Πέμπτη, 04 Οκτωβρίου 2018 21:00

Αφιέρωμα Machiavel: Το «Μνημονιακό» prog

Written by 

Το Βέλγιο τελικά είναι παράξενη χώρα. Ήταν από τις πρώτες χώρες που ρούφηξε αχόρταγα σαν σφουγγάρι αμέσως τα Εγγλέζικα prog γκρούπς και τα λάτρεψε τυφλά και φανατικά σαν Θεούς. Τούτο το έχει παραδεχτεί σε μια συνέντευξή του και ο Τony Banks των Genesis υποστηρίζοντας ότι : «…απρόσμενα είχαμε τρομερή επιτυχία σε χώρες όπως το Βέλγιο, η Γαλλία και η Ιταλία πολύ προτού μας μάθουν στην πατρίδα μας». Υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα αργούσε και αυτή η χώρα να γεννήσει και την δική της «εγχώρια» σκηνή, της οποίας ένα από τα λαμπρότερα αποκυήματα θα εξετάσουμε σήμερα: τους Machiavel.

Φτιάχτηκαν στις Βρυξέλλες το 1976 από τους: Roland De Greef (bass), Marc Ysaÿe (drums - vocals), Jack Roskam (guitar) και τον πολύ καλό Albert Letecheur (keyboards) και πήραν το όνομά τους από τον παγκοσμίως γνωστό συγγραφέα του «Ηγεμόνα» Niccolò Machiavelli. Φυσικά δεν θα μπορούσαν να μην επηρεαστούν από τους Pink Floyd (και γι΄ αυτό ίσως υπέγραψαν με την Harvest…) και όχι τόσο από τους Genesis και η αλήθεια είναι ότι θα δυσκολευτούμε πολύ να τους βρούμε στα τραγούδια τους. Αντίθετα κάλλιστα θα μπορούσαν να παίξουν μαζί με τους Eloy (εποχής Dawn και Ocean) και κανένας να μην καταλάβει την διαφορά. Αυτό όμως που μετά από πολλαπλές ακροάσεις των έργων τους παρατηρούμε, είναι ότι οι τύποι ΕΚΛΕΒΑΝ από παντού (βλ. παρακάτω από πού), άλλοτε πετυχημένα κι άλλοτε όχι και δεν μπορούσαν να κατασταλάξουν σε ένα στυλ, έστω και μετά από ολόκληρα άλμπουμ. Και δεν υπήρξαν οι μόνοι, καθόσον (πλην των Αγγλικών και ολίγων Γερμανικών), οι περισσότερες Ευρωπαϊκές μπάντες των 70’s ακολούθησαν αυτήν την πεπατημένη γεννώντας ένα μουσικό ρεύμα – χαρμάνι που αργότερα ονομάστηκε (όχι τόσο εύστοχα) Εurock…

 

Αυτό, σε συνδυασμό με τα κάκιστα φωνητικά του ντράμερ Ysaÿe (αλλά με άψογη Αγγλική άρθρωση, ούτε σε ένα κομμάτι δεν τους ακούμε στην μητρική τους γλώσσα - φαίνεται πήγαιναν κατευθείαν για διεθνή καριέρα…), που σε καμμία περίπτωση δεν μπορούν να σταθούν αυτόνομα και συχνά είναι διπλά για να «φτουρήσουν», τους «ρίχνει», παρά την υπερπροσπάθεια του Letecheur στα κλαβιέ και του Roskam στα τάστα, ο οποίος πιστεύω ότι παραγκωνίστηκε σε δεύτερη μοίρα και το ταλέντο του πήγε χαμένο σε αυτή την μπάντα. Εάν τον άφηναν σίγουρα είχε τα φόντα να γίνει ισάξιος του Andy Latimer (Camel), γι΄ αυτό και έφυγε μετά τον πρώτο δίσκο.

Από την άλλη όμως τούτο το «ζύμωμα» πολλαπλών επιρροών τους οδήγησε σε μαγευτικούς λαβύρινθους και σε ημίφωτα ηχητικά τοπία που δεν αφήνουν άφωνο τον ακροατή, αλλά τουλάχιστον του εμφυσούν την όρεξη για επανακρόαση και που επαληθεύουν την ρήση του νονού τους Machiavelli «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Και τούτο τους βγήκε σε καλό καθόσον καθιερώθηκαν με ΔΙΚΕΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ (και όχι με αναμασήματα κλασικότροπων μοτίβων σαν τους Procol Harum ή τους Emerson Lake & Palmer) ως μια από τις σημαντικότερες Εurock μπάντες και θριάμβευσαν εμπορικά στην χώρα τους χωρίς όμως να ευδοκιμήσουν να δουν τους δίσκους τους να μεγαλουργούν στην Αγγλία ή στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού (όπως και τόσοι πολλοί άλλοι ομοϊδεάτες τους άλλωστε…).

Και παρότι ασπάστηκαν μετά μανίας το prog, τούτο αποδείχτηκε ότι δεν ήταν παρά μια αναλαμπή και διήρκεσε για μόλις τρεις δίσκους :

 

1. Machiavel (1976)

Tracklist: Johan's Brother Told Me – Cheerlesness - Cry No More - When Johan Died, Sirens Were Singing - I Am - Leave It Where It Can Stay. 

(Harvest 4C064-23565)

Παραγωγή: Erwin Vervaecke

 

Είπαμε ότι οι φίλοι μας είχαν έντονες επιρροές κυρίως από Pink Floyd, κάτι το οποίο επαληθεύεται εδώ, αλλά προστίθενται και προσμίξεις από την γειτονική Γερμανική σκηνή στις πιο ανάλαφρες εκδοχές της με προτίμηση τους Εloy, τους Νektar και τους Εarth & Fire (και όχι φυσικά τους Can ή τους Amon Dűűl…) με έντονα ηχοχρώματα που ανακατεύονται ευχάριστα. Στα μείον τους είναι οι ανόητοι παιδιάστικοι στίχοι που σίγουρα εάν είχαν έναν στιχουργό επιπέδου Keith Reid θα μιλάγαμε για έπη που τα ντύνουν τόσο ωραία με την μουσική τους! Το εναρκτήριο Johan's Brother Told Me μας μπάζει αμέσως σε αυτό το κλίμα μιας art rock εκκλησιαστικής ατμόσφαιρας με νερά να τρέχουν δίπλα στα synthesizers και tapes με ομιλίες και μια παραμορφωμένη φωνή να διαλαλεί «κάποιος πρέπει να μάθει την ιστορία μου» (υποτίθεται ότι εδώ μιλάει ο αδελφός του Johan) και ακολουθεί μια σειρά θεατρικών διαλογών που τους έχουν ολοφάνερα δανειστεί από τους Genesis. Δεν είναι κι άσχημα τα φωνητικά πάντως που κυλούν όλα πάνω στο μαγικό χαλί των κήμπορντς του Letecheur. Οι κιθάρες από ελαφριές βαραίνουν απότομα και κάπου πάνε να πιάσουν φωτιά, αλλά κωλώνουν και ξαναπνίγονται στα κήμπορντς. Αυτό το κομμάτι και το When Johan Died, Sirens Were Singing (Τι τίτλος!! Πάλι ο Johan ανακατεύεται εδώ;) είναι οι μοναδικές τους προσπάθειες να παίξουν art rock. Αυτό το τελευταίο είναι το εντελώς διαφορετικό κομμάτι του δίσκου (και το καλύτερό του), μια μικρή σουίτα σε μέρη που θυμίζει τους Yes με ωραίες κιθάρες και εναλλασσόμενους ρυθμούς στο πιάνο που βυθίζεται αμέσως σε δαιδαλώδεις λαβύρινθους με ένα πιασάρικο θέμα. Εδώ ο Ysaÿe αντιγράφει αναίσχυντα τον Gary Brooker από τους Procol Harum όταν μονολογεί «το ήξερα ότι ήμουν έτοιμος να πεθάνω / θυμάμαι όλες τις ευτυχισμένες μέρες» θεμελιώνοντας και την άκρως μελαγχολική διάθεση που χαρακτηρίζει στο σύνολό του τούτο το παρθενικό τους άλμπουμ.

Από εδώ και μπρος όμως κυριαρχεί το ροκ :

Στο μελό Cheerlesness ο Ysaÿe με περίσσια καψούρα ομολογεί ότι «Δεν βρήκα σε όλη μου την ζωή κάποια σαν κι εσένα» με σκέτο πιάνο στην αρχή και με λίγες πινελιές από τα mellotron στην συνέχεια σε ένα άκρως μελαγχολικό κομμάτι σήμα κατατεθέν των 70’s που αμέσως φέρνει στο νού όλα ανεξαιρέτως τα soundtracks των ευρωπαϊκών (κυρίως Γαλλικών) ταινιών της εποχής. Στο τέλος πέφτει κι ένας «καλπασμός των οργάνων» που θα έπρεπε να λείπει και είναι κατακλεμμένος από τις μουσικές του Γιώργου Χατζηνάσιου! (Τι νομίζετε, δεν έχει φάει κλεψιές ο θαυμάσιος αυτός συνθέτης μας;).

Στην δε καθαρόαιμη ροκ μπαλάντα Cry No More (οι Scorpions θα την είχαν για πρωινό) που δυστυχώς έχει τα πιο μουντά και στρυφνά φωνητικά (λίγο δυνατότερα από το ψιθύρισμα) ακούμε απλά ωραίες κιθάρες να χαϊδεύουν τα χαλιά των κήμπορντς και προς το τέλος παίρνουν λίγη φωτιά, δείχνοντας ότι ο Roskam μόνο τυχαίος δεν ήταν. Το παίξιμο του τελευταίου στις κιθάρες επηρεασμένο ξεκάθαρα από τους Camel χαρακτηρίζει και το 8λεπτο φινάλε Leave It Where It Can Stay με έντονη ατμοσφαιρικότητα και με επαναλαμβανόμενο το ίδιο θέμα ανάποδα ένα λεπτό πριν το τέλος του, που δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τις Ελληνικές ψυχεδελομπάντες της εποχής και η φωνή θυμίζει πολύ το Στην Κ του Σιδηρόπουλου ή απλώς εμένα μου φαίνεται; Ωραίο θέμα πάντως αλλά επαναλαμβάνεται για 8:40 ολόκληρα λεπτά και κουράζει αφάνταστα. Θα μπορούσε να είναι το μισό και να αποτελεί τον κρυφό μικρό αμέθυστο του δίσκου.

Σε γενικές γραμμές έχουμε να κάνουμε με ένα καθόλου άσχημο ντεμπούτο με καλοδεμένους μουσικούς (αν ληφθεί υπόψη αυτό που παίζουν και με δεδομένο ότι πρόκειται για Βέλγους και όχι για Εγγλέζους, Αμερικάνους, Γερμανούς ή Ιταλούς) να ξεδιπλώνουν τα πέπλα τους σε έναν δίσκο με ένα αξιοπερίεργο εξώφυλλο: μια πελώρια νυχτερίδα που αργότερα έγινε το logo της μπάντας ένα άγαλμα με το μοναδικό του χέρι να καπνίζει ένα…τρίφυλλο(;) και ένα γέρικο κεφάλι όλα αυτά πάνω σε κάτι πολύχρωμα πέπλα στο πάτωμα ενός δαπέδου περιστοιχιζόμενο από τέσσερις αρχαιοελληνικούς κίονες, οι δύο εξ αυτών ζωσμένοι με φίδια(!!!). Έναν δίσκο που δεν ψάχνει εναγωνίως την τεχνοκρατία όπως στους King Crimson ή τους Van Der Graaf Generator αλλά αφήνει να ξεχυθεί ο άκρατος λυρισμός και η ΜΕΛΩΔΙΑ κι αυτό είναι πολύ βασικό!! Θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν σε μιαν άλλη εποχή, αλλά που να φτουρήσουν μπροστά στον ορυμαγδό των Εγγλέζων…

(***)

 

 

2. Jester (1977)

Tracklist: Wisdom - Sparkling Jaw – Moments - In The Reign Of Queen Pollution - The Jester - Mr. Street Fair - Rock, Sea And Tree.

(Harvest 1A 064-99289)

Παραγωγή: ErwinVervaecke

 

Επειδή τούτο το άλμπουμ ήταν και το πρώτο τους (και μοναδικό έως σήμερα αν δεν απατώμαι…) που κυκλοφόρησε τότε και στην χώρα μας, λέω να αρχίσουμε ανάποδα και να θυμηθούμε πώς το υποδέχτηκε ο ντόπιος μουσικός τύπος της εποχής:

Αφενός μεν ο θρυλικός Πητ Κωνσταντέας έγραφε στο περιοδικό Ποπ και Ροκ : «….Οι Machiavel είναι ένα Βελγικό συγκρότημα με ήχο που κινείται λίγο – πολύ στα πλαίσια της μουσικής των Pink Floyd. Άλλοτε κατορθώνουν να πλησιάσουν, πολύ πειστικά, το ύφος του Αγγλικού συγκροτήματος και άλλοτε αποτυγχάνουν παταγωδώς, μπλεγμένοι μέσα σ΄ ένα συνονθύλευμα μουσικής και ήχων. Από τα εφτά κομμάτια του δίσκου ξεχωρίσαμε το Wisdom. Τα φωνητικά, παντού σχεδόν σ΄ αυτό το άλμπουμ, καλύπτονται κατά μεγάλο μέρος από τη μουσική, γεγονός που οφείλεται βασικά στην κακή παραγωγή, που κάνει φανερά την παρουσία της και στις επτά συνθέσεις….». και του βάζει βαθμό: Β (μέτριος)

Αφετέρου το Ποπ και Ροκ φιλοξενούσε στο ίδιο τεύχος κριτική του δίσκου και από το Γαλλικό Μουσικό Περιοδικό Rock & Folk, όπου (σε απόδοση άγνωστου) έγραφε : «…Το Jester είναι ένα άλμπουμ σχεδόν τέλειο, και μπορεί να συναγωνιστεί χωρίς κανένα φόβο το τελευταίο του Αlan Parsons ή των Pink Floyd. Η τεχνική του άλμπουμ από την πλευρά των ηχητικών εφφέ όσο και της παραγωγής είναι εκπληκτική και αυτό γιατί ο Βέλγος παραγωγός Erwin Vervaecke είναι απλώς μια ιδιοφυΐα. Οι συνθέσεις είναι και αυτές εκπληκτικές. Καμμιά σύνθεση δεν ξεπερνά το όριο και το πιο εκπληκτικό και σπάνιο για το είδος της μουσικής αυτής είναι ότι σε πολλά σημεία τα κομμάτια γίνονται ρυθμικά. Υπάρχουν επτά τραγούδια με καλύτερο το Wisdom. Το ομώνυμο κομμάτι το The Jester που ανοίγει το δεύτερο μέρος του δίσκου περιέχει πολλά στοιχεία τζάζ. Η αποκορύφωση όμως του δίσκου έρχεται στο τέλος με το κομμάτι Rock, Sea And Tree. Το άλμπουμ αυτό είναι εκπληκτικό…».

Αντικρουόμενες οι γνώμες για έναν δίσκο που δεν περιλαμβάνει πλέον τον κιθαρίστα Jack Roskam, ο οποίος είχε αντικατασταθεί στο αναμεταξύ από τον Jean-Paul Devaux και προστέθηκε στην μπάντα ο Mario Guccio σαν πρώτος τραγουδιστής. Δεν νομίζω όμως ότι οι νεοφερμένοι πρόσθεσαν κάτι καινούργιο. Την δουλειά συνέχισαν να την κάνουν οι άλλοι και ειδικά ο Letecheur…

 

[Η νέα σύνθεση (από αριστερά) : Όρθιοι : Roland DeGreef, Marc Ysaÿe, Jean-Paul Devaux. Καθιστοί : Albert Letecheur, Mario Guccio.]

 

Και αυτή η δουλειά έβγαλε έναν δίσκο πολύ πιο «ψαγμένο» και σίγουρα την κορύφωσή τους ως prog μπάντα, αλλά όχι και τόσο ικανοποιητική. Το πρώτο που παρατηρούμε εδώ είναι ότι σοβαρεύουν απότομα (δέστε λίγο τους τίτλους) και οι στίχοι πολλαπλασιάζονται σε σχέση με τα «τηλεγραφήματα» του πρώτου τους δίσκου. Τα ντραμς πάντως (τόσο σε εγγραφή όσο και σε εκτέλεση) είναι καταπληκτικά και φαίνεται ότι ο Ysaÿe θα μελετούσε πολύ τους Εγγλέζους συναδέλφους! Αυτός όμως που αναδεικνύεται σε απόλυτο αφεντικό της μπάντας είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ο Letecheur που κυριολεκτικά χάνεται σε λαβυρίνθους, όχι φυσικά ανάλογους του Tony Banks, αλλά όμορφα ατημέλητους και σε στιγμές απρόβλεπτους!!

Οι Pink Floyd (αλλά και οι μαθητές τους Alan Parsons Project) εξακολουθούν να κυριαρχούν στο Wisdom μέσα στα μπλιμπλίκια και την ψευτο-ηλεκτρονική χροιά του. Τα σολαρίσματα πάντως του νέου κιθαρίστα Devaux παρελαύνουν αγέρωχα όταν βρουν ευκαιρία μέσα από τα κήμπορντς και ενώ στολίζουν με ωραία φωνητικά το ρεφρέν – φινάλε του κομματιού, ένα ηλεκτρονικό φάλτσο στην coda του έρχεται και τα χαλάει όλα (βλέπετε δεν ήταν όλοι Barrett). Pink Floyd όμως (εποχής Wish you were here) ακούμε και στο καλό Sparkling Jaw (τι τίτλος πάλι, ε;) με πολύ ωραίες κιθάρες αλλά κάπου στη μέση έρχεται ένας ορυμαγδός από σπάσιμο…μπουκαλιών(!) και τα κήμπορντς φλυαρούν χωρίς λόγο μετά μπερδεύουν τα πράγματα πάλι και κατακλέβουν τους Supertramp. Και ενώ στο φινάλε του κομματιού ο άχρωμος Guccio τραγουδά ψιθυριστά «Θέλω μόνο να σου δώσω απόλαυση να πάρω ένα κομμάτι από σένα», μόνο απόλαυση δεν έχουμε!! Εντελώς ασύνδετο, αλλά κάπου καταφέρνουν και το σουλουπώνουν στο τέλος.

Οι καλύτερες στιγμές του δίσκου έρχονται στο ομώνυμο κομμάτι που αποτελεί και την art rock κορύφωσή τους με δανεισμένα πολλά στοιχεία από τους Genesis και για μια και μοναδική φορά τα καταφέρνουν. Ωραία σουΐτα με το ωραίο θέμα στην κιθάρα που εισάγει τον ακροατή ανάμεσα στα πεδία του κομματιού και με την ίδια αρχή και φινάλε.

Εκεί που εκπλησσόμαστε ευχάριστα όμως είναι και το πανέμορφο Moments σε ψυχεδελο – μεσαιωνική ατμόσφαιρα με υπέροχο μαντολίνο και φλάουτο (γίνεται να μην σε γοητεύσουν τούτα τα μεθυστικά όργανα;) και τα mellotron με τις ακουστικές κιθάρες από κάτω και με διπλά φωνητικά που ακούγονται μέσα από «τηλέφωνο» .

Η τελευταία καλή στιγμή του άλμπουμ είναι το In The Reign Of Queen Pollution (τι τίτλος και πάλι!): Εδώ αφηγούνται ένα σύγχρονο παραμύθι με μια μορφή θεατρικότητας να ελλοχεύει στο κομμάτι όσον αφορά τα φωνητικά - διάλογους, αλλά για μια και μοναδική φορά εδώ μιμούνται τους Yes περίφημα !

Καθόλου άσχημα όμως δεν τα πάνε και στα Mr. Street Fair και στο 9λεπτο φινάλε Rock, Sea And Tree. Στο πρώτο κυριαρχεί το ωραίο θέμα των κήμπορντς με τις κιθάρες να παραβγαίνουν και τον τραγουδιστή κυριολεκτικά χαμένο στους διάλογούς του, αλλά και πάλι θα μπορούσε πάντως να περιοριστεί λίγο η διάρκειά του με το ίδιο θέμα να επαναλαμβάνεται συνεχώς. Στο δεύτερο μας εκπλήσσουν για άλλη μια φορά διότι ψευτοψυχεδελίζουν έχοντας μιμηθεί αναίσχυντα τους Kinks, τους Pretty Things και όλη την Λονδρέζικη μουσική σκηνή του 1967 και το στολίζουν εύστοχα με τις ωραίες κιθάρες που ξεπροβάλλουν κάποια στιγμή.

Άρα ούτε ο λατρευτός Πητ δεν έχει δίκιο όταν μιλάει για «συνονθύλευμα θορύβων», αλλά ούτε και ο Γάλλος συνάδελφος που χρίζει τον δίσκο ως «αριστούργημα». Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση: Ναι μεν εδώ προχωρούν παραπέρα από ένα ξερό mellotron ή αρμόνιο και εξερευνούν περισσότερο τα όργανά τους και μπαίνουν γενναία στα χωράφια του art και του progressive, αλλά δειλιάζουν να προχωρήσουν παραπέρα (ίσως και να μην είχαν τα φόντα και το ταλέντο να το κάνουν…) και σκοντάφτουν στην ίδια τους την προσπάθεια με ρηχούς αυτοσχεδιασμούς, αχυρένια φωνητικά, αδυνατισμένες κιθάρες και ξεκάρφωτα στην πλειοψηφία τους μουσικά μέρη. Αυτό όμως που μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι ότι τούτος ο δίσκος με εξώφυλλο μια θαυμάσια γκραβούρα σε κόκκινο χρώμα να δείχνει έναν κερατόμορφο δαίμονα μέσα σε χλαμύδες και πανοπλίες να παίζει με το δοξάρι του ένα…εξωγήινο βιολί (!), αποτελεί την κορωνίδα τους να ενταχθούν στο προγκ πάνθεον και ουδέποτε το ξαναπροσπάθησαν έκτοτε, αντίθετα απομακρύνθηκαν ραγδαία από αυτό, όπως ο διάολος από το λιβάνι…

Μήπως εδώ ήθελαν να μας ξεγελάσουν και να παίξουν μαζί μας; Και είναι τυχαίο που Jester σημαίνει γελωτοποιός, τζουτζές ;

(***)

 

3. Mechanical Moonbeams (1978)

Tracklist: Beyond The Silence - Summon Up Your Strength - Rope Dancer – Rebirth - After The Crop – Mary - The Fifth Season.

(Harvest 4C064-23805)

Παραγωγή: Erwin Vervaecke / Machiavel

 

Τέλος το progressive ζήτω το ροκ, αλλά ΠΟΙΟ ροκ ; Αυτό που μας τάραξε συθέμελα ή κάτι που έχουμε ξανακούσει δεκάδες φορές και από καλύτερες μπάντες ;

Δυστυχώς η πλάστιγγα κλίνει προς το δεύτερο γιατί δεν είναι πλέον εποχή για μακρόσυρτους αυτοσχεδιασμούς, γιατί έστυψαν και στράγγιξαν τις όποιες αρτ ροκ εμπνεύσεις τους στα προηγούμενα άλμπουμ τους, γιατί ήδη στην Αγγλία τα περισσότερα προγκ κάστρα έχουν λεηλατηθεί από τους Βησιγότθους του πάνκ και γιατί απλά βαρέθηκαν…

Και η βαρεμάρα τους αυτή τους κάνει να ανακατεύουν επίμονα το χάρντ ροκ αντίθετα με το όλο κλίμα των κομματιών με αποτέλεσμα να μην τους βγαίνει, όπως στο Summon Up Your Strength που φέρνει σε Elton John ή Slade και παραμένει σούπα παρά το στριγκό ξελαρύγγιασμα του Guccio, στο After The Crop (το οποίο έδωσε και τον τίτλο του δίσκου στους στίχους του) που μπορεί να ξεκινάει ως μια απλή μπαλάντα με τις μελωδικές ενορχηστρώσεις των κήμπορντς και εδώ η κιθάρα «μιλάει» πραγματικά πιότερο από την μέτρια φωνή του Guccio (Αυτόν τελικά για καλό τον προσλάβανε; Δεν τον άκουγαν που στις ψηλές νότες «μπουκώνει» και σίγουρα μετά από αυτό το κομμάτι θα χρειαζόταν γαργάρα;), αλλά μετά χαρντροκίζει ασύνδετα χωρίς ευτυχώς να «πνίγει» το κομμάτι, ή να περιορίζονται σε μια κακή προσπάθεια να παίξουν Yes (Beyond The Silence) και λίγες είναι οι φορές που πετυχαίνουν να δείξουν κάτι αξιόλογο.

Αυτές οι «λίγες φορές» όμως είναι που σώζουν τον δίσκο:

Γιατί σίγουρα το Rope Dancer είναι απομεινάρι του πρώτου τους άλμπουμ και δεν ταιριάζει καθόλου στην ατμόσφαιρα του δίσκου και με τα προσεγμένα φωνητικά (εεε;) που μεταμορφώνονται σε ωραία χορωδιακά με υπέροχες αρμονίες, ξεχωρίζει σαν την μύγα μεσ’το γάλα και θα θέλαμε να διαρκεί περισσότερο. Το αυτό θα θέλαμε και για την όμορφη seventies μπαλάντα Mary με φλαουτένιες πινελιές που θυμίζει έντονα το Epitaph των King Crimson.

Στο δε 7λεπτο φινάλε τους The Fifth Season όμως μας τα «μπερδεύουν» και πάλι: εδώ έχουμε απαγγελία στην αρχή, συνεχίζουν στο στυλ των Eloy (μου τους θύμισαν πολύ) και μετά σκάνε δυναμικά χαρντ κρεσέντο που προσωπικά θα προτιμούσα να λείπουν… Και τι διάολο γυρεύει η τόσο καλή κιθάρα μέσα σ΄ αυτήν την αθλιότητα που μας αποχαιρετάει τόσο απεγνωσμένα;

Εκεί όμως που δεν σταματάν’ να μας εκπλήσσουν είναι τα εξώφυλλά τους: Ο δίσκος αυτός συνεχίζει την παράδοσή του προηγούμενου, φιλοδωρώντας μας με μια κομψή γκραβούρα με δύο μεσαιωνικούς τύπους να χειρίζονται έναν ηλεκτρονικό πίνακα και έναν στο βάθος να κρατάει κάτι σαν… δορυφόρο σε μπλε και κόκκινες ανταύγειες και ήταν αυτός που τους έκανε σουπερ σταρς στην χώρα τους.

Όλοι οι «προοδευτικοί» όταν τα έβρισκαν σκούρα έτρεχαν στο σωσίβιο του ροκ που τους έδινε εύκολα και γρήγορα λεφτά. Έπρεπε όμως να «περνούσε η μπογιά τους» ΚΑΙ ως ροκ μπάντα. Και στους Machiavel φαινόταν ότι περνούσε…

(**½)

 

Αυτή ήταν και η μοναδική prog αναλαμπή τους καθώς και με τον επόμενο δίσκο τους (Urban Games) συνέχισαν να γνωρίζουν πολύ μεγάλη επιτυχία στην πατρίδα τους, αλλά εκεί δεν υπήρχε prog ούτε για δείγμα, παρά μόνο ασουλούπωτο χάρντ ροκ γι΄ αυτό και τον παραλείπουμε. Δεν ανακατεύτηκαν όμως μόνο με το χαρντ- ροκ, αλλά στρίμωξαν παράμερα την ντίσκο(!) ακόμα και την ρέγκε(!) στους επόμενους δίσκους τους (ξέρετε καμιά Ευρωπαϊκή [μη Αγγλική! – το ξανατονίζω!] μπάντα που να είχε συνέπεια στην μουσική της;) και μετά από πολλές αλλαγές μελών διαλύθηκαν το 1987 για να ξαναφτιαχτούν δώδεκα χρόνια αργότερα και να συνεχίζουν να ηχογραφούν και να περιοδεύουν μέχρι τις ημέρες μας.

Το σημαντικό γι΄ αυτήν την μπάντα ήταν ότι ξεκίνησε όταν πλέον το prog στην Βρετανία είχε αρχίσει να ξεφουσκώνει και χωρίς να το βάλει κάτω συνέχισε να χάνεται σε ονειροχώρες και να παλεύει με δαιδάλους, όταν την ίδια στιγμή λίγο πιο πάνω ο παμφάγος οδοστρωτήρας του πάνκ σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του. Γι΄ αυτήν έστω την ελάχιστη προσπάθειά τους και με δεδομένο πάντα ότι δεν υπήρξαν Άγγλοι ή Αμερικάνοι αλλά… Βέλγοι, αξίζει και σήμερα να τους θυμηθούμε…

Το Βέλγιο τελικά είναι παράξενη χώρα. Μπορεί να έχει βγάλει τον απανταχού φιλοβασιλικό και κρυπτο-ρατσιστή Τεν-Τεν, τον ντισκά Patrick Hernandez (όλοι χορεύαμε κάποτε με το «Born to be alive») και τους electro-καραγκιόζηδες Telex, ταυτόχρονα όμως έχει βγάλει τους ροκ πρωτοσύγκελους dEUS, τον δάσκαλο των crooners Ζaques Brel, την θρυλική εταιρεία Les Disques du Crėpuscule που στέγασε δεκάδες Ευρωπαίους (και μη) underground (και μη) καλλιτέχνες στην ετικέτα της και πέραν του ότι η ομαδάρα της χώρας αυτής έσκισε στο πρόσφατο μουντιάλ βγαίνοντας 3η στον πλανήτη, να μην ξεχνάμε ότι το Βέλγιο υπήρξε η 2η πατρίδα των αυτοεξόριστων post-punk ονειροπόλων Tuxedomoon για πάρα πολλά χρόνια!!

Παρ΄ όλα αυτά όμως το Βέλγιο από το 2011 και μετά δεν υπήρξε για εμάς τίποτε άλλο παρά η παραγωγική πηγή των μνημονίων…

 

Discography

Machiavel (1976)

Jester (1977)

Mechanical Moonbeams (1978)

Urban Games (1979)

New Lines (1980)

Break Out (1981)

Valentine's Day (1982)

The Cry Of Pleasure (1987)

Virtual Sun (1999)

Machiavel Live (1999)

Welcome to Paradise (2003)

2005 (2005)

Best of Machiavel (2006)

Acoustic (2009)

Eleven (2011)

Colours (2013)

 

Γιώργος Δ. Δημόπουλος

 

Πηγές:

Wikipedia

YouTube

Discogs

Ποπ και ροκ τεύχος №: 5 (Ιούλιος 1978) σελ. 72 – 73.

Γιώργος Δ. Δημόπουλος

Ο Γιώργος Δ. Δημόπουλος μετά από 35 χρόνια οπτικοακουστικής και έντυπης ενασχόλησης με την μουσική, στούμπωσε και εξερράγη ο ροκ γραφιάς (=θάψιμο με το καντάρι) που έκρυβε μέσα του, από τότε που άκουσε Birthday Party για πρώτη φορά του κόπηκ΄ η αναπνοή και έκτοτε υποστηρίζεται μηχανικά (σαν τον Darth Vader), λατρεύει και επαινεί την Θήβα όπου ζει και εργάζεται(..) και ταυτόχρονα την μισεί και την χλευάζει ανά την γη (τέτοια μαζόχα!!), πιστεύει στον Βάζελο και στα πιτόγυρα και αρνείται να δεχτεί ότι υπάρχει μουσική από το 1993 και δώθε (ΜΗ ΒΑΡΑΤΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙΙΙΙΙ!!!!).

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα