Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2020 15:34

Byzantium - Halfway Dreaming: Anthology 1969-1975 (Grapefruit, 2021)

Written by 

Όχι, δεν επέλεξα να παρουσιάσω αυτήν την κυκλοφορία όντας συγκινημένος από το όνομα της μπάντας. Ομολογώ όμως ότι βλέποντάς το, μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να τη γνωρίσω και ίσως να καταλάβω γιατί διάλεξε να ονομαστεί έτσι. Και ποια καλύτερη ευκαιρία από το πενταπλό Halfway Dreaming: Anthology 1969-1975, που περιλαμβάνει τα δύο στούντιο άλμπουμ της μπάντας Byzantium και Seasons Changing, το ζωντανά ηχογραφημένο και ένα ακόμα με live με ακυκλοφόρητες στιγμές, όπως και το σπάνιο συλλεκτικό άλμπουμ Ora του φερώνυμου συγκροτήματος, από τη σύνθεση του οποίου προέκυψαν οι Byzantium.

Οι απαρχές των Byzantium ανατρέχουν στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στο University College School του Hampstead, με τους συμμαθητές Robin Sylvester, Julian Diggle (The Faction) και Jamie Rubinstein (The Faction) να σχηματίζουν αρχικά τους Sophie και στη συνέχεια τους Ora, που άμεσα προσήλκυσαν το ενδιαφέρον του αφεντικού της Tangerine Records Don White. Κι έτσι μπήκαν μεν στα KPM Studios για να ηχογραφήσουν μόνο τα demos των Deborah και Fly, αλλά, επειδή ο White εντυπωσιάστηκε από το αποτέλεσμα, συνέχισαν με τα Whitch, About You, Venetia II και διάφορα άλλα, έχοντας ως τέταρτο μέλος τον κιθαρίστα Jon Weiss. Όταν τελείωσαν τα sessions, ο Jamie πήγε διακοπές για δεκαπέντε μέρες και επιστρέφοντας είδε ότι ήταν έτοιμο να κυκλοφορήσει άλμπουμ με το υλικό τους, αν και ο ίδιος δεν είχε ενημερωθεί, με το τραγούδι Emma’s Saga να είναι ανολοκλήρωτο! Ακολούθησαν εντάσεις, απειλές για μηνύσεις, μέχρι να επέλθει συμβιβασμός και ο δίσκος να κυκλοφορήσει, αποσπώντας μάλιστα θετικές κριτικές από τα Melody Maker και Record Mirror. Ακούγοντας κάποιος το άλμπουμ και ιδίως τα τραγούδια Fly και Emma’s Saga δε μπορεί να μη διαπιστώσει το πόσο επιδραστικά υπήρξαν στη διαμόρφωση του ήχου των Marine Girls και γενικά των δημιουργών του πολύτιμου ανεξάρτητου ήχου της Cherry Red Records.

Μετά από διάφορες διεργασίες φτάνουμε στον «επίσημο» σχηματισμό των Byzantium μετά από μια επιτυχημένη συναυλία στο The Roundhouse με αρχική σύνθεση τους Jamie Rubinstein, Nico Ramsden, Robin Lamble, Stevie Corduner και Chaz Jankel (Ian Dury and the Blockheads). Η αγαπημένη του Jamie, Beverly Baxter, ουσιαστικά ήταν κι αυτή μέλος της μπάντας, αλλά τυπικά δεν πρόλαβε να συμμετάσχει, αφού έφυγε για να παίξει στα μιούζικαλ Hair, Rock Carmen, Let My People Come και The Rocky Horror Show, αλλά και να περιοδεύσει με την Kiki Dee και τον Mick Ronson. Κι αν ο «καμμένος» από την περιπέτεια των Ora Jamie ήταν αρκετά επιφυλακτικός, το συγκρότημα το 1971 ήταν πολύ ενεργό συναυλιακά και, όπως αποδείχτηκε, έτοιμο για το ντεμπούτο του στη θρυλική A&M, αφού είχε εντυπωσιάσει τον Billy Gaff, που ήταν μάνατζερ του Rod Stewart.

Η μπάντα ζούσε γρήγορα μέρες δόξας, αφενός παίζοντας στο πλευρό των Family, Rory Gallagher, The Faces και αφετέρου μπαίνοντας στα Trident Studios με τον παραγωγό Roy Baker (Queen) για την ηχογράφηση του φερώνυμου ντεμπούτου. Οι folk, pop και jazz επιρροές είναι εμφανείς στο κατά βάση rock ύφος του ήχου τους, που έχει εμφανή αύρα από το West Coast soft rock, στοιχεία από progressive και jazz rock, αλλά και ολίγη από τη funky αίσθηση των Average White Band. Φυσικά υπάρχουν μπαλάντες, όπως το Trade Wind, αναφορές στους Crosby Stills Nash και The Byrds όπως το Come Fair One, αλλά και η επική μακροσκελής σύνθεση του Why or Maybe It’s Because. Κάποιες στιγμές, οι κιθάρες των Chaz Jankel και Nico Ramsden θύμιζαν κάπως τον ήχο των Wishbone Ash. Τα φωνητικά μοιράζονται τρεις: ο Robin έχει αναλάβει τα μισά από το οκτώ τραγούδια, ο Nico τα I Am a Stranger To My Life και Into the Country, ενώ ο Chaz το δικό του Why or Maybe It’s Because. Οι παραγωγοί του δίσκου, που κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 1972, ήταν οι Stuart Taylor και Robin Sylvester, ενώ το εξώφυλλό του σχεδίασε ο Terry Pastor, ο οποίος είχε μόλις τελειώσει τη δουλειά του στο Hunky Dory του David Bowie.

Μέχρι όμως να κυκλοφορήσει το άλμπουμ ο Nico Ramsden εγκατέλειψε τη μπάντα λόγω διαφωνιών ως προς το μουσικό ύφος της, γεγονός που σήμανε την επιστροφή του Jamie Rubinstein, ο οποίος έφερε μαζί του τον κιθαρίστα Mick Barakan. Με τη νέα σύνθεση η μπάντα άρχισε να περιοδεύει ξανά και κυκλοφόρησε το Μάϊο του 1973 το δίσκο Seasons Changing, που δεν υπολειπόταν καθόλου σε ποικιλία. Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχει μια γενικότερη αίσθηση που απαντάται στα περισσότερα τραγούδια, η οποία παραπέμπει στους America και τους Steely Dan, διατηρώντας τα δεδομένα folk, pop και jazz στοιχεία του ήχου τους. Δεν είναι όμως -και πάλι- μόνον αυτά. Για παράδειγμα το εισαγωγικό What a Coincidence που έχει hard rock καταβολές, τη μπαλάντα Show Me the Way, την country rock του October Andy που συμμετέχει ο διάσημος pedalsteel κιθαρίστας B. J. Cole, αλλά και την επική progressive rock σουίτα σε τρία μέρη του τελευταίου τραγουδιού του δίσκου Something You Said, που διαρκεί πάνω από είκοσι λεπτά και έχει ως guest star τον David Hentschel (Elton John - Goodbye Yellow Brick Road).

Μόλις κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ, έφτασε η ώρα για μια ακόμα σημαντική αποχώρηση. Ο Chaz Jankel δεν τρελαινόταν καθόλου με την όλη country μεταστροφή, ούτε τις διακριτικές αναφορές στους Grateful Dead, γι’ αυτό και έφυγε μένοντας ανενεργός για τρία περίπου χρόνια, μέχρι που εντάχθηκε στους Kilburn & The High Roads και ακολούθως στους Ian Dury and The Blockheads. Δυστυχώς όμως η μπάντα δεν ορφάνεψε μόνο από αυτόν, αλλά και από μάνατζερ και δισκογραφική εταιρεία. Οι Byzantium ως κουαρτέτο πια, αυτοχρηματοδότησαν το 1974 το ζωντανά ηχογραφημένο Live & Studio, τυπώνοντας εκατό αντίτυπα, τα οποία όμως δεν έσωσαν την καριέρα τους, αφού ούτε και οι ίδιοι φρόντισαν να τα διαθέτουν μετά τις συναυλίες τους.

Σύμφωνα με τον Jamie ο δίσκος αυτός ήταν ο καλύτερός τους, έχοντας πλέον κατασταλαγμένο ενιαίο ύφος στα μονοπάτια της Δυτικής Ακτής και ειδικότερα των The Byrds, Buffalo Springfield, Jefferson Airplane, Poco και Grateful Dead. Στις πολλές ζωντανές εμφανίσεις που ακολούθησαν, ο Robin Sylvester βοήθησε πολύ στεκόμενος πίσω από την κονσόλα μαζί με τον κολλητό του πιστό roadie Martin Westwood, του οποίου παντρεύτηκε την αδερφή! Ο πέμπτος δίσκος του Halfway Dreaming: Anthology 1969-1975 περιλαμβάνει ακυκλοφόρητες ηχογραφήσεις από τον Ιανουάριο του 1974 μέχρι τον ίδιο μήνα του 1975, που έδωσαν την τελευταία ευκαιρία στο συγκρότημα να επανακάμψει. Η πρόσκληση της Atlantic Records ήρθε, όπως και η συνακόλουθη ηχογράφηση demos, τα οποία όμως δεν ενθουσίασαν τους υπεύθυνους, με αποτέλεσμα να πέσουν τίτλοι τέλους το καλοκαίρι του 1975.

Τα μέλη της μπάντας πήραν διαφορετικούς δρόμους, με τον Robin Sylvester να εντάσσεται αρχικά στο γκρουπ της Dana Gillespie και μετά στους The Movies, ενώ τον Mick Barakan ως Shane Fontayne να παίζει πρώτα στο Woodstock με το συγκρότημα του Mick Ronson και μετά με τον Bruce Springsteen την εποχή των Human Touch και Lucky Town, αλλά και να περιοδεύει με τον Sting και τους Crosby, Stills & Nash. Ο Robin Lamble έπαιξε με τον Al Stewart από το όμορφο Time Passages και μετά, με τη Juice Newton και με τον Dewey Martin στη Buffalo Springfield Revival band. Ο Stevie Corduner εντάχθηκε στους Nasty Pop και συνεργάστηκε με τους Jon and Vangelis, Kirsty MacColl, Twist, The Associates και Nico. Τέλος, ο Jamie Rubinstein δούλεψε στη μουσική βιομηχανία και ειδικότερα στις EG Music και A&R της CBS, αλλά και ως παραγωγός των Curved Air, για να τα παρατήσει και να ασχοληθεί  προσωρινά με τη δικηγορία, αλλά σύντομα να επανακάμψει στη Virgin Music.

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα