Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019 15:05

Poco - The Epic Years 1972-1976 (Cherry Red Records, 2019)

Written by 

Η γνωριμία μου με τη μουσική των Poco έγινε κάπως... αργά. Μάλιστα, εκτός απ’ αυτό, το τραγούδι που έκανε τις απαραίτητες συστάσεις, το Shoot for the Moon από το άλμπουμ Ghost Town, το λες συμπαθητικό, αλλά δεν είναι με τίποτα αντιπροσωπευτικό του ήχου τους. Κι αυτό διότι η μπάντα από το Λος Άντζελες ήταν μια από τις πρώτες της δυτικής ακτής μαζί με τους συντοπίτες Flying Burrito Brothers που καθόρισαν την ταυτότητα της country rock. Πίσω στο 1968, οι Buffalo Springfield διαλύονταν και ο Richie Furay ηχογραφούσε σόλο την επηρεασμένη από την country μπαλάντα Kind Woman, με τη βοήθεια των Jim Messina και Rusty Young, βάζοντας τις βάσεις για τη δημιουργία των Poco. Αφού οι Buffalo Springfield διαλύθηκαν, τα δύο πρώην μέλη τους Neil Young και Stephen Stills συνεργάστηκαν στους πρωτοκορυφαίους Crosby Stills Nash & Young, ενώ οι συνθέτες και τραγουδιστές Richie Furay και Jim Messina επέλεξαν διαφορετική πορεία, για να μην παραμείνουν στη σκιά των παραπάνω κολοσσών.

Στις 30 Αυγούστου θα κυκλοφορήσει το The Epic Years 1972-1976, το οποίο αποτελείται από πέντε δίσκους. Τα  A Good Feelin’ to Know, Crazy Eyes, Seven, Cantamos και Live. Όπως φαίνεται και από τον τίτλο αυτού του boxed set οι επιμέρους δίσκοι που το απαρτίζουν εντάσσονται στα χρόνια που η μπάντα ηχογραφούσε για την Epic Records, χωρίς να είναι οι μοναδικοί δίσκοι που κυκλοφόρησαν γι’ αυτήν, αφού είχαν προηγηθεί τρεις ακόμα. Μετά το τέλος της παραπάνω συνεργασίας, η μπάντα υπέγραψε στην ABC Records, MCA Records, Atlantic Records και RCA Records, με τις οποίες διατήρησε την επιτυχία που ήδη γνώριζε, κατακτώντας όμως και πιο pop ακροατήρια.

Ας δούμε όμως, τι περιλαμβάνει ουσιαστικά το The Epic Years 1972-1976, αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε το συγκρότημα και γράφτηκαν οι παραπάνω δίσκοι.  Όπως είπαμε, σχηματίστηκαν το 1968 από τους Richie Furay (φωνητικά, κιθάρα), Jim Messina (κιθάρα, φωνητικά), Rusty Young (pedal steel κιθάρα, μαντολίνο, μπάντζο, φωνητικά), Randy Meisner (μπάσο, φωνητικά) και George Grantham (ντραμς, φωνητικά). Βλέποντας ότι όλα τα μέλη της μπάντας μπορούσαν να τραγουδήσουν, νομίζω πως εύκολα πάει το μυαλό κάποιου σε διφωνίες ή τριφωνίες, αλλά, ας το αφήσουμε αυτό για παρακάτω. Αρχικά ονομάστηκαν Pogo, από το φερώνυμο κόμικ, αλλά ύστερα από την αντίδραση του δημιουργού του Walt Kelly, άλλαξαν το ονομά τους σε Poco. Το ντεμπούτο τους είχε τίτλο Pickin’  Up the Pieces (Μάιος 1969). Μετά την κυκλοφορία του ο Meisner διαφώνησε με τον Furay και αποχώρησε για να γίνει λίγο αργότερα ιδρυτικό μέλος των Eagles. Ακολούθησε το φερώνυμο άλμπουμ (Μάιος 1970), ενώ το τρίτο ήταν ζωντανά ηχογραφημένο και λεγόταν Deliverin (Ιανουάριος 1971). Πριν από αυτό όμως έφυγε για τον ίδιο λόγο και ο Messina, που ήταν υπεύθυνος για την παραγωγή όλων των δίσκων τους, για να φτιάξει με τον Kenny Loggins το ντουέτο Loggins & Messina. Ο επόμενος στούντιο δίσκος λεγόταν From the Inside (Ιανουάριος 1971) και εκείνος που ακολούθησε είναι ο πρώτος του The Epic Years 1972-1976.

Το A Good Feelinto Know (Νοέμβριος 1972) έφτασε μεν στο #69 του US chart, αλλά, ουσιαστικά απογοήτευσε τα μέλη του γκρουπ, που περίμεναν ευρύτερη αναγνώριση και ταυτόχρονα πολύ μεγαλύτερη ανταπόκριση του κοινού. Πιο απογοητευμένος όμως ήταν ο Furay, επειδή δε μποορύσε να γνωρίσει με τους Poco την καταξίωση που βίωσε με τους Buffalo Springfield, όπως ο φίλος του ο Stephen Stills. Παρέμεινε όμως στη μπάντα, κυρίως λόγω συμβατικής δέσμευσής του με την Epic. Το άλμπουμ, γενικότερα, ήταν πιο δυνατό από τα προηγούμενα, με κάποιες αναφορές στο hard rock «εις βάρος» του ήδη καλά δομημένου country rock κλίματος. Σε κάμποσα τραγούδια υπάρχουν εμφανείς ομοιότητες με τους νεοσσούς ακόμα Eagles και ιδιαίτερα στα And SettlinDown και Ride the Country, όπως και, αναπόφευκτα, με τους μέντορες Buffalo Springfield, που γίνονται και πιο ρητές, όπως στην περίπτωση του διασκευασμένου Go and Say Goodbye. Επίσης, είναι απολύτως λογικό να διαπιστώσει κανείς ομοιότητες με τον ήχο του Jackson Browne και την country πλευρά της Linda Ronstadt. Ως bonus tracks υπάρχουν το εναλλακτικό remix του I Can See Everything και η single εκδοχή του A Good Feelin’ to Know. Την παραγωγή συνυπέγραψαν οι Jack Richardson και Jim Mason.

Επόμενος δίσκος ήταν το Crazy Eyes (Σεπτέμβριος 1973), στον οποίο συμμετείχαν ως guest μουσικοί ο Chris Hillman (Byrds, Flying Burrito Bros. Stephen Stills & Manassas) και τα επίσης μέλη των Manassas Paul Harris και Joe Lala. Το άλμπουμ αυτό, που ήταν το τρίτο σε πωλήσεις της μπάντας, είχε ελαφρώς πλουσιότερο ήχο και σηματοδότησε τη σταδιακή αποστασιοποίηση από τον country προσανατολισμό της. Η πιο σημαντική στιγμή του είναι το ορχηστρικό και σχεδόν δεκάλεπτο έπος του Crazy Eyes, που ανέδειξε τις μουσικές δυνατότητες στο πιάνο του φιλοξενούμενου Bob Ezrin (Alice Cooper). Είναι τόσο πομπώδες και επιβλητικό, που κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας country rock όπερας. Μη νομίστεε όμως ότι τα άλλα τραγούδια, όσο κι αν είναι υποδεέστερα, υστερούν. Ο δίσκος, κατά τη γνώμη μου, είναι ο πιο σφιχτοδεμένος τους και περιλαμβάνει μερικές από τις καλύτερες στιγμές των Poco. Παραγωγός είναι και πάλι ο Jack Richardson, που έγινε γνωστός από τις δουλειές του με τους Guess Who, Alice Cooper και Bob Seger. Εδώ τα bonus tracks είναι τρία remix των Nothin’s Still The Same, Get In The Wind και Believe Me.

Στο Seven (Απρίλιος 1974) οι εναλλαγές μεταξύ της ακουστικής country rock και του δυνατότερου rock & roll έγιναν πιο πολλές από ποτέ. Η αποχώρηση του Richie Furay, παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις κάποιων, δεν επηρέασε αισθητά τη μπάντα. Η δυνατή διάθεση απέφερε τα πολύ όμορφα DrivinWheel και Skatin, στο οποίο ο Jimi Hendrix μοιάζει να παίζει στο κολοσσιαίο Déjà Vu.  Πέρα από τις soft rock στιγμές διακρίνουμε τις jazzy πινελιές του Faith Int he Families και την αρχοντιά του Angel, που είναι αδύνατο να μη σε κάνει να σκεφτείς τον Neil Young. Άλλωστε, ο δίσκος αυτός είναι γεμάτος από αναφορές στους Crosby, Stills, Nash (κάτι λέγαμε παραπάνω για πολυφωνίες), με αρτιότερη το Krikkit's Song (Passing Through).

Το Cantamos (Νοέμβριος 1974) κυκλοφόρησε τελικά το 1976. Μερικοί, καθόλου άδικα, θεωρούν ότι αυτό είναι το άλμπουμ της «μεγάλης μεταστροφής» προς ένα πιο εστιασμένο στην ευρύτερη pop ήχο, αν και υπάρχουν κι εδώ οι γνωστές αναφορές στους CSN και Eagles, διακοπτόμενες όμως από τη Jimi Hendrix και Bad Company αισθητική του Western Waterloo. Στο δίσκο αυτόν ο Rusty Young συστήνεται ως κύριος συνθέτης, στο πλευρό του Paul Cotton. Ο τίτλος του, που στα Ισπανικά σημαίνει «Τραγουδήσαμε», προτάθηκε από τον Young, ο οποίος είχε μάθει την Ισπανική γλώσσα στο σχολείο και θέλησε έτσι να τονίσει το γεγονός ότι και τα τέσσερα μέλη της μπάντας έκαναν φωνητικά. Πέρα από αυτό, η μπάντα ζήτησε από την Epic να μπει στο εσώφυλλο μια φωτογραφία όλων των μελών να τραγουδούν, αλλά υπαναχώρησε, όταν η εταιρεία είπε πως για να γίνει αυτό θα χρεωνόταν με πέντε cents για κάθε αντίτυπο! Κάπως έτσι, τέθηκαν μετά από έξι χρόνια οι βάσεις της αποχώρησής τους από την Epic, οι υπεύθυνοι της οποίας δεν έδειχναν το απαιτούμενο ενδιαφέρον να συνεχίσουν να επενδύουν στους Poco.

Τελευταίος δίσκος του The Epic Years 1972-1976 είναι το Live (Απρίλιος 1976), που ηχογραφηθηκε ζωντανά κατά την περιοδεία προώθησης του Cantamos. Τα τραγούδια του παίχτηκαν στις 9, 28 και 29 Νοεμβρίου του 1974 στο Yale University του New Haven, στο Milwaukee Fine Arts Centre και στο Ambassador Theater του St. Louis. Στην πραγματικότητα, η μπάντα δεν είχε ενημερωθεί εγκαίρως για την κυκλοφορία αυτή, η οποία είχε λίγο - πολύ το χαρακτήρα «αντιποίνων» από πλευράς Epic, λόγω του ότι οι Poco είχαν υπογράψει στην ABC Records. Όπως είναι φυσικό, μέσα από τα τριανταοκτώ λεπτά που διαρκούν τα τραγούδια του, ξεδιπλώνεται η ικανότητα της μπάντας να παίζει μπροστά στο κοινό της, με τους κιθαρίστες Rusty Young και Paul Cotton να κυριαρχούν και το μπάσο του Timothy B. Schmit να συνοδεύει επάξια. Τα Blue Water, Ride the Country, Angel, High and Dry και A Good Feelin' to Know δίνουν με τον καλύτερο τρόπο το στίγμα της μπάντας.

Το The Epic Years 1972-1976 μας παρουσιάζει με τον καλύτερο τρόπο τη μουσική των Poco και παράλληλα το πώς ένα τμήμα της country rock διαμόρφωσε αυτό που επιτυχημένα ονομάζεται Southern California sound.

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα