Print this page
Πέμπτη, 04 Απριλίου 2019 12:17

Screaming Trees – Sweet Oblivion (Cherry Red Records, 2019 - Επανακυκλοφορία)

Written by 

Δε νομίζω να υπάρχει κανείς που να μπορεί βάσιμα να αντιλέξει, στο ότι ο Mark Lanegan είναι ένας πολύ καλός τραγουδοποιός και μουσικός, καθώς και στο ότι αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες της alt rock των μέσων της δεκαευίας του ’80 και της απόλυτα συγγενικής της grunge. Αυτό όμως που ίσως σηκώνει περισσότερη συζήτηση είναι το κατά πόσο η προσωπική του καριέρα με τις πάμπολλες συνεργασίες, που συμπορεύτηκε, αλλά κυρίως ακολούθησε εκείνη με τους Screaming Trees, ήταν του ίδιου υψηλού επιπέδου. Προκειμένου να ξεκαθαρίσω την άποψή μου από την αρχή, σπεύδω να πω ότι αυτά που έκανε με τους Screaming Trees ήταν αρκετά ανώτερα, από τα όσα (καλά -πχ με τους Queens Of the Stone Age-, αλλά και λιγότερο καλά) μας προσέφερε μέχρι σήμερα με πολλούς άλλους τρόπους. Κι αυτό δεν το λέω για να μειώσω την προσπάθειά του, αλλά για να καταδείξω το πόσο καλοί ήταν οι δίσκοι του με την πασίγνωστη μπάντα από το εξοχικό Ellensburg της Washington.

Αυτό που μόλις είπα, αποτελεί μέχρι στιγμής παγιωμένη άποψή μου, η οποία, φυσικά, ενδέχεται να μεταβληθεί στο μέλλον. Όσο όμως αφορά το παρόν, ακούγοντας ξανά τους δίσκους των Screaming Trees, δε μου μένει ούτε η παραμικρή υποψία αμφιβολίας. Μάλιστα, με την ευκαιρία της επικείμενης στις 24 Μαϊου expanded επανακυκλοφορίας του Sweet Oblivion, δε μπορώ να μην καταλήξω, για άλλη μια φορά, στο ίδιο συμπέρασμα.

Εδώ, λοιπόν, ανατρέχουμε στον προτελευταίο και πιο επιτυχημένο εμπορικά από τους επτά συνολικά δίσκους των Screaming Trees, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1992. Ήδη η μπάντα είχε σχηματιστεί από το 1985, όταν τα αδέρφια  Van Conner (μπάσο) και Gary Lee Conner (κιθάρα) ένωσαν τις δυνάμεις τους με τον τραγουδιστή Mark Lanegan και τον Mark Pickerel (ντραμς), ο οποίος στο συγκεκριμένο δίσκο είχε αντικατασταθεί από τον Barrett Martin (REM, Mad Season, Queens Of The Stone Age, Walking Papers). Μετά από αλλαγές διάφορων ανεξάρτητων δισκογραφικών εταιρειών και ειδικότερα το πέρασμά τους από τις SST και Sub Pop, υπέγραψαν συμβόλαιο με την Epic (Sony), στην οποία κυκλοφόρησαν τα άλμπουμ Uncle Anesthesia σε παραγωγή του Chris Cornell των Soundgarden, όπως και το Sweet Oblivion.

Φτάνοντας, λοιπόν, στον τελευταίο αυτόν δίσκο τους, με την έκρηξη του grunge και την κυριαρχία της ευρύτρης μουσικής σκηνής του Seattle, που δεν είχε απήχηση μόνο σε «ανεξάρτητα» ακροατήρια, οι Screaming Trees αποφάσισαν να διατηρήσουν στον ήχο τους τα ψυχεδελικά στοιχεία που ανέκαθεν τον χαρακτήριζαν, αλλά ταυτόχρονα να επιχειρήσουν μια ελαφριά στροφή στο σαφή rock ήχο τους, προκειμένου αυτός, χωρίς να «υποχωρήσει» από την όλη ανεξάρτητη φιλοσοφία που τον πάντα διέκρινε, να γίνει προσιτός και στα ευρύτερα ακροατήρια που απευθύνονταν οι κυκλοφορίες της πολυεθνικής εταιρείας που ήδη ανήκαν. Μάλιστα, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, η ψυχεδελική χροιά του ήχου τους οφειλόταν κυρίως στον Gary Lee Conner, ο οποίος λάτρευε το 60s garage, την ψυχεδέλεια και τους Love, ενώ ο Mark Lanegan ήταν εκείνος που προσπαθούσε να τη χαλιναγωγήσει. Πράγματι, ο σκοπός επιτεύχθηκε, αφού, ενδεικτικά, το single Nearly Lost You, που συνοδευόταν από ένα βίντεο κλιπ κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του MTV, αποτέλεσε τον καλύτερο προπομπό του δίσκου, ως περιλαμβανόμενο στο εξαιρετικό σάουντρακ της ταινίας Singles του Cameron Crowe μαζί με τραγούδια των Pearl Jam, Tad, Mudhoney, Soundgarden και Alice In Chains, που πούλησε δύο εκατομμύρια αντίτυπα. Στη συνέχεια ακολούθησαν τα Dollar Bill, Shadow of the Season και Butterfly. Βέβαια, σε συνέντευξή του ο Gary Lee Conner δεν παραδέχτηκε ότι ο ήχος τους στο δίσκο αυτόν είχε στραφεί προς εμπορικότερα μονοπάτια, υποστηρίζοντας ότι η δουλειά του Andy Wallace στο mixing, ο οποίος είχε με επιτυχία κάνει το ίδιο μία χρονιά πριν στο Nevermind των Nirvana, επειδή ήταν απλά πολύ επιτυχημένη, συνεργάστηκαν μαζί του και στο επόμενο άλμπουμ, το Dust.

Την εποχή εκείνη συνέβαιναν μεγάλες αλλαγές στη διακίνηση των τραγουδιών, με το περιοδικό Q να προσφέρει ως δώρο ένα ψηφιακό δίσκο και το εξώφυλλό του, που ο αγοραστής έκοβε και τοποθετούσε σε δική του θήκη. Σε ένα από αυτά υπήρχε και το Shadow oft he Season, συνεισφέροντας σημαντικά στο να φτάσει ο ήχος του συγκροτήματος και σε άτομα που δεν είχαν έως τότε επαφή μαζί του.   

Χαρακτηριστική είναι η συναυλία τους για την προώθηση του Sweet Oblivion στο θρυλικό κατάμεστο Marquee Club του Λονδίνου, όπου οι αδερφοί Conner χτυπιόντουσαν επί σκηνής, σε αντίθεση με τον Lanegan, που τραγουδούσε τελείως ακίνητος το Nearly Lost You, με τη γνωστή πονεμενη έκφραση στο πρόσωπό του. Τότε, λοιπόν, και με το κοινό να παραληρεί και αρκετούς από αυτό να γίνονται stage-divers και άλλους να κλωτσούν τα μηχανήματα της μπάντας και να σπρώχνουν τα μέλη της, όταν ένας τύπος βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από τον Lanegan, ενώ εκείνος τραγουδούσε το αναμενόμενο από όλους Nearly Lost You, ο Mark τον έπιασε από το λαιμό και μετά από λίγο τον άφησε μόνο αφού επενέβησαν οι άντρες της ασφαλείας, εγκαταλείποντας στη συνέχεια τη σκηνή, με την υπόλοιπη μπάντα να συνεχίζει το τραγούδι σε ορχηστρική μορφή!

Την παραγωγή του δίσκου υπέγραψε ο πολύς Don Fleming (Sonic Youth, Hole, The Smithereens Teenage Fanclub, The Dictators). Στο Sweet Oblivion η σύνθεση των τραγουδιών έγινε με όλα τα μέλη της μπάντας να δουλεύουν μαζί και όχι, όπως αυτά συνήθιζαν, αρχικά να γράφουν μουσική και στίχους ξεχωριστά και στη συνέχεια να κάνουν διορθωτικές επεμβάσεις.

Στην παρούσα εμπλουτισμένη του μορφή ως διπλός ψηφιακός δίσκος το Sweet Oblivion περιλαμβάνει έξι τραγούδια που δεν υπήρχαν στη αρχική του κυκλοφορία, αλλά κυκλοφόρησαν ως B-Sides σε singles. Αυτά είναι το τραγουδισμένο από το μπασίστα Van Conner Maybe (Vans New One), το E.S.K. που δεν τα κατάφερε να μπει στο άλμπουμ, αλλά και το Winter Song σε ακουστική μορφή, στο οποίο συμμετέχει παίζοντας slide κιθάρα ο Jack Endino γνωστός συνεργάτης - παραγωγός από την εποχή των Buzz Factory (1989) και Change Has Come EP. Επίσης, τις διασκευές (Therell Be) Peace In the Valley (For Me) του Thomas A. Dorsey, του φόρου τιμης στο 70s punk και metal Song of a Baker των Small Faces και του απόλυτα πιστού στο πρωτότυπο Tomorrows Dream των Black Sabbath. Στο ένθετο βιβλιαράκι, εκτός από εκτενή πληροφοριακά στοιχεία, υπάρχουν αποκλειστικές συνεντεύξεις με τον κιθαρίστα της μπάντας Gary Lee Conner και το συνεργάτη τους παραγωγό Jack Endino.

Τάκης Κρεμμυδιώτης

Latest from Τάκης Κρεμμυδιώτης

Related items