Τρίτη, 25 Ιουνίου 2019 16:14

Climax Blues Band - The Albums 1969-1972 (Esoteric Recordings, 2019)

Written by 

Όχι, το πενταπλό boxset The Albums 1969-1972, δεν έχει ίδιο περιεχόμενο με το «αποσπασματικό» Harvest Years 1969-1972 του 1991, αλλά περιλαμβάνει remastered και εμπλουτισμένους με επιπλέον τραγούδια τους πέντε πρώτους δίσκους των Climax Blues Band στις δισκογραφικές εταιρείες Parlophone και Harvest της EMI. Μάλιστα, εκτός από τα πιστά αντίγραφα των πρωτότυπων εξωφύλλων, περιέχει πόστερ με στοιχεία και φωτογραφίες της μπάντας, στο οποίο δεσπόζει ο γνωστός φιμωμένος τύπος από το Tightly Knit. Συνεπώς, εκτός από το τελευταίο, υπάρχουν και τα The Climax Chicago Blues Band, Plays On, A Lot of Bottle και Rich Man.

Οι The Climax Chicago Blues Band, όπως ονομάζονταν αρχικά, σχηματίστηκαν το 1968 στο Stafford της Βρετανίας από τον Colin Cooper και ξεχώρισαν άμεσα. Υπήρξαν μία από τις κατεξοχήν μπάντες, που κατάφεραν, όσο πάρα πολύ λίγες, να κάνουν τον καθαρόαιμο blues και blues rock ήχο, όχι μόνο προσιτό, αλλά και ιδιαιτέρως αγαπητό ακόμα και σε ακροατήρια που δεν είχαν τη μουσική αυτή ανάμεσα στις αγαπημένες τους. Πράγματι, ήταν πολύ ασυνήθιστο να βλέπει κανείς να απολαμβάνουν τα τραγούδια τους τόσο «σκληροτράχηλοι» ροκάδες της εποχής, όσο και γυναίκες (όποιος σκέφτηκε «σεξιστικό», του δείχνω καθρέφτη) που πρωτίστως αγαπούσαν να λικνίζονται στο ρυθμό της μουσικής. Κι όμως, αυτή ήταν η μπάντα με τον πλούσιο blues rock ήχο, που ξεκίνησε με το πρώτο της άλμπουμ την επόμενη χρονιά της δημιουργίας της και άλλαξε στην πορεία πολύ περισσότερες φορές μέλη, από ό,τι το όνομά της. Στην αρχική σύνθεση, εκτός του Colin Cooper (κιθάρα, φυσαρμόνικα), μετείχαν οι Pete Haycock (φωνητικά), Derek Holt (κιθάρα), Richard Jones (μπάσο και keyboards), George Newsome (ντραμς) και Arthur Wood (keyboards).

Η μουσική τους, έτσι όπως αποτυπώνεται στην καλύτερη περίοδο των πέντε πρώτων δίσκων τους και πριν «βάλει νερό στο κρασί της» για χάρη των υπερατλαντικών φίλων της, αντλούσε έμπνευση και στοιχεία από τους Peter Green's Fleetwood Mac, Eric Clapton, Savoy Brown, Graham Bond, Rory Gallagher και The Groundhogs. Με άλλα λόγια, το ηλεκτρικό Chicago είχε την τιμητική του, όπως και η slide guitar. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη χρονική σειρά τους.

 

The Climax Chicago Blues Band (1969)

Το ντεμπούτο τους, που είχε ως τίτλο το αρχικό όνομά τους, το οποίο στη συνέχεια μεταβλήθηκε με την απαλειφή της λέξης Chicago, ηχογραφήθηκε μέσα σε δύο ημέρες και συγκεκριμένα στις 27 Σεπτεμβρίου και στις 5 Νοεμβρίου του 1968. Κατά το πνεύμα και τα δεδομένα των αναβιωτών του αυθεντικού blues της εποχής, στον ήχο του δέσποζε ο ήχος της κιθάρας του Peter Haycock και τα πλήκτρα του Art Wood. Στην ικανότητα της μπάντας, αλλά και στην παραγωγή του Chris Thomas, οφείλεται ο συμπαγής τελικός ήχος όλων των τραγουδιών, αρκετά από τα οποία είναι διασκευές κλασικών του είδους. Αυτά είναι τα Don't Start Me to Talkin' (Sonny Boy Williamson), Mean Old World (Big Bill Broonzy), Insurance (Waldense Hall, Charlie Singleton), The Entertainer (Scott Joplin) και Wee Baby Blues (Pete Johnson, Big Joe Turner), που ακούγονται το ίδιο καλά με τις συνθέσεις του συγκροτήματος. Από αυτές ξεχωρίζουν οι You've Been Drinking, And Lonely, Looking for My Baby και Going Down This Road.

 

Plays On (1969)

Ο δίσκος αυτός ήταν ο πρώτος που παρατηρήθηκε μια δειλή τάση για να ενσωματωθούν στον ήχο τους και άλλα μουσικά στοιχεία, χωρίς όμως να χαθεί ο καθαρόαιμος blues χαρακτήρας του. Έτσι εξηγείται η funky τρομπέτα, που αργότερα θα πύκνωνε τις εμφανίσεις της, αλλά και τα πρώτα jazz στοιχεία, που συστήθηκαν με το καλημέρα, στους ήχους του εισαγωγικού Flight, αλλά και του Twenty Past Two / Temptation Rag, όπου η blues είναι και boogie. Φυσικά, θα ήταν απολύτως αληθινό αν έλεγε κάποιος ότι η jazz υπάρχει παντού, ακόμα κι εκεί που δε γίνεται αντιληπτή με το πρώτο. Δεν ισχύει όμως ακριβώς το ίδιο και στην ψυχεδέλεια, στοιχεία της οποίας διακρίνουμε δειλά στα Hey Bab και Everything's Gonna Be Alright Yeh Yeh Yeh, ενώ πιο αισθητή είναι η αλλαγή του Cubano Chant, που μοιάζει να γράφτηκε από τους Santana. Η βαριά όμως blues κληρονομιά των Mum's the Word και So Many Roads, επισκιάζει ευχάριστα τα άλλα τραγούδια, θυμίζοντας με τον καλύτερο τρόπο τον ήχο των CBB.

 

A Lot of Bottle (1970)

Ήδη βρισκόμαστε στο 1970 και η μπάντα έχει συμφωνήσει με την πιο progressive θυγατρική της EMI, τη Harvest, στην οποία κυκλοφόρησε ο τρίτος δίσκος τους. Οι Climax Blues Band μας έκαναν λίγο πλάκα στην αρχή με το ήπιο Country Hat, για να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους αμέσως μετά. Για παράδειγμα, στο Reap What I've Sowed, που κάποιοι έχουν παραλληλίσει με το Mississippi Queen των Mountain (χμ, μάλλον δε θα συμφωνήσω), τα «σπάνε», όπως και στο πολύ καλό Cut You Loose. Ανάμεσα στις καλύτερες στιγμές του δίσκου βρίσκονται οι δύο διασκευές του, δηλαδή το Seventh Son του Willie Dixon και το Louisiana Blues του McKinley Morganfield ή, κατά κόσμον Muddy Waters. Στο Brief Case βάζουν στο παιχνίδι και σαξόφωνο, ενώ η φυσαρμόνικα είναι παρούσα κι εδώ στο Alright Blue?

 

Tightly Knit (1971)

Για πολλούς αυτό είναι το καλύτερο και σίγουρα το πιο δημοφιλές άλμπουμ τους. Πλέον, το γκρουπ είχε δώσει για τα καλά το στίγμα του και προσπαθούσε, χωρίς να κάνει σοβαρές «εκπτώσεις» στις αξίες του, να φτιάξει μουσική για ευρύτερα ακροατήρια, στα οποία, όμως, αποσκοπούσε να συστήσει τους blues και blues rock ήχους. Εδώ έγινε, δειλά - δειλά, η πρώτη προσπάθεια προσέγγισης του Αμερικανικού κοινού, που αποτελούσε την κύρια βλέψη κάθε Βρετανού μουσικού που ήθελε να μακροημερεύσει και να πουλήσει πολλούς δίσκους. Προπομποί ήταν τα Little Link και Shoot Her If She Runs (τώρα που δεν το είπα εγώ, μπορείτε να σκεφτείτε σεξιστικό), που περιείχαν ολίγη από country-rock, χωρίς όμως να «αλλοιωθούν» σοβαρά τα σταθερά χαρακτηριστικά του ήχου τους. Το Come on in My Kitchen του Robert Johnson αποτίει φόρο τιμής στο παρελθόν, ενώ στο ίδιο μήκος κύματος εκπέμπουν το εξαιρετικό St. Michael's Blues, αλλά και τα Spoonful, Who Killed McSwiggin και That's All.

 

Rich Man (1972)

Τελευταίο από τα άλμπουμ τους στη Harvest ήταν το Rich Man, με το οποίο πέρασαν τα σύνορα της Αμερικής, βάζοντας τις βάσεις για υπερατλαντική καριέρα. Η κίνησή τους αυτή επέφερε στο άμεσο μέλλον τη σταδιακή υποχώρηση του ήχου τους προς πιο mainstream μονοπάτια, η οποία κορυφώθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα με το πασίγνωστο Couldn't Get It Right. Εδώ η blues-rock και γενικότερα η σκληρή μουσική υποχωρεί προς όφελος της αξιοπρεπούς pop του Shake Your Love. Αλλά, όπως λένε και οι συμπατριώτες τους, επειδή δε μπορείς να μάθεις σε ένα γέρικο σκύλο νέα κόλπα, έρχεται η διασκευή του Don't You Mind People Grinning in Your Face του Son House, για να «ισοφαρίσει».

 


Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα