Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017 13:07

Mic check: Πίσω από το μικρόφωνο των Arch Enemy

Written by 

Το νέο άλμπουμ, 10ο κατά σειρά, των Arch Enemy βρίσκεται ήδη στις προθήκες των φυσικών και ψηφιακών καταστημάτων, ενώ η επερχόμενη live εμφάνισή τους στο Gagarin 205 την Παρασκευή 22/9 (αλλά και στη Θεσσαλονίκη την επόμενη ημέρα) αναμένεται με αγωνία από τους fans. Θα είναι η δεύτερη φορά που επισκέπτονται την Ελλάδα με την νεότερη τραγουδίστριά τους, την Alissa White-Gluz, και με αφορμή την ευρύτατη αποδοχή της από τους fans της μπάντας, σε αυτό το κείμενο θα μας απασχολήσει μέσα από μία ιστορική αναδρομή κατά πόσο οι αλλαγές στους τραγουδιστές (για την ακρίβεια, growlers) των Arch Enemy έχουν επηρεάσει το ύφος της μπάντας και τούμπαλιν.

 

Από τις τάξεις των Arch Enemy έχουν περάσει ως τώρα τρεις τραγουδιστές. O Johan Liiva έμελλε να είναι ο μοναδικός άρρεν, πράγμα οπωσδήποτε ασυνήθιστο για το μελωδικό death metal ύφος που, με παραλλαγές ανά περίοδο, κρατάει η μπάντα σχεδόν ως και σήμερα. Υπήρξε κολλητός του Michael Amott και συνιδρυτής μαζί του των death metallers Carnage το μακρινό 1988, οπότε η επιλογή τραγουδιστή για το side-project του Amott ήταν μάλλον εύκολη και άκοπη υπόθεση. Σημειώστε, αν δεν το παρατηρήσατε, πως μία από τις πιο επιτυχημένες metal μπάντες των ημερών μας ξεκίνησε ως δευτερεύον project του αρχηγού της… Άσχετο με την ιστορία μας, αλλά το ότι μετά τη διάλυση των Carnage ξεπήδησαν επίσης οι θρυλικοί Dismember, μία από τις χαρακτηριστικότερες death metal μπάντες της Σουηδίας (αν και λιγότερο δημοφιλής π.χ. από τους επίσης πρωτοπόρους Entombed) κάτι μας λέει για το επίπεδο της Σουηδικής μεταλλικής σκηνής. Επιστρέφοντας στο θέμα μας, η συνεργασία Amott και Liiva στους Arch Enemy εγκαινιάστηκε με το άλμπουμ Black Earth το 1996. Προφανώς το έξυπνο death metal τύπου Carcass είχε λείψει στον Amott, κάτι που δεν μπορεί να κρυφτεί μέσα στον «πηχτό» ήχο του Black Earth. Θυμίζουμε πως η αποχώρηση του Amott από τους Carcass το ‘93, μετά το μνημειώδες Heartwork, έφερε τη δημιουργία των Spiritual Beggars.

 

Σε συνέντευξη ελαφρώς μεταγενέστερης εποχής στο ελληνικό Metal Hammer (συνέντευξη την οποία δυστυχώς δεν εντόπισα ώστε να ανασύρω από το προσωπικό μου αρχείο), ο Michael Amott είχε δηλώσει για την παράλληλη πορεία των συγκροτημάτων του πως “οι Arch Enemy είναι το μυαλό μου, αλλά οι Spiritual Beggars είναι το πέος μου”. Επί Spice (και JB από κεκτημένη ταχύτητα) οι Spiritual Beggars ήταν πανίσχυροι στον μεταλλικό ελλαδικό χώρο και όσοι νεότεροι δεν τους εκτιμούν στεκόμενοι στην τωρινή δισκογραφική μετριότητά τους, θα έπρεπε δια νόμου να ανατρέξουν στο παρελθόν και να μελετήσουν τη δισκογραφία τους, τουλάχιστον μέχρι και το On Fire. Η δήλωση του Amott έδειχνε με μία γλαφυρή μεταφορά πως η μουσική των Arch Enemy χρησιμοποιούνταν για να βγάλει προς τα έξω τις πιο εγκεφαλικές εμπνεύσεις του, σε αντίθεση με το σκληρό rock ‘n’ roll των Beggars. Αυτό φάνηκε ακόμη περισσότερο στα επόμενα άλμπουμ των Arch Enemy με τον Liiva. Μάλιστα το 2ο άλμπουμ (Stigmata) υπήρξε σημείο δεύτερης εκκίνησης για την μπάντα. Ο ήχος τους περιείχε περισσότερα στοιχεία από το trademark α λα classic metal παίξιμο του Amott και ενσωμάτωνε περισσότερα κιθαριστικά μέρη με μελωδικά θέματα, διατηρώντας έτσι την προσωπικότητα μιας Σουηδικότατης μελωδικής death metal μπάντας. Και τα τρία άλμπουμ με τον Johan Liiva είναι εξαιρετικά και η απόδοση του ιδίου αξιομνημόνευτη και συνεχώς βελτιούμενη. Όμως η απομάκρυνση από το αμιγώς death metal στυλ φαινόταν μονόδρομος, ο οποίος δρομολογήθηκε με το άλμπουμ Burning Bridges που ακολούθησε, άλλο ένα εξαιρετικό άλμπουμ και ίσως το πληρέστερο των τριών. Σε εκείνο το σημείο μάλλον θα συνειδητοποίησε ο αγαπητός Amott πως η μπάντα του (η οποία στο μεταξύ είχε εξελιχτεί σε project πλήρους και προσοδοφόρας απασχόλησης παράλληλα με τους Beggars, με εκτεταμένη επιτυχία και στην Ιαπωνική αγορά, που στον σκληρό ήχο αποτελεί... αρχαιώθεν την Ιθάκη μίας μπάντας) χρειαζόταν μια ώθηση για να ξεπεταχτεί ακόμη περισσότερο, να καθιερωθεί στις συνειδήσεις των μεταλλάδων (και όχι μόνο, φυσικά) και, ακόμη κυριότερα, να αντέξει στο χρόνο. Η αλλαγή τραγουδιστή - του εκφραστή δηλαδή της μπάντας προς τα έξω, καθώς συν τω χρόνω απεδείχθη πως ο ίδιος ο Amott αποποιείται συνεχώς τον πρώτο ρόλο στο image της μπάντας του - ήταν επιβεβλημένη, καθώς ο Liiva, όσο καλός και φιλότιμος ήταν, δεν φαινόταν να είναι ο “star” που χρειαζόταν η μπάντα για να την οδηγήσει στο όποιο μεταλλικό πάνθεον. Η απόλυσή του μάλλον έγινε μονομερώς και όχι υπό καλές συνθήκες. Αναπόφευκτα, τα επόμενα χρόνια οι σχέσεις των δύο αντρών ήταν τεταμένες, καθώς τότε ο Liiva δεν μπορούσε να κατανοήσει τα κίνητρα του Amott πίσω από την αποπομπή του. Εν τέλει τα τσεκούρια του πολέμου θάφτηκαν με τη συμβολή του καλύτερου γιατρού, του χρόνου. Μάλιστα το 2004 ο Liiva έκανε μερικές εμφανίσεις ως guest στους Arch Enemy στο πλάι της αντικαταστάτριάς του, ενώ πολύ πιο κοντά χρονικά στην εποχή μας έπαιξε μαζί με τον Amott και την αρχική σύνθεση των Arch Enemy στους Black Earth, οι οποίοι, με την προσθήκη του μπασίστα Sharlee D’ Angelo (ο οποίος προσαρτήθηκε στους Arch Enemy από το Burning Bridges και μετά), αποτίουν φόρο τιμής στην αρχική περίοδο των Arch Enemy και τα πρώτα 3 άλμπουμ.

 

Η πρόσληψη της Angela Gossow πίσω από το μικρόφωνο στη θέση του Liiva ήταν μία πρωτοποριακή κίνηση και έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Το έτος 2000 μπορεί τώρα να μοιάζει μακρινό, αλλά ακόμη και τότε η Angela δεν ήταν φυσικά η πρώτη frontwoman στο metal, ούτε καν στις πιο σκληρές εκφάνσεις του (εδώ τα πρωτεία μάλλον τα διεκδικεί η σκληροτράχηλη Sabina Classen, η οποία ταλαιπωρούσε το λαρύγγι της στους Γερμανούς thrashers Holy Moses από το 1986). Έγινε όμως η πιο δημοφιλής, σχεδόν σε μία νύχτα. Όταν είδαμε το video clip του Ravenous, από το Wages Of Sin εκείνης της χρονιάς, ο μεταλλικός κόσμος δυσκολεύτηκε να πιστέψει πως αυτή η κάφρικη και μαγκιώρικη φωνή προερχόταν από μία γυναίκα που όσο μπόι της έλειπε, τόσο τσαγανό επιδείκνυε. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη… Από εκείνο το σημείο και μετά, η δημοτικότητα της μπάντας αυξήθηκε κατακόρυφα και δίσκο με το δίσκο οι Arch Enemy έγιναν ένα εμπορικά υπολογίσιμο όνομα. Δεν ωφελεί να κρυφτούμε πίσω από το δάκτυλό μας (το μικρό) και να μην αναγνωρίσουμε πως αυτό οφείλεται σε ένα ποσοστό στο image της frontwoman, η οποία και μόνο ως woman σε έναν συντριπτικά αντροκρατούμενο χώρο κατάφερε να στρέψει περισσότερα βλέμματα προς το μέρος της. Φυσικά δεν αρκεί το image για να γίνει μία μπάντα μεγάλη. Οφείλει να κάνει τις σωστές κινήσεις αλλά να έχει και αυτόν τον μη μετρήσιμο παράγοντα που εικονολατρικά θα καλούσαμε “άστρο”. Και η Gossow είχε αυτό το “άστρο” που ξεπερνούσε το gimmick μιας γυναικείας παρουσίας που βρυχάται τσαμπουκαλεμένα κόντρα στα τυπικά πρότυπα της “εύθραυστης” κοπέλας.

 

Παρατηρούμε βέβαια πως, αν και το ύφος δεν άλλαξε ουσιαστικά με την έλευση της ξανθομάλλας frontwoman, ο χαρακτήρας της μπάντας υπέστη ένα fine-tuning. Πιο γρήγορα σημεία εντάσσονται εμβόλιμα στα κομμάτια, μαζί τους όμως οι μελωδικές γραμμές χρησιμοποιούνται πιο εντατικά και γίνονται πιο εύληπτες, ενώ και μέσα στα κομμάτια οι “πραγματικές” ταχύτητες χαμηλώνουν, όσο κι αν οι δίκασες του Adrian Erlandsson ακούγονται σαν υπερηχητικά ποδοβολητά. Τα κομμάτια αρχίζουν να προσομοιάζουν περισσότερο σε “κανονικά τραγούδια”, μπορεί δηλαδή να ακολουθήσει ευκολότερα τη ροή τους και ένα μη πεπαιδευμένο αυτί. Οι στίχοι και η κεντρική ιδέα γύρω από την μπάντα αρχίζουν να δονούν πιο μαζικούς και πιο νεανικούς νευρώνες. Οι τίτλοι δίσκων και τραγουδιών δεν αφήνουν υπόνοιες περί του αντίθετου: Anthems Of Rebellion, We Will Rise, Nemesis, Slaves Of Yesterday, Revolution Begins, Khaos Legions κτλ. - η θεματολογία εδώ κινείται γύρω από δυστοπίες (οι οποίες υποτίθεται πως συμβαίνουν στο παρόν και όλοι ανήκουμε σε αυτές), ενάντια των οποίων μόνη διέξοδος είναι η, όποια, αντίσταση. Εδώ βρίσκουμε το βασικό σημείο τριβής με την “παλιά φρουρά” των οπαδών, οι οποίοι κατ’ ουσία δεν συγχώρησαν ποτέ την μετάβαση βήμα-βήμα σε πιο εύκολες και “μαζικές” φόρμες. Το περίεργο είναι πως, ακόμη και στο τελευταίο και δέκατο στη σειρά άλμπουμ τους, οι Arch Enemy δεν έχουν διαφοροποιηθεί τόσο δραστικά υφολογικά, αλλά οι λεπτομέρειες στη νοοτροπία των συνθέσεων είναι που κάνουν τη διαφορά για τους οπαδούς. Ο Amott πάντως δεν είναι κανένας “δεύτερος” και παρότι έπρεπε να πάρει μεγάλες και σημαντικές αποφάσεις, καθώς οι Arch Enemy αποτελούν project ζωής για εκείνον, δρα πάντα με αξιοπρέπεια και διατηρεί υψηλό επίπεδο σε όλες τις δουλειές του, ανεξάρτητα αν αρέσουν σε όλους. Σίγουρα πάντως θα αισθάνεται δικαίωση για τις επιλογές του, καθώς το κοινό της μπάντας αυξάνεται συνεχώς με κάθε νέα κυκλοφορία.

 

Όταν η Gossow αποφάσισε πως, μετά από 5 άλμπουμ και τακτικές παγκόσμιες περιοδείες, έπρεπε να προφυλάξει τη φωνή της και να ασχοληθεί περισσότερο με την οικογένειά της, ήταν σαφές πως ο Michael Amott είχε χάσει όχι μόνο ένα φωνητικό μυδραλλιοβόλο, αλλά και μία φιγούρα με της οποίας την εικόνα στην εμπροσθοφυλακή είχαν ταυτίσει πλέον οι οπαδοί την ίδια την μπάντα. Ευτυχώς για εκείνον, δεν επιφορτίστηκε ο ίδιος το βάρος της αναζήτησης νέας φωνής, τουλάχιστον “στα χαρτιά”: η Gossow συνέχισε να υπηρετεί το συγκρότημα από διαχειριστική θέση του manager και μάλιστα υπέδειξε η ίδια τη διαδοχό της! Ναι, τη διάδοχο - ξανά μια γυναικεία φωνή θα βρισκόταν πίσω από το μικρόφωνο των Arch Enemy. Η κίνηση αυτή φαινόταν να συμπλέει με τη λογική, όμως έπρεπε η διάδοχη κατάσταση να μπορεί να περπατήσει, αλλά και να τρέξει, φορώντας τα παπούτσια της προκατόχου της - να είναι ικανή frontwoman, ικανή growler και να μπορεί να επαναπροσδιοριστεί επάνω της η μουσική και η εικόνα της μπάντας. Η επιλογή της Gossow ήταν η Καναδή Alissa White-Gluz, η οποία ως τότε έσκιζε το λαρύγγι της με τους συντοπίτες της The Agonist (ιδρυτικό μέλος). Στην ανακοίνωση της αποχώρησής της, η White-Gluz ανάφερε πως ο πρώτος metal δίσκος που αγόρασε ήταν το Wages Of Sin, το οποίο συναντήσαμε και παραπάνω ως το πρώτο άλμπουμ των Arch Enemy με την Gossow. Για την πληρότητα του άρθρου, ας αναφέρουμε πως η αποχώρηση της Alissa από τους Agonist ήταν ουσιαστικά αποπομπή και είχε ήδη συμβεί πριν την ένταξή της στους Arch Enemy, ενώ τη θέση της πήρε η Ελληνίδα Vicky Psarakis, από την οποία ως τότε είχαμε ακούσει μονάχα τη μελωδική πλευρά της φωνής της.

 

Η νεότερη μορφή των Arch Enemy δεν υποστηρίζει πλέον ακριβώς το motto με το μυαλό και το... πέος - όχι απαραίτητα γιατί η μουσική έχει γίνει απλούστερη σε σχέση με τα πρώτα άλμπουμ, αλλά διότι η έμφαση δίνεται στην τεχνουργία catchy μελωδιών και ακόμη πιο κολλητικών ρεφρέν. Ειδικά όσον αφορά τον πλέον πρόσφατο δίσκο τους, Will To Power, αυτός λογικά θα ικανοποιήσει τους fans του γενικότερου μελωδικού metal, καθώς πολλές μελωδίες του θα μπορούσαν να προέρχονται από ευρωπαϊκά power metal συγκροτήματα που ήκμαζαν στα ‘90s. Ακούστε π.χ. το Dreams Of Retribution και αντικαταστήστε τα φωνητικά της Alissa White-Gluz με κάποιου καλλίφωνου μακρυμάλλη τραγουδιστή, κατά προτίμηση Σουηδού - φταίει και η καίρια και αναγνωρίσιμη συμμετοχή του έμπειρου Jens Johansson στα πλήκτρα που ταιριάζουν με το νεοκλασικό κιθαριστικό στυλ που υιοθετεί εδώ ο Amott. Βέβαια ο Amott εμφανίζεται ακόμη πιο βελτιωμένος στο παιχνίδι του arena metal και φέρεται έχει επενδύσει πολλά πάνω στο τελευταίο άλμπουμ (και εκείνος αλλά και η Century Media, η εταιρία που τον στηρίζει σχεδόν από την αρχή). Οπωσδήποτε μιλάμε για έναν δίσκο που αποπνέει φρεσκάδα και νέες ιδέες, κάτι που οφείλεται σαφέστατα και στον συγχρωτισμό του Amott με τη φωνή και την μουσική προσωπικότητα της Alissa. Μετά από ένα καλό αλλά μάλλον αμήχανο προπαρασκευαστικό άλμπουμ με την νέα τραγουδίστρια (War Eternal), η Alissa έχει βρει τα πατήματά της και πλέον είναι αναπόσπαστο κομμάτι της μπάντας σε όλα τα επίπεδα, καθώς υπογράφει και στίχους σε αρκετά κομμάτια. Ως εικόνα έχει υιοθετήσει ένα alien suit stage look που ταιριάζει με τις ημέρες της στους Agonist, αλλά και συνδέεται χαλαρά με το theme της νέας της μπάντας. Ως φωνή ακούγεται πιο καταρτισμένη από την Gossow, με αναγνωρίσιμη διαφορετική χροιά στα growls, ενώ αποδεδειγμένα κατέχει και τα καθαρά φωνητικά, με τα οποία έβγαζε το μισό ψωμί της στους Agonist και στα συναυλιακά guest με τους Kamelot. Στο τελευταίο άλμπουμ υπάρχει μάλιστα και κομμάτι (Reason To Believe) το οποίο εκμεταλλεύεται αυτήν της την ικανότητα - μία σκληρή “μπαλάντα” που έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις μεταξύ των fans, καθώς μερικοί διαβλέπουν πως το μοτίβο της θα χρησιμοποιηθεί περισσότερο στο μέλλον, κάτι που δεν θα αρέσει στην πιο σκληροπυρηνική μερίδα των οπαδών (εάν υπάρχει αυτή, αλλά και να μην υπάρχει, είναι γνωστή η πολλές φορές ξεροκέφαλη στάση της metal σκηνής απέναντι στις δραστικές αλλαγές). Θα έλεγε κανείς πως το συγκεκριμένο κομμάτι γράφτηκε υποσυνείδητα ως εργαλείο σφυγμομέτρησης για μελλοντική χρήση. Σημασία έχει πως η Alissa έχει τη δυνατότητα - ως μονάδα αλλά και ως θεμέλιος λίθος πάνω στην οποία μπορούν να χτιστούν πιο πολυσχιδείς συνθέσεις - να ανεβάσει ένα ακόμη επίπεδο το συγκρότημα, αν όχι καλλιτεχνικά (αυτό βρίσκεται πάντα προς συζήτηση), σίγουρα στο επίπεδο της αποδοχής από μία ολοένα αυξανόμενη fanbase. (Διακαή πόθο για το μέλλον αποτελεί επίσης η συμμετοχή του κιθαρίστα Jeff Loomis - πρώην Nevermore - στη συνθετική διαδικασία, διότι ως τώρα ο Amott τον έχει αξιοποιήσει μόνο στο εκτελεστικό κομμάτι - σαν να αγοράζεις έναν πανίσχυρο υπολογιστή για να παίζεις Ναρκαλιευτή... - αλλά αυτό είναι μία κουβέντα εκτός θέματος στο συγκεκριμένο κείμενο).

Το επιμύθιο της ιστορίας των Arch Enemy σε σχέση με τους εκάστοτε τραγουδιστές θα πρέπει να έχει γίνει ήδη παραπάνω από προφανές. Με κάθε νέα επιλογή, στόχος είναι η μπάντα να ξεπεράσει το προηγούμενο επίπεδο. Με δεδομένες τις συνθετικές δυνατότητες και την προσαρμοστικότητα, όπως φαίνεται, του αρχηγού Michael Amott και των συν αυτώ, η επιλογή της κατάλληλης φωνής πάνω στην οποία θα θεμελιώνεται το συνθετικό οικοδόμημα των κομματιών γίνεται εκ του αποτελέσματος με επιτυχία. Αν τώρα αυτό σας φέρνει περισσότερο σε επιχειρησιακό μοντέλο παρά σε μουσική/καλλιτεχνική επιλογή, δεν θα σας αδικήσει κανείς και πάντα θα τίθεται ως θέμα συζήτησης και διαφωνίας ανάμεσα στους οπαδούς, ειδικά σε αυτούς διαφορετικών γενεών. Όπως όμως γράψαμε και παραπάνω, ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των γούστων του κάθε ακροατή ξεχωριστά, πράγμα αδύνατον έτσι κι αλλιώς μιας και οι προσδοκίες του καθενός ενδεχομένως διαφέρουν από το σκεπτικό και την εκάστοτε κατάσταση του συγκροτήματος, πρέπει να δεχτούμε πως κάθε άλμπουμ της μπάντας είναι μελετημένο και πρόχειρες δουλειές δεν τους χαρακτηρίζουν σε καμία περίπτωση. Κάθε τραγουδιστής/τραγουδίστρια έχει φέρει το συγκρότημα τον δικό του/της αέρα και με την αύρα αυτή οι Arch Enemy καθιερώνονται με σταθερά βήματα στα μεγαλύτερα και εμπορικότερα metal σχήματα της εποχής.

Μιχάλης Κουρής

 

 

Για τον Μιχάλη Κουρή καλύτερα από οποιονδήποτε μιλάνε τα σημειώματα στο ψυγείο του: "Δεν πεινάω δεν πεινάω" "Να έρχεσαι κάθε πέντε λεπτά να με βλέπεις" "Μην πίνεις άλλο" "Δεν μπορείς να πας σε όλα τα live". Ακούει τα πάντα και δεν εννοεί "ακούω ραδιόφωνο" - στον ελεύθερό του χρόνο είναι αφουγκραστής των συμπαθών ζώων σε ζωολογικό κήπο του εξωτερικού που εύλογα επιθυμεί να παραμείνει μυστικός.

Website: www.soundgaze.gr
Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα