Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2019 15:30

Soft Machine - The Harvest Albums 1975-1978 (Esoteric Recordings, 2019)

Written by 

Άλλη κλάση. Τι να λέμε, τώρα... Ειδικότερα, το Third και το Fifth θα εξακολουθούν να ακούγονται από άλλο πλανήτη εις τον αιώνα τον άπαντα. Αν θέλετε, μπορείτε να πείτε τη μουσική των Soft Machine jazz rock ή progressive rock. Μπορείτε να το κάνετε, δε θα έχετε σφάλλει καθόλου. Ποτέ, όμως, μην ξεχάσετε ότι στην ουσία οι Soft Machine υπήρξαν ένα καθαρόαιμο jazz σχήμα, αποτελούμενο από μουσικούς που ήξεραν να παίζουν αληθινά καλά. Όσο λίγοι. Είπαμε, άλλη κλάση.

Αφορμή να τους ξαναθυμηθείτε (προσωπικά δεν τους έχω αφήσει ποτέ κατά μέρος) δίνεται με την κυκλοφορία του box set The Harvest Albums 1975-1978, που θα γίνει επισήμως στις 26 Ιουλίου. Όπως είναι προφανές από τον τίτλο του, αυτό περιλαμβάνει τα τρία άλμπουμ που κυκλοφόρησε η μπάντα μέσω της εταιρείας Harvest Records από το 1975 έως το 1978. Οι συγκεκριμένοι δίσκοι, μάλιστα, είναι η καλύτερη δυνατή πρόταση για να έρθει σε επαφή με τον υπέροχα απαιτητικό ήχο τους το κοινό που δεν τους γνωρίζει. Η Esoteric Recordings είχε κυκλοφορήσει και μεμονωμένα τα τρία αυτά άλμπουμ τα έτη 2010 και 2011, αλλά τώρα τα παρουσιάζει ενιαία σε πολυτελέστερη box set μορφή.

Θα αρκούσε ίσως να πούμε ότι οι Soft Machine, που πήραν το όνομά τους από το φερώνυμο μυθιστόρημα του William S. Burroughs, σχηματίστηκαν το 1966 και υπήρξαν πρωτοπόροι της μιας και μοναδικής και αξεπέραστης και... και... και... σκηνής του Canterbury. Αρχικά είχαν υπογράψει με την επίσης θρυλική εταιρεία CBS Records, ενώ στη συνέχεια μεταπήδησαν στη θυγατρική της EMI και γνωστή για τους progressive προσανατολισμούς της Harvest Records, με την οποία κυκλοφόρησαν σε μια τριετία τα στούντιο άλμπουμ Bundles και Softs, όπως και το ζωντανά ηχογραφημένο Alive & Well: Recorded in Paris. Μαζί με τους remastered από τις original tapes αυτούς δίσκους, θα βρείτε και ένα πόστερ, κατά τα πρότυπα των κυκλοφοριών της δεκαετίας του ’70.

 

Bundles (1975)

Όταν κυκλοφόρησε το Bundles, οι τεράστιοι Robert Wyatt, Kevin Ayers, Hugh Hopper και Daevid Allen είχαν αποχωρήσει. Μόνο ο επίσης τεράστιος Mike Ratledge (keyboards) εξακολουθούσε από τα ιδρυτικά μέλη, παίζοντας μαζί με τους Karl Jenkins (όμποε, πιάνο, σαξόφωνο), John Marshall (ντραμς), Roy Babbington (μπάσο) και το νέο μέλος και εξαιρετικό κιθαρίστα Allan Holdsworth. Ο ήχος του Canterbury, λοιπόν, είναι παρών, εμπλουτισμένος με ψυχεδελικές τάσεις και σαφή ελιτίστικη avant-jazz διάθεση. Οι φίλοι της μπάντας αντιλήφθηκαν άμεσα το πόσο ευεργετική και ανανεωτική για τον ήχο της ήταν η προσθήκη του Holdsworth, που έδωσε το υπέροχο κιθαριστικό σόλο στο επικό Hazard Profile Part One, το οποίο υπάρχει στο δίσκο μαζί με τα άλλα τέσσερα μέρη του. Στην τρομερή αυτή σύνθεση ξεχωρίζουν τα απολύτως εναρμονισμένα πλήκτρα του Jenkins και τα τύμπανα του Marshall. Όπως καταλάβατε, οι φίλοι της μοδάτης και Αμερικανόφερτης fusion, μπορούν να τρίβουν τα χέρια τους. Σίγουρα, οι συνθέσεις του Bundles δε φτάνουν εκείνες του Third, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μας το θυμίζουν ευχάριστα. Ξεχωρίζει επίσης η φερώνυμη του δίσκου σύνθεση, ενώ εξαιρετικός είναι επίσης ο επίλογος του άλμπουμ, που έχει τίτλο The Floating World, που είναι μία πανέμορφη υπνωτιστική μελωδία από keyboards. Ο δίσκος ήταν, ουσιαστικά, το κύκνειο άσμα του Ratledge, αφού στο Softs είχε μόνο αποσπασματική συμμετοχή ως guest.

 

Softs (1976)

Ο Allan Holdsworth είχε εγκαταλείψει τη μπάντα ένα μήνα μετά την ολοκλήρωση του Bundles και συνεπώς δε συμμετείχε στο Softs. Η σύνθεση απαρτιζόταν από τους Karl Jenkins, John Marshall, Roy Babbington και από δύο νέα μέλη: τον κιθαρίστα John Etheridge και το σαξοφωνίστα Alan Wakeman. Η δε συμμετοχή του Mike Ratledge εξαντλήθηκε στο  up-tempo Ban-Ban Caliban και στο μελαγχολικό βαλς Song of Aeolus. Το Softs είναι λίγο πιο κοντά στο παρελθόν από ό,τι το Bundles. Ήταν λιγότερο fusion από αυτό και περισσότερο jazz rock. Έχει περισσότερα αυτοσχεδιαστικά τμήματα, αλλά λιγότερα κιθαριστικά μέρη, προς όφελος των πλήκτρων του Jenkins, ο οποίος αναδεικνυόταν σε κεντρική φυσιογνωμία της μπάντας. Η παρουσία του Wakeman «απελευθέρωσε» τον Jenkins από τα πνευστά, δίνοντάς του την ευκαιρία να σολάρει στα πλήκτρα συχνότερα, πλάι στην κιθάρα του Etheridge. Το πιο πομπώδες τραγούδι του άλμπουμ είναι το Tale of Taliesin, που δεσπόζει χάρη στην ακούραστη κιθάρα και τα ντραμς. Ακούγοντάς το, ιδιαίτερα ύστερα από τόσα χρόνια που μεσολάβησαν από την κυκλοφορία του, καταλαβαίνει κανείς γιατί μερικοί θεωρούν ότι χωρά κάπου ανάμεσα στις διαχρονικές στιγμές τους.

 

Alive & Well: Recorded in Paris (1978)

Ο τελευταίος δίσκος των Soft Machine για τη Harvest Records είναι το κλασικό live Alive & Well Recorded In Paris. Υπεύθυνος είναι ο μηχανικός ήχου Alan Perkins, που συγκέντρωσε το υλικό από τέσσερις εμφανίσεις του συγκροτήματος από τις 5 έως τις 9 Ιουλίου του 1977 στο Théâtre Le Palace του Παρισιού. Ένας μέρος του άλμπουμ έτυχε περαιτέρω επεξεργασίας στο στούντιο και συγκεκριμένα μιξαρίστηκε, ενώ επανηχογραφήθηκαν κάποια μέρη του. Μάλιστα, ειδικότερα το Soft Space ηχογραφήθηκε εξολοκλήρου στο στούντιο και κυκλοφόρησε αργότερα ως single. Το τραγούδι αυτό ήταν ένα ξάφνιασμα για τους φανατικούς φίλους της μπάντας, αφού είχε εμφανείς disco επιρροές, χαρακτηριστικά dancefloor synths και πρώιμα drum machines. Εκτός από τους αναμενόμενους Karl Jenkins, John Marshall, John Etheridge, παίζουν ακόμα ο νέος Steve Cook (μπάσο) και ο παλιός γνώριμος Ric Sanders (βιολί). Για πρώτη φορά από την εποχή του Volume One δεν υπάρχουν πνευστά, κι αυτό ήταν ένα ακόμα ξάφνιασμα. Η συνύπαρξη των Etheridge και Marshall εξακολουθούσε να παραμένει εγγύηση ποιότητας και ακουγόταν αρκετά αντάξια του ένδοξου παρελθόντος, εξαιρουμένου βέβαια του Soft Space, που κάποιοι το βρίσκουν ακόμα εντελώς «δύσπεπτο».

 

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα