Print this page
Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018 22:00

Marva von Theo – A Dream Within a Dream (Self Release, 2018)

Written by 

Η χώρα μας έχει παράδοση στην παραγωγή καλλιτεχνών στον ευρύτερο χώρο του rock. Δυνατές κιθάρες και μελαγχολικά φωνητικά είναι δύο συστατικά που λατρεύει ο Έλληνας, όπως είχε πει κάποτε ένας καλός φίλος, εξαιρετικός γνώστης του χώρου. Είναι αλήθεια ότι για λόγους ιστορικούς και κοινωνικούς είμαστε εγγύτερα στην «κουλτούρα» της οργής και της θλίψης και εμφανίζουμε μια επιφυλακτικότητα στο καλαισθητικά ωραίο στην τέχνη. Ο μέσος εγχώριος εναλλακτικός θεωρεί την όμορφη μουσική ως «φτηνή» και «εύκολη», την κρίνει ως όχι αρκετά «επαναστατική» και τελικά την απορρίπτει.

Γι’ αυτό το λόγο η εναλλακτική Ελλάδα δεν έβγαλε ποτέ σε μεγάλη κλίμακα indie/electro pop καλλιτέχνες που να έχουν μια σχετική επιτυχία. Με λίγες εξαιρέσεις (πολύ χαρακτηριστικά και χωρίς διάθεση να υποτιμήσω κανέναν θα αναφέρω τους Raining Pleasure, τους Στέρεο Νόβα, τις Marsheaux) που ακούστηκαν κι έξω, η δική μας alternative pop αποτελεί μαύρο πρόβατο στον ευρύτερο εναλλακτικό χώρο.
Οι Marva von Theo ανήκουν στην κατηγορία των σχημάτων που θα μπορούσαν να κάνουν το breakthrough. Βεβαίως έχουν να αντιπαλέψουν, πρώτα και κύρια, τον σκεπτικισμό που προανέφερα. Σε μια πρόσφατη κριτική συναυλίας τους σε «εναλλακτικό» site διάβασα με έκπληξη ότι οι MvT «παίζουν σχετικά ασφαλή pop μουσική, κατάλληλη για τους φίλους του ραδιοφώνου και για όσους επιθυμούν να ακούσουν κάτι που θα τους κάνει να αισθανθούν όμορφα χωρίς να τους προβληματίσει ιδιαίτερα». Στη φράση αυτή κρύβεται ακριβώς όλο το αισθητικό/ιδεολογικό σύμπλεγμα της ελληνικής εναλλακτικής ψευδοϊντελιγκέντσιας. Οτιδήποτε έχει μαζικότερο χαρακτήρα, δεν κρύβεται πίσω από τόνους θορύβου και κακοφωνίας, είναι «ασφαλές», «εύκολο» και δεν προβληματίζει. Χαίρομαι που μπάντες όπως οι Depeche Mode, οι New Order, ή οι Smiths δεν γεννήθηκαν εδώ, διότι δύσκολα θα γέμιζαν συναυλία στο σαλόνι του σπιτιού τους…
Τούτο δεν σημαίνει ότι το ντεμπούτο των MvT είναι αψεγάδιαστο. Όμως θα προέτρεπα οποιονδήποτε καλόπιστο ακροατή να αφήσει τα συμπλέγματα και τις ιδεοληψίες του στην άκρη και να χαρεί 12 κομμάτια σύγχρονης ποπ που, άλλοτε με περισσότερη και άλλοτε με λιγότερη επιτυχία, κατορθώνουν να παντρέψουν την electro αισθητική των 80s, με την trip hop και πιο «μοντέρνα» ακούσματα, όπως το r’n’b και τη hip hop μέσα από ένα minimal πρίσμα. Και επιτρέψτε μου, αγαπητές και αγαπητοί φίλοι… Η σοβαρή pop από γενέσεως σύγχρονης μουσικής είναι ένα εξαιρετικά  δύσκολο και απαιτητικό μουσικό είδος. Πολλοί μπορούν να παράξουν δεκαπεντάλεπτο θόρυβο, ντρονιές και λούπες και να τον πουλήσουν ως «πειραματικό αριστούργημα». Πόσοι όμως μπορούν να συνθέσουν το αρμονικό, το τρίλεπτο pop κομμάτι;
Ας πάμε στο άλμπουμ τώρα. Όταν είδα για πρώτη φορά live τους MvT, αντελήφθην πως οι δύο συνθέτες Theo Foinidis και Marva Voulgari έχουν κλασική παιδεία κι αυτό «καθρεφτίζεται» στο βάθος των κομματιών. Η φωνή της Marva θυμίζει έντονα Hooverphonic/ Portishead και είναι ευχάριστο πως η αγγλική προφορά δεν ενοχλεί (ένα πρόβλημα σε αρκετές ελληνικές αγγλόφωνες μπάντες). Η μουσική επεξεργάζεται, όπως προείπα, διαφορετικά ηχητικά ρεύματα που συνυπάρχουν αρμονικά μέσα σε ένα dark ambient περιβάλλον. Βάλτε μαζί σε ένα mixer το πρώτο άλμπουμ των Portishead, το Violator των DM με ολίγη από Aphex Twin/Autechre (του Amber και του Incunabula) και Boards of Canada και αντιλαμβάνεστε περίπου πού κινούνται οι MvT.
Ο δίσκος είναι χωρισμένος τρόπον τινά σε δύο τμήματα. Το πιο «εξωστρεφές» πρώτο τμήμα περιλαμβάνει κομμάτια που ξεχωρίζουν από την πρώτη ακρόαση. Δικαίως το άλμπουμ ξεκινά με το εντυπωσιακό και δραματικό trip/hop cabaret Unconcern που άμεσα τραβά την προσοχή. Τόσο για την εντυπωσιακή φωνή της Marva όσο και για την υποβλητική, sleek νυχτερινή υπόκρουση που συνοδεύει σχεδόν ολόκληρο το άλμπουμ. Το Secret Lover που έπεται, κινείται σε πιο electro/minimal μονοπάτια και το θαυμάσιο Fame and Gold, πιθανόν το αγαπημένο μου κομμάτι του δίσκου, κλείνουν μια δυναμική τριάδα η οποία εισάγει κατάλληλα τον ακροατή στον κόσμο των MvT. Στο δεύτερο τμήμα υπάρχουν πιο χαμηλότονα, πειραματικά κομμάτια, όπως το ατμοσφαιρικό Cream και το αιθέρια φθινοπωρινό Dead in Berlin. Θα σταθώ, επίσης, στο What Is it About Me που θα μπορούσε να το έχει συνθέσει ο Marc Almond στην εποχή του Mother Fist.
Η αδυναμία του δίσκου έχει να κάνει με το ότι συχνά, λόγω των πολλαπλών ιδεών και μουσικών ρευμάτων που συμπλέκονται, κάποια κομμάτια ακούγονται κάπως ανώριμα και αμήχανα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Perfect Sync που ενώ αποτελεί μια ενδιαφέρουσα electro άσκηση, δείχνει να μην μπορεί να απογειωθεί και ακούγεται flat. Πιστεύω ότι το επόμενο διάστημα το ντουέτο θα έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει προσεκτικά το υλικό του και να επιλέξει προσεκτικότερα πού θα ακουμπήσει για το μέλλον.
Οι MvT έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν φήμη. Διαθέτουν το image και τη συνθετική δυνατότητα. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι θα κληθούν σύντομα να επιλέξουν, αν θα το κάνουν μέσω της mainstream οδού  (που επίσης μπορούν να υπηρετήσουν αξιοπρεπώς και με το δικό τους ξεχωριστό ηχόχρωμα, όπως δείχνει το Reaching the Stars), ή μέσω μιας πιο επίπονης διαδικασίας που απαιτεί το πάντρεμα της pop με πιο εκλεκτικούς και απαιτητικούς ήχους. Ο πρώτος δρόμος σε οδηγεί στην εύκολη, αλλά εφήμερη αναγνωρισιμότητα, ο δεύτερος σε καταξιώνει καλλιτεχνικά. Θα αναμένω με ενδιαφέρον το δεύτερο βήμα τους.


7,5/10

 

 

Γιώργος Χριστόπουλος

 

Ο Γιώργος Χριστόπουλος γεννήθηκε πριν από πολλά πολλά χρόνια μια χιονισμένη Κυριακή του Νοέμβρη (ανήμερα της ...Οκτωβριανής Επανάστασης που με το νέο ημερολόγιο έγινε στις 7 Νοεμβρίου) στην πόλη Mönchengladbach, κοντά στα γερμανοολλανδικά σύνορα. Ωστόσο πάντα αναγνώριζε ως ...πατρίδα μια ακόμη βορειότερη ευρωπαϊκή πόλη, το μουντό, βροχερό και αραχνιασμένο Manchester, όπου πέρασε (με αχώριστη σύντροφό του τη ...Boddingtons)  κομμάτι της ανέμελης νιότης του πατώντας τα άγια χώματα που είχαν διαβεί οι Smiths, οι Joy Division και οι New Order, οι Stone Roses και οι Happy Mondays, οι Inspirals και οι Charlatans κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ....

Όταν δεν εργάζεται αόκνως για να σώσει τους συναδέλφους του ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς από τα νύχια των εργοδοτών τους (αλήτης εργατοπατέρας γαρ...), θα τον βρείτε βουλιαγμένο σε ένα καναπέ να μελετά κοινωνιολογικές θεωρίες, να διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα ή να παίζει ατέλειωτες ώρες Football Μanager στο pc. Συνήθως με μια παγωμένη pils ανά χείρας...

Latest from Γιώργος Χριστόπουλος

Related items