Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018 21:00

Αφιέρωμα Camel: Album by Album

Written by 

Λένε πως η πρώτη αγάπη είναι η μόνη παντοτινή. Θυμάμαι πως είχα πάει στο δισκάδικο (έτσι λέγονταν τότε) Dacapo, στη στοά Κοραή, για να αγοράσω το “Oxygen” του Jean-Michel Jarre. Δε λέω, στενοχωρήθηκα που δεν το βρήκα (για την ιστορία, το αγόρασα λίγες μέρες αργότερα), αλλά έκανα την καρδιά μου πέτρα και αποφάσισα να ψάξω τα βινύλια, ξοδεύοντας έτσι τα επόμενα σαράντα λεπτά μέχρι την αναχώρηση του επόμενου λεωφορείου «Σχολεία Χολαργού». Κάπως έτσι έπεσα πάνω στο “The Snow Goose” κάποιων Camel. Δεν κατάλαβα γιατί το αγόρασα, αφού δεν τους ήξερα καν. Δεν ήμουν, επίσης, σε θέση να καταλάβω ότι η μουσική ζωή μου μόλις είχε πάρει το δρόμο της. Λένε πως η πρώτη αγάπη είναι η μόνη παντοτινή. Μάλλον έτσι είναι. Όσο κι αν η κάπως καθυστερημένη γνωριμία μου με το “Selling England by the Pound”, πήγε (δηλαδή, πάει ακόμα) να κλονίσει την παθιασμένη αυτή σχέση.   

Κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα, με τα χρόνια που έχουν περάσει να βρίσκουν εκπληρωμένο κάθε όνειρο που είχα για τους Camel. Εκτός από εκείνο που ήθελε να τους δω να παίζουν ζωντανά, έχοντας τον Peter Bardens στη σύνθεσή τους. Κι έτσι πιάνω το πληκτρολόγιο για να ξαναμιλήσω για το συγκρότημα που έφτιαξε το σάουντρακ της ζωής μου (ω, ρε φίλε: μήπως βγαίνει κάπως Celine Dion αυτό;). Βέβαια, τα έχω πει κι άλλες φορές, αλλά δε με βλέπω να κουράζομαι ακόμα. Μόνο που, εδώ που τα λέμε, θα προτιμούσα αντί για το εισαγωγικό αυτό κείμενο να βάλω απλά… τρεις τελείες. Για να νιώθω πως, έστω και μια φορά, τα έχω πει όλα.

Πώς όμως να τα πω όλα για τη μπάντα που κατεξοχήν μου γνώρισε σχεδόν όλα τα είδη της ηλεκτρικής μουσικής; Μια από τις ελάχιστες που είχε στη σύνθεσή της μόνο καλά παιδιά, που δε μπήκαν ποτέ σε καμία διαδικασία να το παίξουν μάγκες ή misfits. Που δε δημιούργησε κανένα σκάνδαλο και δεν προέβαλε κανενός είδους «έκλυτο βίο», προκειμένου να κρύψει τη συνθετική της αδυναμία; Που δεν προσχώρησε σε οποιαδήποτε μουσική ή εξωμουσική κάστα για να έχει εξασφαλισμένη επιτυχία; Που είχε ένα μοναδικό τρόπο να μιλά στην καρδιά;

Αυτή τη φορά επέλεξα, με μια μόνη εξαίρεση, να μιλήσω με λίγα λόγια μόνο για τους ηχογραφημένους σε στούντιο δίσκους τους. Αν συνεχίσετε να διαβάζετε παρακάτω, παρακαλώ μην το κάνετε χωρίς να βάλετε την κατάλληλη μουσική υπόκρουση. Όποιος δεν ξέρει ποια, να έρθει αύριο με το μουσικό κηδεμόνα του, έχοντας γράψει εκατό φορές τη φράση «Paul Gallico, τι κατάλαβες που μας απείλησες με αγωγή; Ό,τι κι αν πεις, χάρη σου κάναμε».

Οι Camel αρχικά ήταν οι Peter Bardens, Andrew Latimer, Doug Ferguson και Andy Ward. Ακολούθως στις τάξεις τους εντάχθηκαν αρκετοί μουσικοί, μεταξύ των οποίων οι Colin Bass, Richard και Dave Sinclair και Mel Collins. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Γραμμένη αποκλειστικά και μόνο με νότες. Κομματάκι σπάνιο, δε συμφωνείτε; 

 

Camel
(Δεκέμβριος 1973, MCA)

Το φερώνυμο ντεμπούτο τους βρίσκεται στην καρδιά κάθε φίλου της jazz rock, με την εγκεφαλικά «ακατέργαστη» αισθητική του και τις αναφορές στην κληρονομιά του ήχου του Canterbury και ειδικότερα των Caravan. Παρά την άχρωμη παραγωγή του Dave Williams, είναι όντως άξιο απορίας το πώς ο δίσκος αυτός έφτασε να ακούγεται τόσο ξεχωριστός. Βέβαια, με τέτοια δυναμική συνθέσεων, δεν γίνεται να κρυφτούν πολλά.  Στην κυκλοφορία αυτή γνωρίσαμε την κιθαριστική δεινότητα του Latimer, τα μαγικά πλήκτρα του Bardens που γεφύρωναν αβίαστα τη jazz, τη rock και τα blues, τα τύμπανα του Ward που συχνά παρατούσαν τη rhythm section για να ανοίξουν νέα μονοπάτια και το περίφημο αυτοδίδακτο μπάσο του Ferguson που ξεχείλιζε συναίσθημα. Κάθε τραγούδι είχε ενσωματωμένα τουλάχιστον άλλα τρία, αποτελώντας μια μικρή ανθολογία ήχων που δεν τους χόρταινες ποτέ. Τα φωνητικά, που κάποιοι έσπευσαν να κατακρίνουν ως υποτονικά, στο συγκεκριμένο δίσκο έδωσαν μια νότα μυστηρίου που λειτούργησε θετικά. Εδώ υπάρχει το δεύτερο λατρεμένο των απανταχού οπαδών “Never Let Go”, μαζί με το επικό “Slow Yourself Down”, το ονειρικό “Mystic Queen” και διάφορες άλλες σπουδές στη jazz.

 

Greasy Truckers: Live At Dingwall's Dance Hall
(Μάρτιος 1974, Greasy Truckers Records)

Αυτή είναι η μόνη κατ’ εξαίρεση αναφορά σε μη στούντιο άλμπουμ, το οποίο δεν ανήκει καν στη δισκογραφία της μπάντας! Η ως επί το πλείστον ζωντανή αυτή ηχογράφηση έγινε στο Dingwall's Dance Hall του Camden Lock στις 8 Οκτωβρίου του 1973, με τη συμμετοχή των Camel, Gong, Henry Cow και Global Village Trucking Co. Το «ως επί το πλείστον» αναφέρεται στους Henry Cow, που έφτασαν με καθυστέρηση λόγω... μποτιλιαρίσματος και δεν είχαν πολύ χρόνο στη διάθεσή τους για να παίξουν, οπότε συμμετέχουν στο δίσκο με στούντιο ηχογράφηση, η οποία κατά πάσα πιθανότητα έγινε στις 4/11/1973. Η δε συμμετοχή των Gong, παρατηρούμε ότι είναι μεν ηχογραφημένη ζωντανά, αλλά έχει υποστεί μεταγενέστερη στούντιο επεξεργασία, που δεν περνά απαρατήρητη. Το "God of Light Revisited, Parts One, Two And Three" των Camel, που καλύπτει ολόκληρη την πρώτη πλευρά του διπλού αυτού δίσκου, γράφτηκε από τον Bardens (δεν θα το ‘λεγες καθόλου τυχαίο) και υπήρχε ήδη ως «Homage to the God Of Light” στο προσωπικό του ντεμπούτο. Η σύνθεση αυτή χαρακτηρίζεται από τα μακρόσυρτα blues riffs, που στη συνέχεια καταξίωσαν το εκφραστικό παίξιμο του Latimer. Οι αχνές ομιλίες των παρευρισκομένων δεν είναι σίγουρα το καλύτερο που θα μπορούσε να περιμένει κανείς, αλλά... εκεί θα κολλήσουμε τώρα; Απλά κλασικό και σίγουρα απαραίτητο για κάθε φίλο τους.

 

 

Mirage
(Μάρτιος 1974, Gama / Dera)

Το πέρασμα από το jazz rock στο hard rock έγινε με κορυφαίο, όσο και αναπάντεχο τρόπο. Τουλάχιστον έτσι νομίζαμε τότε. Διότι μετά από τις πρώτες δεκάδες ακροάσεις ανακάλυπτες με δέος ότι, ναι μεν το άλμπουμ είχε σαφώς πολλές σκληρές στιγμές, αλλά τελικά ήταν ένας τεράστιος jazz δίσκος, που αποκαλύπτεται πλήρως μόνο στους έχοντες σχετική γνώση. Η κιθάρα του Latimer κλαίει και βρυχάται ταυτόχρονα, η rhythm section είναι πομπώδης και συνάμα λυρική, ενώ τα πλήκτρα βγαίνουν πιο ροκάδικα, παρά τις επιρροές από τις μουσικές της ανατολής. Το έπος του "Lady Fantasy", που δε θα χάσει ποτέ την πρωτιά στις προτιμήσεις των φίλων της μπάντας, είχε μόλις γεννηθεί για να κλέψει τις καρδιές μας: “Well, listen very carefully, my words are about to unfold…”. Σε ακούμε Andy, σε ακούμε καθαρά. Ο David Hitchcock κατόρθωσε να βγάλει από τους τέσσερις μουσικούς το μέγιστο των δυνατοτήτων τους και έβαλε τη δική του ανεξίτηλη πινελιά σε μια κυκλοφορία που έμελλε να επαναδιατυπώσει τα όρια της αρμονικής συνύπαρξης της jazz, της hard και της slow μουσικής. Τα "Freefall" και "Supertwister" έδειξαν έναν ασφαλή τρόπο για να ανεβαίνει η αδρεναλίνη παρέα με το συναισθηματισμό στα ύψη, ενώ το "Nimrodel" περιέγραψε γλαφυρά μια υποδοχή ηρώων που ούτε και οι ίδιοι μπορούσαν να φανταστούν ότι θα ζούσαν σε δεκατέσσερις μήνες.

 

The Snow Goose
(Μάιος 1975, Gama / Decca)

Αν ξεκινήσω λέγοντας ότι αυτός είναι ο καλύτερος δίσκος στην ιστορία της μουσικής, το μόνο που θα πετύχω είναι να ξυπνήσω το κοιμισμένο μπινελίκι μέσα σας. Θα είχα όμως πει αρκετά; Όχι, βέβαια. Γι’ αυτό θα συνέχιζα λέγοντας ότι δεν πρέπει να τον ακούσετε με τίποτα. Ακόμα κι εσείς που κάποτε το είχατε κάνει. Γιατί; Απλά διότι τέτοιοι δίσκοι είναι πολύ επικίνδυνοι. Ιδιαίτερα σήμερα. Ξέρετε, αν τους το επιτρέψεις, μπορούν να τρυπώσουν στην καρδιά σου και τότε η μουσική δε θα είναι ποτέ η ίδια. Μόνο που πρέπει να τους ακούσεις όπως τους αξίζει. Δηλαδή, αφού νιώσεις το άρωμα του βινυλίου και αφού προσηλώσεις το βλέμμα σου στο εξώφυλλο. χωρίς να κάνεις τίποτε άλλο. Με το “The Snow Goose” (αρνούμαι να το πω “Music Inspired by the Snow Goose” συμμορφούμενος στο εξώδικο του Paul Gallico) οι Camel δεν άγγιξαν μόνο τις υψηλές θέσεις των chart (αυτή την εποχή συνέβαιναν και τέτοια!), αλλά κυρίως τις ψυχές του κόσμου. Τούτη τη φορά το μαγικό χέρι του David Hitchcock τόλμησε -και πέτυχε- να φέρει στο ίδιο επίπεδο τον κλασικό με τον ηλεκτρικό ήχο. Το μεγαλείο του είναι τόσο, που σου φέρνει αμηχανία! Οι συνθέσεις σε κλειδώνουν χωρίς να το καταλάβεις σε ένα υγρό και σκοτεινό δωμάτιο, όπου, θέλεις δε θέλεις, θα έρθεις αντιμέτωπος με τα μύχια του εαυτού σου. Νιώθεις να ασφυκτιάς κάτω από το νερό και μια στιγμή πριν το τέλος γραπώνεσαι από τις φυσαλίδες και βρίσκεσαι στα φτερά της χήνας ψηλά στον ουρανό, αφήνοντας πίσω σου στιγμές που έζησες ή θα ‘θελες να είχες ζήσει. Διαχρονικά «επικίνδυνο» αριστούργημα.

 

 Moonmadness
(Απρίλιος 1976, Decca)

Με το “Moonmadness” η jazz ανακτά τον πρωταρχικό της ρόλο, μέσα από τραγούδια διαφορετικού στυλ, που εκφράζουν τις προσωπικές προτιμήσεις των μελών του γκρουπ. Είναι σημαντικό όμως να γνωρίζει κάποιος ότι η αρτιότητα και η δυναμική των συνθέσεων είναι τέτοια, που οι μη έχοντες γνώσεις jazz είναι δυνατό να μην αντιληφθούν καν ότι υπάρχει. Ο Bardens με το moog του εκστασιάζεται στο πολυδιάστατο "Chord Change", ο Latimer διδάσκει τι σημαίνει αέρινος ήχος στο φλάουτο και την κιθάρα με το κολοσσιαίο "Song Within a Song" (κυριολεκτικά, ένα τραγούδι με πολλές μουσικές) και το αναγωγικό "Air Born", ο Ward χορεύει ολόκληρος στο "Lunar Sea" και ο Ferguson ξεχειλώνει το μπάσο, όπως μόνο αυτός ξέρει, στο "Another Night". Η συμπαραγωγή των ίδιων με τον Rhett Davies είναι καταπληκτική, αφού εκτός των άλλων επιτυγχάνει να βγάλει προς τα έξω ένα σχεδόν ενιαίο ύφος σε αρκετά «ετερόκλητες» συνθέσεις. Ύστερα από αυτά δεν αποτέλεσε έκπληξη το ότι με το "Moonmadness" γνώρισαν τη μεγαλύτερη εμπορική τους επιτυχία, αφού σκαρφάλωσαν μέχρι το Νο 15 του Βρετανικού καταλόγου επιτυχιών.

 

Rain Dances
(Σεπτέμβριος 1977, Decca)

Το "Rain Dances" δεν έφτασε μέχρι το Νο 20 του Βρετανικού καταλόγου επιτυχιών αναπαυόμενο επάνω στις δάφνες των προηγούμενων δίσκων, αλλά επειδή συνδύαζε μοναδικά το εύληπτο (με ό,τι αυτό μπορούσε να σημαίνει την πιο arty εποχή της μουσικής) με το ποιοτικό. Κι εδώ η ποιότητα παραμένει σε υψηλότατα επίπεδα, ενώ το κλίμα είναι σαφώς πιο ευφορικό, από ό,τι στα προηγούμενα άλμπουμ. Το "Uneven Song" έχει μουσικές ιδέες που έφταναν για να γεμίσουν ολόκληρη πλευρά δίσκου, το αισιόδοξο "First Light" απογειώνει τις αισθήσεις με το σαξόφωνο του κορυφαίου Mel Collins, ενώ το μυθικό "Tell Me" ευθύνεται για το πάθος που έχουν κάποιοι εδώ πέρα με το μπάσο. Τα φωνητικά του Richard Sinclair, με την καθαρόαιμη βρετανική προφορά, ακούγονται πολύτιμα, φέρνοντας στο νου τις ένδοξες μέρες των Caravan, ενώ οι jazz εμμονές του γκρουπ εκφράζονται ελεύθερα στο "One of These Days I'll Get an Early Night". Τα δε “Elke”, “Skylines” και "Rain Dances" που κλείνουν το δίσκο, ντύνουν με τον ιδανικότερο τρόπο τα συναισθήματα που αναβλύζουν μέσα από ένα από τα πιο όμορφα εξώφυλλα της εποχής.

 

Breathless
(Σεπτέμβριος 1978, Decca)

Ο δίσκος αυτός είναι ο πιο παρεξηγημένος της μπάντας. Με τόσο βαριά κληρονομιά πίσω του, αλλά και υπό την πίεση για εμπορική επιτυχία, πέτυχε μεν να αντεπεξέλθει στις προσδοκίες της εταιρείας, αφού έφτασε στο Νο 26, αλλά ταυτόχρονα πίκρανε τους φίλους τους που αγαπούσαν την σκληρή πλευρά τους και τις πολυεπίπεδες συνθέσεις.  Με άλλα λόγια, το “Breathless” έκοψε την ανάσα πολλών φίλων τους, με την εμφανέστατη pop μεταστροφή του, παρά τις καθόλου ευκαταφρόνητες jazz πινελιές του. Τα χρόνια που πέρασαν αποκατέστησαν αρκετά την εικόνα του στους αντικειμενικούς κριτές, αποδεικνύοντας πως στην εποχή του αδικήθηκε. Φανταστείτε κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη στους φίλους των Pink Floyd, όταν κυκλοφόρησε το «επάρατο» "The Wall". Βέβαια, συνθέσεις όπως η φερώνυμη του δίσκου και το "Summer Lightning", που έχει το μακροσκελέστερο κορυφαίο κιθαριστικό σόλο (μετά του "Lady Fantasy" και του "Ice"), ακούγονται αληθινά διαχρονικές. Το γκρουπ είχε πάρει παράταση ζωής, αλλά η αποχώρηση των Bardens και Sinclair δυσκόλευε πολύ το να ξαναζήσει τις ένδοξες μέρες του παρελθόντος.

 

I Can See Your House From Here
(Σεπτέμβριος 1979, Decca)


Με τους Colin Bass και Kit Watkins να εντάσσονται στη μπάντα, ήταν αναμενόμενο να συνεχιστεί η απόπειρα για ευρύτερη απήχηση. Παρακαλώ, όμως, μη ξεχνάτε ότι βρισκόμαστε πίσω στο 1979, δηλαδή τότε που πολλά θεωρούμενα ως «εύληπτα» τραγούδια, σήμερα άνετα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως art pop ή rock! Για του λόγου το αληθές, χάρη στα όχι και τόσο ποιοτικά "Your Love Is Stranger Than Mine", "Neon Magic" και "Wait", ο δίσκος έφτασε στο Νο 45 του Βρετανικού καταλόγου επιτυχιών.  Αυτό όμως δε σημαίνει ότι οι πιο hardcore φίλοι τους δεν είχαν λόγους για να χαρούν. Δύο από αυτούς ήταν το υπερευαίσθητο συγκλονιστικό "Survival", που θα χωρούσε άνετα στο “The Snow Goose” και το μακράν κορυφαίο του δίσκου κιθαριστικό έπος "Ice". Η έμπνευση του Latimer παρέμενε ζωντανή για μεγάλα πράγματα, αν και έμοιαζε πρόσκαιρα εγκλωβισμένη σε ένα επιβεβλημένο από την εταιρεία αδιέξοδο. Όμως το ταλέντο δε μπορεί να γνωρίζει αληθινά αδιέξοδα και πάντα βρίσκει τρόπο να έρχεται στην επιφάνεια.

 

 

Nude
(Ιανουάριος 1981, Decca)

Στο πρόσωπο του Duncan Mackay ο Latimer βρήκε την αφορμή για να επιστρέψει στα concept άλμπουμ και στη μουσική που δεν κάνει συμβιβασμούς. Στο δίσκο αυτόν «πρωταγωνιστεί» ο ξεχασμένος σε ακατοίκητο νησί Ιάπωνας στρατιώτης Hiroo Onoda (Nude), που αγνοούσε το τέλος του πολέμου και όταν το πληροφορήθηκε δε θέλησε να επιστρέψει στην πατρίδα του, αρνούμενος να ζήσει στον «πολιτισμό». Οι στίχοι ανήκουν στη μετέπειτα σύζυγο του Latimer, Susan Hoover, ενώ εδώ συμμετέχει για τελευταία φορά ο Andy Ward. Τα φωνητικά ανέλαβαν κύριο ρόλο και ο ήχος έγινε ξανά πιο ατμοσφαιρικός, αν και συχνά αυτοπεριοριζόταν σε κάποιους δισταγμούς, προετοιμάζοντας όμως τον ακροατή για τις εξάρσεις, που σίγουρα αποδεικνύονταν καταλυτικές. Τέτοιες είναι κατεξοχήν τα "Captured" και "Drafted", που φέρνουν πίσω την αίγλη του ένδοξου παρελθόντος. Ο δρόμος της μικρής παρένθεσης έμοιαζε να φτάνει στο τέλος του, με το «νέο» σχήμα να αναζητά τον ήχο εκείνον, που το εκφράζει καλύτερα.

 

 

The Single Factor
(Μάιος 1982, Decca)

Το άλμπουμ αυτό είναι κατά κάποιον τρόπο «άνισο», δεδομένου ότι όλα τα τραγούδια του δεν είναι της ίδιας δυναμικής. Πάνω απ’ όλα, ξεχωρίζει η δουλειά των Latimer, Clark και Bendall στην παραγωγή, που «έσωσε» την παρτίδα, εν μέσω ασφυκτικών πιέσεων της Decca για επιτυχία στο ευρύ κοινό. Διακρίνουμε μια «οπισθοχώρηση» προς τα μονοπάτια του "I Can See Your House From Here", με την επιστράτευση μελών των Alan Parsons Project και του Anthony Phillips (Genesis). Ο Latimer τραγούδησε στο "Camelogue" την απολογία του προς τους νοσταλγούς του παρελθόντος, σχετικά με τους λόγους που οδήγησαν τα λοιπά ιδρυτικά μέλη των Camel στην αποχώρηση, για την οποία αυτός θεωρούνταν υπεύθυνος. Η επιστροφή του μέγιστου Bardens στο "Sasquatch" έδωσε τροφή για σενάρια μόνιμης επιστροφής του, τα οποία, δυστυχώς, δεν επαληθεύτηκαν ποτέ. Κι ενώ περίμενε κανείς να μη χρηματοδοτήσει ξανά δίσκο τους η Decca, ήρθε ο επόμενος, που έφερε τις καρδιές μας στη θέση τους. 

 

 Stationary Traveller
(Μάρτιος 1984, Decca)

Εδώ κι αν μιλάμε για καθαρό ήχο. Το "Stationary Traveller" απολαμβάνεις να το ακούς. Θεματολογία των στίχων του αποτέλεσε το τείχος του Βερολίνου και ειδικότερα οι δίκες των ανατολικογερμανών, που επιχείρησαν, χωρίς αποτέλεσμα, να περάσουν στο δυτικό κομμάτι της χώρας. Ο concept αυτός δίσκος με το πανέμορφο εξώφυλλο, έμελλε να κλείσει το πρώτο μέρος της πορείας τους. Τα τραγούδια είναι σφιχτοδεμένα, πολύχρωμα και απίστευτα συγκινητικά, ενώ έχουν φρέσκιες ιδέες και ένα αίσθημα αρμονίας, που είχαμε να νιώσουμε από την εποχή του "Rain Dances". Με συνθέσεις του επιπέδου των "Fingertips", "Stationary Traveller", "Missing" και "After Words" οι προσδοκίες πλέον δικαιολογημένα παρέπεμπαν στον Κάρολο Ντίκενς, χωρίς κανείς να μπορούσε να φανταστεί ότι θα χρειαζόταν να περάσουν επτά χρόνια μέχρι τη μεγάλη επιστροφή.

 

Dust And Dreams
(Σεπτέμβριος 1991, Camel Productions)

Το αποτέλεσμα ήταν απίστευτα ικανοποιητικό, παρά την πολύχρονη απραξία. Τι κι αν ο Latimer παρέμενε ο τελευταίος των Μοϊκανών; Βρήκε και πάλι την ευκαιρία να αποδείξει την αληθινή διάσταση της προσφοράς του στο συγκρότημα, αλλά και τον βαρύνοντα λόγο του στη μουσική εκείνης της εποχής. Ο δίσκος, που κυκλοφόρησε από την Camel Productions, έχει και πάλι concept χαρακτήρα, όντας εμπνευσμένος από το μυθιστόρημα "Grapes Of Wrath" του John Steinbeck. Οι παλιόφιλοι Ton Scherpenzeel, Paul Burgess και Colin Bass που συμμετέχουν, δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό σχεδιάζοντας με νότες το ταξίδι στην Αμερική, τους γκρίζους ουρανούς που ακολουθούν τη μακριά πορεία, την αχανή ερημιά, τη μοναξιά και την αγάπη. Το τελικό αποτέλεσμα σε φέρνει και πάλι στα γνώριμα έντονα συναισθηματικά τοπία, ξυπνώντας σου τη ναρκωμένη ανάμνηση της συμμετοχής στη μουσική με όλες τις αισθήσεις. Τραγούδια όπως τα “Go West” και “Mother Road” μας θυμίζουν και πάλι ότι ο Latimer είναι απλά κορυφαίος.

 

Harbour Of Tears
(Ιανουάριος 1996, Camel Productions)

Η αναζήτηση της ταυτότητας των προγόνων του Latimer τον οδήγησε να γράψει αυτό το Ιρλανδικό έπος, αποτίοντας φόρο τιμής στις γενιές που εναπέθεσαν τις ελπίδες τους στη μετανάστευση. Οι Bass, Simmons, Paton και Xepoleas έχουν προσχωρήσει πλήρως στο κλίμα και ακούγονται αρκετά «δεμένοι». Το folk ηχητικό πεδίο ήταν πρωτόγνωρο σε τέτοια έκταση για τους Camel και η πρόκληση μεγάλη. Το τελικό αποτέλεσμα είναι επιβλητικό, ατμοσφαιρικό και αναδύει μια περίεργη αίσθηση που δεν είναι δυνατό να συνοδευτεί από μετριοπαθείς αντιδράσεις. Δεν είναι λίγοι αυτοί που το θεωρούν το καλύτερο άλμπουμ της δεύτερης φάσης τους.

 

 Rajaz
(Οκτώβριος 1999, Camel Productions)

Το "Rajaz" επιβεβαίωσε ότι η νέα εποχή των Camel επικεντρώνεται στην ατμοσφαιρική κιθαριστική μουσική. Δηλαδή, στην προσωπικότητα του Latimer. Αυτή τη φορά οι κιθάρες ακούγονται μακρόσυρτα μελωδικές σαν σε ρυθμό του καραβανιού, όπως αυτός απεικονίζεται στο εξώφυλλο. Το στοίχημα για την παρέα του Latimer εδώ και πολλά χρόνια ήταν να κάνει τους παλιούς οπαδούς να ακούσουν τους καινούργιους δίσκους. Γι' αυτό έφτιαξε το "Rajaz", με τη σαφή ανατολικού μουσικού ύφους progressive αισθητική. Ο τίτλος είναι μια αραβικής καταγωγής λέξη που δίνει το ρυθμό βηματισμού των καμηλών στα ατέλειωτα ταξίδια τους στις αχανείς ερήμους. Η μετουσίωσή του ρυθμού αυτού ως επί το πλείστον υποστηρίζεται από την κιθάρα του Latimer, που διακόπτεται από υπερευαίσθητα και αντάξια του παρελθόντος σόλο. Ο μόνος λόγος που το άλμπουμ αυτό αποδυναμώνεται και δεν αγγίζει υψηλότερα στάνταρντ είναι η μεγαλύτερη διάρκεια κάποιων συνθέσεων που ανακυκλώνονται περισσότερο απ' όσο αντέχει η έμπνευση που τις γέννησε.

 

 

A Nod And A Wink
(Ιούλιος 2002, Camel Productions)

Δε νομίζω να εξεπλάγη κανείς, επειδή η συνέχεια του "Rajaz" ήταν διαφορετική! Ναι μεν το "A Nod And A Wink" διεκδικεί επαξίως, σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα, τον τίτλο του progressive rock δίσκου, αλλά ταυτόχρονα έχει και την αισθητική του "Rain Dances". Η ιστορία που αφηγείται αφορά τα ταξίδια ενός παιδιού πάνω σε ένα μαγικό χαλί και τις εμπειρίες που αποκτά. Το φλάουτο του Latimer που έχει επανέλθει δυναμικά, συχνά δίνει την αέρινη αίσθηση που οι διακριτικοί στίχοι απαιτούν, κάνοντας στην πράξη πιο αισθητή την εναλλαγή των χαμηλών με τις δυνατές στιγμές. Το αποτέλεσμα είναι ικανοποιητικό και ταυτόχρονα πολλά υποσχόμενο. Ο δίσκος αυτός σε ικανοποιεί μεν, αλλά νιώθεις ότι κυρίως σε προετοιμάζει για κάτι πολύ καλό που θα ακολουθήσει. Δυστυχώς όμως στην πράξη αυτό ακόμα δεν έχει έρθει με νέα κυκλοφορία, αλλά μόνο με την επανηχογράφηση του “The Snow Goose”. Μη ξεχνάτε ότι την εποχή της ηχογράφησής του είχε μόλις διαγνωστεί το πρόβλημα υγείας του Latimer και ο Bardens, στον οποίο η κυκλοφορία αυτή είναι αφιερωμένη, είχε πρόσφατα αποβιώσει. Τότε, χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν, σηματοδοτήθηκε η τρίτη φάση της πορείας τους. Εκείνη που ο δρόμος της περνούσε μέσα από τη σκιά του θανάτου.

 

“The Snow Goose” (re-recording)

(2013, Camel Productions)

Η κυκλοφορία αυτή συνδυάστηκε με την περιοδεία των Camel, που κορυφώθηκε στο Barbican. Όσοι ζήσαμε την εμπειρία αυτή, δε θα την ξεχάσουμε ποτέ (Έτσι δεν είναι, Χρήστο;). Προς μεγάλη χαρά όλων, ο δίσκος, που είναι αφιερωμένος στη μνήμη του Peter Bardens, αποδίδει τα εύσημα στους Doug Ferguson και Andy Ward. Ο νοών… νοείτο. Για τη δυναμική του δε χρειάζεται να πω κάτι ιδιαίτερο. Οι συνθέσεις είναι από μόνες τους τόσο ανεπανάληπτες, που θα ήταν αδύνατο να μην κρατήσουν το πρωτόλειο μεγαλείο. Ο Latimer όμως έκανε κάποιες διακριτικές επεμβάσεις στις “Sanctuary”, “Migration”, “Rhayader Alone” και “Epitaph”, επαναδιατυπώνοντας τα μουσικά δεδομένα, μια και κανένα απολύτως τραγούδι δεν είναι ποτέ δυνατό να θεωρηθεί ολοκληρωμένο σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή. Μαζί με τον Latimer παίζουν οι Guy LeBlanc, Colin Bass και Denis Clement, ενώ το mastering ανήκει στον Tony Cousins. Για την ιστορία, ετούτη τη φορά η απόλαυση κρατάει περίπου επτά επιπλέον λεπτά.  


(Η πρώτη μορφή του άρθρου δημοσιεύτηκε στο Rock n Roll Monuments)

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα