Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018 13:07

Nirvana (UK) – Black Flower (Esoteric Recordings, 2018)

Written by 

Το Black Flower κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1970 στην Αμερική μέσω της Metromedia Records και στη Μεγάλη Βρετανία μέσω της Pye International. Κι όμως ήταν το κυριολεκτικά ή μεταφορικά εξαφανισμένο άλμπουμ των Nirvana, που οι δημιουργοί του προσπάθησαν σκληρά να βρουν εταιρείες να αναλάβουν την κυκλοφορία και διανομή του την εποχή που το ολοκλήρωσαν. Κι αυτό, έχοντας ήδη στο ενεργητικό τους δύο πολύ καλούς δίσκους, που είχαν δημιουργήσει αίσθηση στους ψυχεδελικούς και μη κύκλους και έμελλε να αποδειχτούν ιδιαίτερα επιδραστικοί στα χρόνια που ακολούθησαν, αν και προέρχονταν από μια Βρετανική μπάντα. Οι Nirvana δεν ήταν άλλοι από τον Ιρλανδό Patrick Campbell-Lyons και το συπατριώτη μας Alex Spyropoulos, που πρωτοσυναντήθηκαν το 1966 στο καφέ La Gioconda του Λονδίνου, για να «παντρέψουν» τις Κελτικές και Ελληνικές μουσικές επιροές τους σε ένα πολύχρωμο ψυχεδελικό φόντο. Οι Nirvana ήταν η πρώτη μπάντα που υπέγραψε στην περίφημη Island Records, όπου έβγαλαν το ντεμπούτο τους The Story of Simon Simopath το 1967, που έχει τη φήμη της πρώτης καταγεγραμμένης σε βινύλιο rock opera, έχοντας προηγηθεί των S.F. Sorrow των The Pretty Things, Arthur (Or The Decline And Fall Of The British Empire) των The Kinks και του Tommy των The Who. Ορίστε; Μήπως νιώθετε ελαφρώς παραπληροφορημένοι;

Μετά από αυτό είχε έρθει το επίσης πρωτοποριακό All Of Us, με το επιτυχημένο single Rainbow Chaser, που δημιούργησε αίσθηση και στην Ευρώπη. Ύστερα από αυτά ήρθε η σειρά του Black Flower, για το οποίο οι δύο φίλοι επέλεξαν ως παραγωγό τον Mike Hurst, που έπαιζε στους The Springfields (όπου τραγουδούσε η νεαρή τότε Dusty) και είχε ήδη κάνει την παραγωγή στον Cat Stevens, στον P.P. Arnold και σε κάτι τύπους που λέγονταν Manfred Mann (αν υποκλιθώ, τουλάχιστον για τρία άλμπουμ τους και πω ότι το Solar Fire είναι μια αξεπέραστη και μπροστά από την εποχή της -και εν μέρει την εποχή μας- δισκάρα, μπορώ να συνεχίσω, καλέ μου αναγνώστη;) Μαζί του εργάστηκε και ένας άλλος τύπος, ο Tony Visconti, που άφησε το στίγμα του με παραγωγές δίσκων των T. Rex, David Bowie, Caravan, Steve Gibbons, Thin Lizzy, Gentle Giant, Magna Carta, Rita Mitsouko και πάρα πολλών άλλων. Με αυτές τις συνθήκες ηχογραφήθηκε το άλμπουμ στα Pye Studios της Marble Arch του Λονδίνου, μέσα σε τρεις ημέρες κατά τους μήνες από το Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο του 1969.

Οι Nirvana είχαν αποφασίσει να ονομάσουν το δίσκο Black Flower, αλλά η Island και ειδικότερα ο Chris Blackwell είχαν αντιρρήσεις, επειδή πίστευαν ότι μπορούσε να δημιουργήσει σύγχυση με το κίνημα Black Power της Αμερικής, που ήδη είχε υποστηρικτές στο Λονδίνο και το Παρίσι. Τότε η μπάντα στύλωσε τα πόδια και ο Blackwell, με τη σύμφωνη τελικά γνώμη της μπάντας, ακύρωσε το συμβόλαιο μαζί της, υποστηρίζοντας επιπλέον ότι η μουσική του δίσκου θύμιζε το σάουντρακ της Γαλλικής ταινίας A Man and a Woman. Αυτό όμως οι δυο μουσικοί μόνο ως κομπλιμέντο μπορούσαν να το εκλάβουν, αφού ο Alex είχε σπουδάσει στο Παρίσι και ο Patrick αγαπούσε τους Jacques Brel και Charles Aznavour. Ως ένδειξη φιλοφροσύνης ο Blackwell τους έδωσε τη μήτρα του δίσκου δωρεάν, έτοιμη να χρησιμοποιηθεί από άλλη εταιρεία. Μετά από λίγο οι Nirvana υπέγραψαν συμβόλαιο με την εταιρεία του Bobby Sherman, που ήταν πολύ δημοφιλής λόγω του hit Little Woman, βάσει του οποίου το Black Flower θα κυκλοφορούσε στη Βρετανία από την Pye International, αλλά λόγω ενός μεγάλου σκανδάλου στο οποίο εμπλεκόταν και ο Sherman, τυπώθηκαν μόνο πεντακόσια (και όχι διακόσια πενήντα) promotional αντίτυπα, με αποτέλεσμα το άλμπουμ τυπικά να μην κυκλοφορήσει ποτέ επίσημα. Για την ιστορία, σήμερα η τιμή της πρωτόλειας κυκλοφορίας κυμαίνεται γύρω στις χίλιες λίρες.

Νομίζετε όμως ότι το «μπέρδεμα» ή ο «μύθος» τελείωσε εδώ; Λάθος! Υπήρξε επιπλέον μια σύγχυση με τον τίτλο του δίσκου, διότι κάποιοι (αρκετοί, για την ακρίβεια) δεν αναφέρονται στο άλμπουμ με τον τίτλο Black Flower, αλλά ως Dedicated to Markos III. Η ιστορία πίσω από αυτό έχει να κάνει με έναν εργαζόμενο στη ναυτιλία ξάδελφο του Alex, ο οποίος τους έδωσε τα χρήματα να κάνουν το νέο remix του δίσκου. Επειδή όμως αυτός δεν ήθελε να του επιστρέψουν το ποσό, τους ζήτησε απλά να αφιερώσουν το άλμπουμ στον πάσχοντα από θανατηφόρα ασθένεια γιο του. Έτσι κι έγινε και, κατά ένα περίεργο τρόπο, η αφιέρωση αυτή θεωρήθηκε από πολλούς ως ο τίτλος του δίσκου. Τελικά, ο δίσκος αυτός σήμανε το τέλος της συνεργασίας των Campbell-Lyons και Spyropoulos, οι οποίοι ακολούθησαν στο εξής διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις.

Ο δίσκος είναι κατά βάση συμφωνικός και ταυτόχρονα ψυχεδελικός. Στη 24-bit digital remastered μορφή του αυτή που παρουσιάζεται εδώ, έχει εμπλουτιστεί με πέντε bonus tracks. Από αυτά, το Of these June and We Can Make it Through και το demo Taxi είναι ηχογραφημένα την εποχή που γίνονταν τα sessions του δίσκου, ενώ θα βρείτε εδώ μια ακυκλοφόρητη πρώιμη εκδοχή του Illinois όπως και μια υπέροχη ορχηστρική εκδοχή του Love Suite, που είναι μία από τις εκφραστικότερες στιγμές του δίσκου. Η επιρροή των Beatles, των Move και των Beach Boys, αλλά και της ευρύτερης folk και κινηματογραφικής μουσικής είναι παρούσα περισσότερο από ποτέ. Πιθανώς, η ψυχεδελικά ανάλαφρη αίσθηση του άλμπουμ, μαζί με τις ταξιδιάρικες νοσταλγικές στιγμές του έκαναν τον Patrick να δηλώσει ότι θεωρεί το Black Flower ως τον καλύτερο από τους τρεις δίσκους που κυκλοφόρησαν στην Island. Ανεξάρτητα με το αν συμφωνείτε ή όχι μαζί του, είναι γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση μπορούμε πλέον να έχουμε στα χέρια μας ένα σπάνιο δίσκο από μια ξεχωριστή και, προπάντων, επιδραστική μπάντα. 

 


Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα