έχουν γίνει remastered από τον ίδιο το Lawrence και τον Kevin Metcalfe, φτάνουν σε εμάς με σπάνιες 7” κυκλοφορίες, πλούσιο φωτογραφικό υλικό και αφίσες συναυλιών.

Crumbling the Antiseptic Beauty (1982)

Ο ιδιαίτερος μινιμαλιστικός ήχος των Felt έγινε άμεσα αντιληπτός από το εισαγωγικό Evergreen Dazed. Κι όσο «ανεπεξέργαστο» μπορεί κανείς να τον χαρακτηρίσει, τόσο σημαντικός φαινόταν ότι επρόκειτο να γίνει στη συνέχεια. Ο Lawrence φιλοδοξούσε να κυκλοφορήσει το πιο σημαντικό ντεμπούτο κι ίσως να είχε φτάσει αρκετά κοντά στο στόχο του, αν συμμετείχε ο μέγιστος Adrian Borland, που, αν και είχε συμφωνήσει σε όλα, τελικά δεν τα κατάφερε λόγω των υποχρεώσεών του με τη μοναδική μπάντα του, τους The Sound. Κι επειδή ουδέν κακόν αμιγές καλού, λόγω της αδυναμιας του Adrian, δρομολογήθηκε η συνεργασία με τον παραγωγό των Swell Maps, τον John A. Rivers. Ο δίσκος ολοκληρώθηκε σε έξι ημέρες κα κυκλοφόρησε με τον Lawrence να εμφανίζεται στο εξώφυλλο. Χαρακτηριστικό τραγούδι είναι το Cathedral, με το οποίο ο ορισμός της ψυχεδέλειας αποκτούσε μια ακόμα ευρύτερη διάσταση. Τα Fortune και I Worship The Sun καθορίζουν την ηχητική ταυτότητα του άλμπουμ, που είχε ένα ιδιόρρυθμο concept χαρακτήρα. Στους ώριμους μουσικά ακροατές φαινόταν πως κάτι σπουδαίο έμελλε σύντομα να γεννηθεί. 

The Splendour of Fear (1984)

Κυκλοφόρησε σε μια σημαντική χρονιά για τη δεκαετία του ’80, το 1984, όντας ένας από τους χαρακτηριστικότερους δίσκους της εποχής. Η κιθάρα του Deebank βρήκε τη δίοδο να περάσει σε ανεξερεύνητα ατμοσφαιρικά τοπία, φτιάχνοντας τα σταθερά θεμέλια που έκαναν τον ήχο της μπάντας άμεσα αναγνωρίσιμο. Το εξώφυλλο, που περιείχε ένα τμήμα της αφίσας από την ταινία του 1966 Chelsea Girls, των Andy Warhol και Paul Morrissey, σε προδιέθετε ότι κάτι ιδιαίτερο θα συνέβαινε στα αυλάκια του βινυλίου του δίσκου. Και πράγματι, εδώ συνέβη κάτι σχεδόν απροσδόκητο: η μουσική είχε παντρέψει την ευαισθησία με τη συγκίνηση, με ένα τρόπο τόσο απλό, όσο και ξεχωριστό. Το μεγαλείο του δίσκου, που εκφράζεται με τον πιο εύγλωττο τρόπο, αποτελεί τη μόνη μου ένσταση για τους ακροατές του σήμερα. Ειλικρινά, πέρα από κάθε εγωιστική προκατάληψη που θέλω να πιστεύω ότι, μουσικά τουλάχιστον, δεν έχω, δε μπορώ να αποδεχτώ ότι κάποιος που θα ακούσει για πρώτη φορά τα The Stagnant Pool (πιο καθηλωμένος, δε γίνεται να νιώσεις εύκολα...), Mexican Bandits, Red Indians και The Optimist and the Poet, μπορεί να νιώσει το μεγαλείο που οι συνθέσεις αυτές απέπνεαν όταν κυκλοφόρησαν. Το επικό στοιχείο υποχωρεί ταπεινά μπροστά στο μεγαλείο του συναισθήματος, αλλάζοντας την οπτική σου γωνία. Από εδώ και πέρα, τα λόγια μάλλον είναι περιττά, οπότε αρκούμαι σε μια και μόνη λέξη: «αριστούργημα»!

The Strange Idols Pattern and Other Short Stories (1984)

Δεν είμαι της άποψης ότι η αίσθηση κλασικής μουσικής που υποβόσκει (και ενότε κραυγάζει) στον ήχο των Felt και βγαίνει από την κιθάρα του έχοντα κλασική μουσική παιδεία Maurice Deebank, οφείλεται στην παραγωγή, και τη συνακόλουθη επιρροή, του John Leckie (XTC, The Stone Roses, The Fall). Πράγματι, στοThe Strange Idols Pattern and Other Short Stories μπορεί κανείς να την αντιληφθεί ευκολότερα, με χαρακτηριστικότερα ίσως παραδείγματα τα Sempiternal Darkness και Imprint. Το Dismantled King is Off the Throne μοιάζει βγαλμένο από το The Splendour of Fear, καταδεικνύοντας πόσο βάραινε η παρακαταθήκη του τη συγκεκριμένη κυκλοφορία. Κι αν στο άκουσμα του Whirlpool Vision of Shame έχετε την αίσθηση ότι βρίσκεστε σε οικεία μέρη, έχετε υπόψη ότι αυτό δεν είναι άλλο από το γνωστό και καθόλου εξαιρετέο προγενέστερο single My Face is on Fire, με διαφορετικούς όμως στίχους. Στις καλύτερες στιγμές του δίσκου περιλαμβάνονται επίσης τα Sunlight Bathed the Golden Glow και Crystal Ball, συναποτελώντας μέρη ενός δίσκου που έπεισε και τους τελευταίους επιφυλακτικούς ότι οι όποιες επιρροές από τον ήχο των λατρεμένων Television αποτελούσαν ήδη παρελθόν.

Ignite the Seven Cannons (1985)

Κι αν ο προηγούμενος δίσκος έφερε ως ένα σημείο τη σφραγίδα του παραγωγού του, τότε, μπορούμε ανεπιφύλακτα να πούμε πως αυτός τη φέρει ακόμα πιο ανάγλυφα. Φυσικά, δεν ισχυρίζομαι ότι η δουλειά του Robin Guthrie έκανε τους Felt να ακούγονται όπως οι Cocteau Twins, αλλά σίγουρα μπορώ να πω πως έδωσε στον ήχο τους μια αντιληπτή 4AD χροιά. Εξαίρεση σε αυτό αποτελεί το τραγούδι Primitive Painters, όπου συμμετέχει στα φωνητικά η τεράστια Elizabeth Fraser κάνοντας την παραπάνω ομοιότητα περισσότερο από προφανή και, παράλληλα, το single αυτό το πιο επιτυχημένο της μπάντας. Παρά την επιτυχία του δίσκου, ο τελειομανής Lawrence ζήτησε, για τις ανάγκες της παρούσας κυκλοφορίας, από το γνώριμο John A. Rivers να επιμεληθεί το remix έξι συνθέσεων, αφαιρώντας την «αιθέρια» αίσθηση που απέπνεαν αφενός λόγω της παραγωγής και αφετέρου λόγω των keyboards του Martin Duffy (Primal Scream) και να να τις φέρει πιο κοντά στον ήδη διαμορφωμένο ήχο της μπάντας. Η ευθυγράμμιση αυτή στο «δέοντα» ήχο έγινε και σε όλα τα τραγούδια της δεύτερης πλευράς του βινυλίου, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να μην περάσει τις εξετάσεις το Serpent Shade και να μείνει εκτός. Τα Textile Ranch και Elegance In D, που επεβίωσαν των remix ως έχοντα τον αυθεντικό ήχο, ξεχωρίζουν μέσα από το παλιό, αλλά ταυτοχρονα καινούργιο αυτό άλμπουμ.

The Seventeenth Century (1986)

Αλλαγών συνέxεια, αλλά, όπως ήδη έχουμε πει, αυτή τη φορά μόνο στον τίτλο. Για την αλλαγή του αρχικού The Seventeenth Century σε Let the Snakes Crinkle Their Heads, που έγινε κάμποσα χρόνια πριν, ακόμα και ο ίδιος ο Lawrence σύντομα δεν ένιωσε καλά, επανορθώνοντας εδώ με την επαναφορά του πρωτότυπου τίτλου. Άσχετα με το ότι πάλαι ποτέ, όταν του είχε επισημανθεί ότι η αλλαγή του τίτλου ενδέχεται να είναι άστοχη, εκείνος είχε πει: «Αν μπόρεσαν οι Kraftwerk και ο Bowie, τότε μπορώ κι εγώ!» Το πέμπτο κατά σειρά άλμπουμ της μπάντας, που ήταν παράλληλα το πρώτο στην Creation Records, αποτελείται από μικρής διάρκειας ορχηστρικές συνθέσεις, συνολικής διάρκειας δεκαεννέα λεπτών. Το ύφος του έχει ομοιότητες με εκείνο των προηγούμενων, αλλά τις ελάχιστες δυνατές. Υπάρχει μια μινιμαλιστική concept αισθητική, που παραπέμπει στη δεκετία του ’60 και δεν επιτρέπει σε κάποια σύνθεση να ξεχωρίσει.

 

8/10

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα