Δευτέρα, 06 Φεβρουαρίου 2017 22:00

LABEL GAZING: 130701

Written by 

Η δισκογραφική εταιρεία 130701 ανήκει στην οικογένεια της Fat Cat, ιδρύθηκε στις 13 Ιουλίου του 2011, παίρνοντας το όνομά της από την ημερομηνία ιδρύσεώς της. Αρχικά επρόκειτο να φιλοξενήσει μόνο το ντεμπούτο των Set Fire To Flames με τίτλο Sings Reign Rebuilder, αλλά σύντομα εδραιώθηκε για να φιλοξενήσει ενδιαφέροντες δημιουργούς από όλον τον κόσμο. Μέχρι να καταξιωθεί ως εταιρεία που κατά κανόνα φιλοξενεί το λεγόμενο ως post-classical ήχο, επικεντρώθηκε (πράγμα που εξακολουθεί πέρα από κάθε ετικέτα να κάνει) σε ευαίσθητες μουσικές που αιχμαλωτίζουν τις αισθήσεις, βγαλμένες κυρίως από χρήση κλασικών οργάνων. Στις τάξεις της, μεταξύ άλλων, ανήκουν κυκλοφορίες των Max Richter, Hauschka, Dustin OHalloran, Sylvain Chauveau και Johann Johannsson. Οι προσεγμένες δουλειές της συνεχίστηκαν μέχρι το 2013, όταν άρχισε προσωρινή αναστολή εργασιών, για να επαναδραστηριοποιηθεί στα μέσα του 2016 με την κυκλοφορία της συλλογής Eleven to Fifteen και νέα ονόματα, όπως των Dmitry Evgrafov, Ian William Craig και Resina, οι δίσκοι των οποίων παρουσιάζονται παρακάτω.

 

V/A: Eleven Into Fifteen

Στις 13 του περασμένου Ιουλίου συμπληρώθηκαν δεκαπέντε χρόνια από την ίδρυση της εταιρείας 130701. Για τον εορτασμό τους κυκλοφόρησε η συλλογή Eleven Into Fifteen, στην οποία περιλαμβάνονται έντεκα συνθέσεις σημαντικών μουσικών της, τρεις από τις οποίες ανήκουν σε δημιουργούς που ντεμπουτάρησαν με τη συγκεκριμένη εταιρεία τους επόμενους μήνες της κυκλοφορίας αυτής. Οι παλιοί εκπροσωπούνται, μεταξύ άλλων, από τους Max Richter, Hauschka και Set Fire To Flames, ενώ οι νέοι από τους Ian William Craig, Olivier Alaryκαι Resina. Υπεύθυνος για τη συλλογή είναι ο David Howell, στον οποίο πιστώνεται η εντυπωσιακή ομοιομορφία της. Κι αν θεωρείτε πως είναι εύκολο να «ταιριάξουν» συνθέσεις διαφορετικών δημιουργών, μόνο και μόνο επειδή ανήκουν στο λεγόμενο post-classical χώρο, παρακαλώ να αρχίσετε να έχετε δεύτερες σκέψεις. Οι ετικέτες χρησιμεύουν μόνο για αφετηριακό προσδιορισμό μιας άγνωστης στον πιθανό ακροατή σύνθεσης. Όλα τα λοιπά, δε μπορεί παρά να προκύψουν μέσα από την ίδια την ακρόαση. Θυμηθείτε πως άρχισε και πώς εξελίχθηκε ο ήχος της ECM και θα καταλάβετε. Όσο κι αν στην 130701 το στάδιο είναι σχετικά πιο αρχικό, δεδομένης όμως της συνύπαρξης κλασικής, πειραματικής και rock μουσικής, η «ομοιομορφία» των έντεκα ακυκλοφόρητων συνθέσεων της συλλογής δεν παύει να οφείλεται στον Howell.

Καλύτερος πρόλογος από το Yangtze του Olivier Alary δε θα μπορούσε να υπάρξει. Η καθαρόαιμη κινηματογραφική του διάσταση κορυφώνεται εντυπωσιακά στις νότες του prepared-piano και των εγχόρδων του Constreaux No. 2, που υπογράφει ο Dustin OHalloran, γνωστός και από τα σάουντρακ των ταινιών Marie Antoinette και Breathe In. Τέτοια όμορφη μουσική, είμαι σίγουρος ότι θα κάνει περήφανους τον Gnac. Η μαγική αυτή ευαισθησία της φαινομενικής απλότητας των ήχων γίνεται αισθητή και στο Alethia του Γάλλου Emile Levienaise-Farrouch, στο λυρικό πιάνο του Dmitry Evgrafov όταν παίζει το Anthem, στο prepared piano του Quiet από τον Γερμανό Hauschka και στο ατμοσφαιρικό Tender Fire του Ian William Craig. Η Πολωνή Resina μας ταξιδεύει με το τσέλο της στο June και ο Sylvain Chauveau με την κιθάρα του στο NB. Σταθερή φευγάτη αξία αποτελούν η κολεκτίβα των Set Fire To Flames, η έμπνευση του Max Richter και το δωδεκάλεπτο καταληκτικό έπος του υποψήφιου για όσκαρ Jóhann Jóhannsson με τίτλο They Being Dead Yet Speaketh, που ηχογραφήθηκε ζωντανά με τη Wordless Music Orchestra, υπό τη διεύθυνση του Gudni Franzson πριν από πέντε χρόνια.


Dimitry Evgrafov – The Quiet Observation

Ο νεαρός Ρώσος πιανίστας και συνθέτης Dimitry Evgrafov σίγουρα κάνει περήφανους τους ανθρώπους της 130701. Το The Quiet Observation, που κυκλοφόρησε στις 14 του περασμένου Οκτωβρίου, είναι ένα E.P. το οποίο, σύμφωνα με το δημιουργό του, προήλθε από τα συναισθήματα που γεννιούνται όταν κάθεσαι σιωπηλός σε ένα δωμάτιο και παρατηρείς τις σκιές που εναλλάσσονται στον απέναντι τοίχο, χωρίς να μπορείς να αλλάξεις τίποτα. Σε συνέντευξή του έχει πει πως η πιο κλασική περίπτωση “quiet observer” είναι ο ουρανός. Άρχισε να κυκλοφορεί ιδιωτικά τις δουλειές του από τα δεκαεπτά του χρόνια, ενώ έκανε αρχή στην 130701 το 2015 με το Collage. Συνήθως τα πλήκτρα του Evgrafov σμίγουν με έγχορδα και ηλεκτρονικούς ήχους, γιγαντώνονται μετά τις παύσεις και βγάζουν κάθε ενδεχόμενο ίχνος ντροπής από το συναίσθημα της συγκίνησης. Ειδικότερα, στο δίσκο αυτό κυριαρχεί μεν το πιάνο, αλλά το εξαιρετικό αποτέλεσμα οφείλεται και στη διακριτική αλλά σίγουρα εμφανή συμμετοχή του εκκλησιαστικού οργάνου και του glockenspiel, που κεντρίζει όλη την προσοχή του ακροατή στο εισαγωγικό Shelter, αφήνοντας τους «αναλυτές» να ερίζουν αν το σύντομης διάρκειας μεγαλείο του πρέπει να ορίζεται ως neo-classical ή ως modern-classical. Εκκλησιαστικό όργανο επίσης ακούγεται στο επιβλητικό Lofty Sky, που ανήκει σε σάουντρακ για ταινία του Vladimir Back, όπως και το μεγαλειώδες Ptichka. Επιχειρώντας να περιγράψω μουσικά τα συναισθήματα που αυτό γεννά, μπορώ μονάχα να αναφερθώ στην ανεπανάληπτη «κλασική μουσική» που έγραφαν οι Tuxedomoon στο Musicno. 2. Με το The Painting ο Evgrafov ψάχνει να βρει τι κρύβεται πίσω από μια προφανή εικόνα, ενώ το Lovebirds το έγραψε πριν έξι χρόνια μαζί με τη γυναίκα του, παίζοντας ο ίδιος πιάνο και βιολί (χωρίς να έχει καμία σχετική γνώση) και η γυναίκα του glockenspiel. Κι αν ειλικρινά απορώ με ποια κριτήρια το Unasked Question δεν είχε καταφέρει να μπει στο Pereehali (2012), δεν παύω να ταξιδεύω ξανά και ξανά με το μοναδικής ευαισθησίας Lev, που γράφτηκε ενώ ο συνθέτης διάβαζε το Πόλεμος και Ειρήνη. Μπορεί να ακούγεται τελείως κλισέ το ότι περιμένω ανυπόμονα το μεγάλης διάρκειας δίσκο του που θα κυκλοφορήσει φέτος. Τώρα χρειάζεται να πω ότι σιχαίνομαι τα κλισέ;

HauschkaRoom To Expand

Η παλιότερη φρουρά της 130701 εκπροσωπείται με τον εξαιρετικό ορμώμενο από το Dusseldorf Γερμανό πιανίστα Volker Bertelmann, γνωστότερο ως Hauschka. Η αρχική εκδοχή του Room To Expand έλαβε χώρα το 2007, ενώ η νεότερη μορφή του, που παρουσιάζεται εδώ, κυκλοφόρησε στις 8 του περασμένου Ιουλίου. Ουσιαστικά, μπορούμε να πούμε πως έχουμε να κάνουμε με την expanded μορφή του Room to Expand! Η προσθήκη στην αρχική κυκλοφορία αφορά μία ολόκληρη πλευρά βινυλίου, στο οποίο περιλαμβάνονται συνθέσεις που ο Hauschka έγραψε την ίδια χρονική περίοδο, αλλά δε συμπεριέλαβε στην αρχική κόπια. Ο εμπνευσμένος αυτός συνθέτης αρέσκεται όσο λίγοι να πειραματίζεται με τις τεχνικές του πιάνου και ειδικότερα με τους ήχους του prepared piano. Μάλιστα, η αφοσίωσή του ήταν από την αρχή τόσο έκδηλη, ώστε ονόμασε το δίσκο που κυκλοφόρησε το 2005 The Prepared Piano. Ανέκαθεν κύρια επιδίωξή του ήταν να κάνει το πιάνο να θυμίζει διάφορα άλλα όργανα, ακόμα και κρουστά. Αποτέλεσμα της τεχνικής του, που ανέβηκε επίπεδο ιδιαιτέρως από το 2014 με το Abandoned City, είναι οι συνθέσεις να ακούγονται σαφώς πιο εμπλουτισμένες, αν και εκτελούνται κατά κανόνα από ένα μόνο όργανο. Φυσικά, υπάρχει διάχυτη η αίσθηση του «κλασικού» πιάνου, αλλά ο τελικός ήχος φτάνει στα αυτιά μας τόσο «διαφορετικός», όσο να ακούγεται ιδιαίτερος. Πότε με ρυθμικά κλικ και πότε με ήχους που προσομοιάζουν σε μπάσο, κρουστά, αλλά και πνευστά, οι συνθέσεις αποκτούν ιδιαίτερη δυναμική, η οποία δε θα μπορούσε να επιτευχθεί με συμβατικό τρόπο. Το δέκατο τέταρτο άλμπουμ του Hauschka, με τις έξι επιπλέον επιβλητικές συνθέσεις, εκτός από πρωτοτυπία έχει ενσωματωμένο ένα ευρύ φάσμα αναφορών από τον John Cage μέχρι τον Wim Mertens. Αν και είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς κάποιες συνθέσεις από ένα τόσο συμπαγές και ισάξιο άλμπουμ, προτείνω να αρχίσετε με τη μαγεία του Chicago Morning, να περάσετε στην αρχοντιά του La Dilettante και να τελειώσετε με την πειραγμένη jazz του Belgrade. Μόνο που, αν το κάνετε, δεν θα έχετε τελειώσει, αλλά μόλις θα έχετε αρχίσει.   

RESINA – Resina

Κάτω από το ψευδώνυμο Resina, που προέρχεται από τη φερώνυμη λατινική λέξη, η οποία έχει τη ρίζα της στην ελληνική ρητίνη, βρίσκεται η Πολωνή τσελίστρια Karolina Rec. Η ευαίσθητη αυτή συνθέτις και μουσικός προφανώς διάλεξε τη συγκεκριμένη καλλιτεχνική επωνυμία για να τιμήσει τις δύο μεγάλες αγάπες της: από τη μια τη φύση και από την άλλη τα έγχορδα, αφού τα τόξα τους επαλείφονται με ρητίνη. Το σόλο φερώνυμο ντεμπούτο της αποτυπώνει την περίσσεια αγάπη της στις κλασικές φόρμες και την παραδοσιακή μουσική της χώρας της, έχοντας όμως μια διαφοροποιημένη – εμπλουτισμένη συνθετική οπτική λόγω της προγενέστερης συμμετοχής της σε underground alt rock συγκροτήματα (Kings Of Caramel, Nathalie and the Loners). H Resina είναι απόφοιτος της Μουσικής Ακαδημίας του Gdansk, έχει γράψει μουσική θεατρικών παραστάσεων και έχει συμμετάσχει σε διάφορα σάουντρακ, μεταξύ των οποίων στο προταθέν για όσκαρ Rabbit la Berlin. Με πολύτιμη την κληρονομιά του Brian Eno, αλλά και την ευαισθησία του πένθους του Richard Skelton, φτιάχνει με το τσέλο της ονειρικά τοπία, που σε μεταφέρουν σε άλλους τόπους. Δεν αρκείται στην καλή γνώση του τσέλου, αλλά πειραματίζεται διαρκώς με αυτό. Μέσα δε από τη νοσταλγία για την ιδιαίτερη πατρίδα της, όπου έζησε πριν μετακομίσει στην απρόσωπη πρωτεύουσα, πλάθει με επιβλητικές συγχορδίες, αρκετό τρέμολο, looping και φυσικούς ήχους, όπως κελαηδήματα πολιών, διάφορες εικόνες της φύσης (TatryI, TatryII). Άλλοτε, όπως στο πιο ρυθμικό Flock, έρχονται στο νου εικόνες από το Koyaanisqatsi, ενώ όταν η μουσική σκοτεινιάζει (Dark Sky White WaterNightjar) νιώθεις ανάγλυφη την απόκοσμη ομορφιά της αγωνίας. Υπάρχει ακόμα μία σύνθεση που προοριζόταν για τη μουσική επένδυση της ταινίας μικρού μήκους FrogsIsland, αλλά και η αρχοντιά των Penguin Café Orchestra, που διευρύνεται από τα εκφραστικά φωνητικά της Karolina. Η παραγωγή ανήκει στον Maciej Cieslak, που γνώρισε Kings Of Caramel, ενώ το άλμπουμ ηχογραφήθηκε ζωντανά τον Οκτώβριο του 2014 και έτυχε ελάχιστης περαιτέρω επεξεργασίας.

 

Ian William Craig – Centres

Ο Καναδός Ian William Craig μπορεί να είναι καινούργιος στην 130701, αλλά έχει αρκετά χρόνια στα μουσικά δρώμενα, αφού πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε το ένατο άλμπουμ του. Όσοι τον γνωρίζουν ήδη, δε θα εκπλαγούν καθόλου από τη μουσική του Centres, αλλά θα έχουν την ευκαιρία να ακούσουν ένα ακόμα ασυνήθιστο ταξίδι στα ονειρικά τοπία του. Εκείνοι όμως που δεν είναι εξοικειωμένοι με τον ήχο του, καλό θα είναι να γνωρίζουν ότι ο Craig έλκεται ιδιαιτέρως από το αντισυμβατικό και το διαφορετικό. Μόνο που δεν αρέσκεται απλά στο να το φτιάχνει, αλλά ιδίως στο να το ανασυνθέτει. Με άλλα λόγια, δώσε του μουσική φόρμα, άφησέ τον λίγο και περίμενε να δεις τι θα βγάλει. Όχι, μη φανταστείτε ότι ανήκει στην κατηγορία εκείνη των δημιουργών που φτιάχνουν μουσική που «δεν ακούγεται». Το αντίθετο: συνθέτει με ιδιαίτερο τρόπο μουσική που έχει τη δύναμη να σε μεταφέρει μακριά. Χρησιμοποιεί αρκούντως παραλλαγμένη τη φωνή του, λατρεύει (και το δείχνει) το distortion, το static noise, τα εφέ, τους αναλογικούς ήχους, τα κασετόφωνα, τα μπομπινόφωνα, αλλά και τα synthesizers. Αν μάλιστα θέλετε, σώνει και καλά, να εντάξετε τη μουσική του σε ένα συγκεκριμένο είδος, τότε θα πρέπει να διαλέξετε (εσείς, διότι εγώ δε βρίσκω το λόγο να το κάνω) ανάμεσα στα avant-garde, experimental ambient, experimental electronic ή ακόμα και tape music. Κι αν θέλετε δημιουργούς με ανάλογες μουσικές προσεγγίσεις, κρατήστε τα ονόματα των Sean McCann και William Basinski. Τα τοπία του Centres, που ηχογραφήθηκε σε διάφορα μέρη του Vancouver, κάποιες φορές μοιάζουν χαώδη, δυστοπικά και ονειρικά, αλλά η αίσθηση καταλήγει να είναι μία. Κι αν κάθε μουσική (καταλήγει να) είναι βαθιά προσωπική, αυτή είναι αρκετά παραπάνω από το συνηθισμένο. 

 

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα