Σάββατο, 20 Ιουνίου 2020 13:21

Buzzcocks - Sell You Everything (1991-2014) – (Cherry Red Records, 2020)

Written by 

Οι πρώτη punk μπάντα του Manchester δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Οι Buzzcocks ήταν εξαρχής άμεσα συνδεδεμένοι με τα πρώτα εκρηκτικά χρόνια του punk, αποτελώντας έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους πρεσβευτές του. Ακολούθως κάποιοι σκληροπυρηνικοί φίλοι του είδους ξαφνιάστηκαν από τη «μεταστροφή» της μπάντας προς το post punk ή ακόμα και το pop punk, προφανώς χωρίς να έχουν σοβαρά εντρυφήσει στο μέχρι τότε ήχο τους. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι οι λόγοι που οδήγησαν στην πρόωρη διάλυσή τους δεν είχαν να κάνουν αποκλειστικά με τη χρήση ουσιών και την αρμονική συνύπαρξη ισχυρών προσωπικοτήτων, αλλά και με την κατεύθυνση προς την οποία θα προσανατολιζόταν ο ήχος τους. Ακόμα όμως κι αυτοί οι λίγοι, δεν τόλμησαν ποτέ να παραδεχτούν ότι οι Buzzcocks έπαψαν να είναι μια πολύ καλή μπάντα.

Αν και σχηματίστηκαν το 1976, εξακολουθούν να είναι ενεργοί, παρά τον πρόωρα χαμένο πριν ενάμιση χρόνο Pete Shelley, αφού οι βάσεις που είχαν εδώ και τόσα χρόνια τεθεί αποδείχτηκαν στέρεες. Κι όλα αυτά χωρίς το μέγιστο Howard Devoto, τον οποίο ακολουθήσαμε στους εξαιρετικούς και τρομερά επιδραστικούς Magazine, όπως και στους ελιτίστικα ατμοσφαιρικούς Luxuria, που έφυγε από τη μπάντα πριν καν κυκλοφορήσει το ντεμπούτο της Another Music in a Different Kitchen.

Ο λόγος που οι Buzzcocks επανέρχονται στο προσκήνιο είναι η κυκλοφορία του οκταπλού boxed set Sell You Everything (1991-2014), μέσα από το οποίο παρουσιάζεται η δεύτερη φάση της ιστορίας τους, δηλαδή τα χρόνια μετά το 1989. Η… ατελείωτη ακρόασή του περιλαμβάνει εκατόν εξήντα τραγούδια, μερικά από τα οποία ήταν μέχρι τώρα ακυκλοφόρητα, κάποια που είχαμε συναντήσει μόνο σε βινύλια, demos και εναλλακτικές εκτελέσεις. Με άλλα λόγια, έχουμε τους δίσκους Trade Test Transmissions, All Set, Modern, Buzzcocks, Flat-Pack Philosophy και The Way, συμπεριλαμβανομένου του Demo Album (1991), τα singles που κυκλοφόρησαν σε τριάντα τρία χρόνια με τον Shelley, όπως και σπιτικές ηχογραφήσεις (για ποια DIY φιλοσοφία θα μιλούσαμε αλλιώς;) από το προσωπικό αρχείο του Steve Diggle. Το «καινούργιο» σε όλα αυτά είναι η συλλογή A Different Compilation, που αποτελείται από διαφορετικές εκδοχές τραγουδιών τους, μεταξύ των οποίων συναντάμε τα γνωστότερα Ever Fallen in Love, Orgasm Addict, Promises, Harmony In My Head και What Do I Get. Οι σημειώσεις στο κατατοπιστικό βιβλιαράκι ανήκουν στον Pat Gilbert, συντάκτη του Mojo, ενώ υπάρχει και πρόσφατη συνέντευξη του Diggle.

Στο Sell You Everything (1991-2014) έχουμε την ευκαιρία να ξαναζήσουμε και να εξερευνήσουμε σε ολόκληρο το εύρος της τη δεύτερη φάση των Buzzcocks, που είναι γνωστή σε λιγότερο κόσμο. Με την εποχή που έπαιζαν support στους Sex Pistols και τους παράλληλους με τους The Clash και The Damned βίους να αποτελούν παρελθόν, μπορούμε να διαπιστώσουμε διεξοδικά τις συγγενείς μουσικές περιοχές που επισκέφτηκαν, όντας κατά κάποιον τρόπο «απελευθερωμένοι» από την πρωτόλεια punk ταυτότητά τους. Δηλαδή, έχουμε κάτι ανάλογο αυτού που έκαναν και οι The Damned. Μάλιστα, μπορεί κάποιος εύστοχα να πει ότι συχνά προσπαθούσαν να αφομοιώσουν τις σύγχρονες και παλαιότερες τάσεις, περισσότερο της rock και λιγότερο της pop, από το Krautrock μέχρι τον ήχο του Seattle, προκειμένου να ανασυνθέσουν την έμπνευσή τους με διαρκώς φρέσκο τρόπο. Προς την κατεύθυνση αυτή σίγουρα έπαιξε ρόλο και η αντικατάσταση της αρχικής rhythm section του μπασίστα Steve Garvey και του ντράμερ John Maher, που δε φρέσκαρε μόνο τις στούντιο ηχογραφήσεις τους, αλλά και τη σκηνική τους παρουσία. Γι’ αυτό τους βλέπαμε να παίζουν με τους Nirvana ή να ηχογραφούν με τον Neill King, παραγωγό των Green Day.

Για παράδειγμα, στο Wallpaper World θυμίζουν τους Smithereens, στο Successful Street τον Beck, στο Somewhere In The World - Excerpt From 'Prison Riot Hostage' τους Husker Du, στο Back With You τον Lenny Kravitz, στο Why Compromise? τους «καλούς» Duran Duran, στο Choices τον David Bowie, ενώ το Last To Know είναι κλασικό indie rock δείγμα εποχής και το Alive Tonight στην EP Version θυμίζει τον ήχο του Manchester. Όλα αυτά, βέβαια, δε σημαίνουν ότι εγκατέλειψαν τις ρίζες τους, τις οποίες συχνά επισκέπτονταν, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση του Energy.

Η επανένωση της μπάντας έγινε δεκτή με ενθουσιασμό στις Η.Π.Α., όπου ξεκίνησαν περιοδείες, με την Ιαπωνία και την Ευρώπη να ακολουθούν. Στο μεταξύ ο ενθουσιώδης Diggle, έχοντας ήδη έντονη συνθετική δραστηριότητα με την προηγούμενη μπάντα του, τους Flag Of Convenience, άρχισε να συνεισφέρει τραγούδια στο πλευρό του πιο ορθολογιστή Shelley. Όταν έπαιξαν μαζί με τους μεσουρανούντες τότε Nirvana, ο Kurt Cobain όχι μόνο ενθουσιάστηκε από τα Sitting Round At Home και Harmony In My Head, αλλά βλέποντας τον Diggle να το κάνει σε κάθε συναυλία, έμαθε από αυτόν πώς να σπάει σωστά μια τηλεόραση, από εκείνες που υπήρχαν πάνω στη σκηνή.

Το άλμπουμ All Set είναι εν πολλοίς εμπνευσμένο από τους Green Day, με τους οποίους, τηρουμένων των αναλογιών, υπήρχαν αρκετά κοινά σημεία, ιδίως με τον ήχο της πρώτης φάσης τους. Σε αυτό συνέβαλε τα μέγιστα και ο παραγωγός του Dookie Neill King. Το φερώνυμό όμως άλμπουμ τους, που κατά τη γνώμη μου είναι το καλύτερο της δεύτερης φάσης τους, είναι και το δυνατότερο. Δεν είναι τυχαίο το ότι στην κονσόλα καθόταν και πάλι ο Tony Barber. Κι αν αυτό είναι ολόκληρο μια κατηγορία, δε μπορώ παρά απλά να ξεχωρίσω τελείως δειγματοληπτικά και τα άλλα αγαπημένα Do It, Never Gonna Give It Up και Your Love (Demo). Την εποχή εκείνη ο Graham Coxon τα έπινε συχνά μαζί τους, ως φαν της μπάντας, με τον Diggle να λέει πως το (μόνο) εξαιρετικό τραγούδι των Blur Song 2 έχει δανειστεί κάτι από το δικό τους Nothing Leftto it

Το Flat-Pack Philosophy, που άρεσε στους φίλους του συγκροτήματος, δεν είχε συνέχεια σύντομα, αφού το The Way ήρθε έντεκα χρόνια αργότερα και ήταν το τελευταίο του Shelley, που έγινε στο μεταξύ κάτοικος Εσθονίας μέχρι το θάνατό του, αποφασίζοντας να μη μετέχει τόσο ενεργά στη μπάντα. Όμως ο Diggle υποσχέθηκε να κρατήσει τους Buzzcocks «ζωντανούς», έκλεισε άμεσα συναυλία στο Royal Albert Hall, ενώ τον περασμένο Φεβρουάριο κυκλοφόρησαν το νέο single Gotta Get Better. Σε πρόσφατη συνέντευξή του, μάλιστα, αναφέρεται διεξοδικά στις παλιές καλές μέρες, χωρίς να κρύβει τις εντάσεις που κατά καιρούς υπήρξαν ακόμα και για το αν μπροστά από το όνομα της μπάντας πρέπει ή όχι να υπάρχει το “The”, καταλήγοντας όμως στο πόσο πολύτιμη δημιουργικά ήταν η συνύπαρξή τους και η φιλία τους.

 

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα