Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016 05:21

Local Jams vol.4

Written by 

Η εγχώρια heavy rock σκηνή είναι πολύ παραγωγική τα τελευταία χρόνια, τόσο που δυσκολεύεσαι πια να την παρακολουθήσεις. Μέσω του Local Jams προσπαθούμε να αναδείξουμε τις κυκλοφορίες που ξεχωρίζουν από το σωρό. Παρακάτω παρουσιάζουμε μερικές από τις καλύτερες δουλειές των τελευταίων μηνών.

 

Madleaf – House of Lust (Self Release, 2016)

 

Οι Madleaf δεν είναι καινούριοι στη σκηνή, σχηματίστηκαν το μακρινό (πλέον) 2004, αποτελώντας ένα κατά κάποιο τρόπο super group για το εγχώριο heavy rock, αφού τα μέλη του είχαν ήδη σημαντικό παρελθόν στο χώρο. Η αρχική σύνθεση απαρτιζόταν από τον κιθαρίστα Νίκο «Χαβανέζο» Σοφίου (Human Asteroid, Ludmila), τον ντράμερ Γιώργο Αποστόλου (Make Believe, Ludmila), τον Dorian Gates (Clairvoyant) στο μπάσο και των Jim Lord (Lord 13) στα φωνητικά. Με το συγκεκριμένο line up κυκλοφόρησαν τον 2008 το αξιόλογο ντεμπούτο τους Sinners. Ακολούθησε ένας κυκεώνας αλλαγών μελών με αποτέλεσμα το follow up του Sinners να καθυστερήσει αρκετά. Μόλις φέτος λοιπόν παρουσίασαν το δεύτερο πόνημα τους House of Lust και μπορεί να έχουν αλλάξει πολλά, αλλά το μουσικό τους στίγμα διατηρείται. Ουσιαστικά μιλάμε για μια ισορροπία ανάμεσα στο heavy rock (χαρακτηριστικότερες συνθέσεις τα Hit ‘n’ Run, Closer, Angel Eyes και το τρομερό White Shark) από τη μία και το grunge (ακούστε για παράδειγμα το Burn ή το Mold) από την άλλη. Κάπου ανάμεσα στις εντάσεις συναντάμε και πιο μελωδικές στιγμές όπως το θαυμάσιο Coming Home.

Χωρίς αμφιβολία έχουμε να κάνουμε με πολύ δουλεμένο υλικό (άλλωστε όπως προείπαμε μεσολάβησαν 8 χρόνια από το προηγούμενο LP τους), με πολλές ιδέες μέσα στα κομμάτια, προσεγμένες κιθάρες (ο Σοφίου εξάλλου είναι εμπειρότατος μουσικός), ενώ ιδιαίτερη αναφορά χρήζουν τα «επιθετικά» φωνητικά του Νίκου Μαρίνου (Slitherum) τα οποία «κόλλησαν» άψογα στο μουσικό παζλ των Madleaf. Είναι ολοφάνερο ότι δεν μιλάμε για μια δουλειά που έγινε στο πόδι, μην ξεχνάμε ότι οι Madleaf δεν είναι από τα συγκροτήματα που δημιουργήθηκαν για να εκμεταλλευτούν τη «φάση», υπήρχαν πολύ πριν. Στο χέρι τους είναι, λοιπόν, να επωφεληθούν το θετικό momentum και να μην απουσιάσουν ξανά για τόσο μεγάλο διάστημα από τη δισκογραφία. 

 

Phase Reverse – Phase III: Youniverse (ROAR, 2015)

 

Οι Phase Reverse είναι κι αυτοί «παλιές καραβάνες» στο χώρο (ξεκίνησαν το 2007). Το Phase III: Youniverse, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του, είναι το τρίτο LP τους. Αρκετοί χαρακτηρίζουν τη μουσική της μπάντας southern metal, οι ίδιοι την περιγράφουν ως Southern European Pentatonic Heavy Metal, προσωπικά πάλι ο όρος heavy rock μου μοιάζει ως ο πλέον ταιριαστός. Όσοι έχουν παρακολουθήσει τις προηγούμενες δουλειές τους (Phase Reverse – 2009 και Phase II: …And Man Created God - 2013) ή έστω τους έχουν δει ζωντανά ξέρουν περίπου τι να αναμένουν. Δεν υπάρχουν σοβαρές διαφοροποιήσεις εδώ, ωστόσο όλα μοιάζουν ένα κλικ βελτιωμένα σε σχέση με τα προηγούμενα άλμπουμ. Βεβαίως θα συναντήσουμε κι εδώ heavy riffs (Milgram, Youniverse, Thrill of it All), ρυθμικά κομμάτια (Whistle Pig, WTF) αλλά και blues ήχους a la Clutch (Keep My Motor Running). Όμως οι συνθέσεις στις οποίες το γκρουπ δοκιμάζει διαφορετικές ιδέες, είναι αυτές που κερδίζουν τις εντυπώσεις. Για παράδειγμα, στις πιο μελωδικές στιγμές τους τα πάνε περίφημα, έτσι το εναρκτήριο Downfall είναι σαφώς το -κατά κάποιον τρόπο- hit του δίσκου (δεν επιλέχτηκε τυχαία να αποκτήσει μουσικό video), από κοντά και το όμορφο mid tempo Time Reverse Time, που συγκαταλέγεται στις πιο ιδιαίτερες ερμηνείες τους. Περίπου στη μέση βρίσκουμε το Moiroloi και το Acheron’ s Deep στα οποία δοκιμάζουν ηπειρώτικους δρόμους, μια ιδέα που έρχεται από το παρελθόν τους και έχει επιχειρηθεί και πολύ παλιότερα (ο λόγος φυσικά για τους Socrates). Στις ξεχωριστές συνθέσεις περιλαμβάνεται χωρίς αμφιβολία και το Synesthesia στο οποίο ακούγονται (προς το τέλος) έγχορδα.  

Ακούγοντας το Phase III: Youniverse αισθάνεσαι ότι επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά η ρήση «η γριά κότα έχει το ζουμί». Εν ολίγοις, οι Phase Reverse τα καταφέρνουν καλύτερα από πληθώρα νέων συγκροτημάτων. Χωρίς ποζεριλίκια, διαδικτυακή αβάντα και εξόφθαλμη υποστήριξη από τους συμμετέχοντες στη «φάση», στοχεύουν στην ουσία που είναι η μουσική, αποφεύγοντας τις ευκολίες που συναντάμε συχνότατα στη συγκεκριμένη σκηνή.

 

Hypnotic Nausea – Hypnosis (Self Release, 2015)

Τα τελευταία λίγα χρόνια έχουν εμφανιστεί στο χώρο του heavy rock μια σειρά από νέα συγκροτήματα από την ελληνική περιφέρεια, τα οποία με τη φρέσκια ματιά και την τολμηρή διάθεση τους έχουν δώσει νέα πνοή στη σκηνή. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τους Tuber (Σέρρες), Naxatras (Θεσσαλονίκη), Instant Boner (Θεσσαλονίκη, επίσης) και Birthday Kicks (Λάρισα). Σε αυτή τη κατηγορία εντάσσονται και οι Hypnotic Nausea από το Αγρίνιο, οι οποίοι κυκλοφόρησαν πριν λίγους μήνες το ντεμπούτο τους Hypnosis. Ηχητικά οι Hypnotic Nausea κινούνται μεταξύ post rock και heavy rock, το ύφος τους είναι αρκετά συγγενικό με αυτό των Tuber (με τους οποίους, άλλωστε, μοιράστηκαν τη σκηνή του An τον περασμένο χειμώνα). Πρέπει να πούμε εξαρχής πως το Hypnosis είναι ένα άλμπουμ που ακούγεται ολόκληρο και όχι αποσπασματικά, αυτό υπαγορεύει η χωρίς κενά μεταξύ των κομματιών ροή του. Οι δυο πρώτες συνθέσεις (Age Regression και Revival Experience) είναι αναγνωριστικές, αναπτύσσονται χαλαρά, σε post rock μονοπάτια, με όμορφες μελωδίες να τις χαρακτηρίζουν. Το κομβικό κομμάτι του δίσκου είναι το ομώνυμο, το οποίο χωρίζεται σε δυο μέρη και τοποθετείται (σοφά) στη μέση του LP. Το Hypnosis (part 1) είναι ένα mid tempo track με ξεκάθαρη post rock φιλοσοφία και κάποια ambient στοιχεία. Αντιθέτως το Hypnosis (part 2) είναι ένα βαρύ stoner κομμάτι με heavy rock riffs και φωνητικά (το μοναδικό του άλμπουμ). Από εκεί και πέρα οι εντάσεις παραμένουν ανεβασμένες, με τις υπόλοιπες συνθέσεις να είναι στο ίδιο υψηλό επίπεδο και ο ακροατής μπορεί να ανακαλύψει σε αυτές σπουδαίες στιγμές όπως το απίθανο funky riff του Synesthesia, τα καταιγιστικά a la Russian Circles περάσματα του Rapid Eye Movement και τις heavy μελωδίες στις κιθάρες του Sensory Integration.

Εν ολίγοις μιλάμε για ένα δίσκο με πολύ «ψωμί», ο οποίος δεν θα πρέπει να περάσει σε καμία περίπτωση απαρατήρητος από το σχετικό (και όχι μόνο) κοινό. Το Hypnosis μπορεί να φανερώνει ότι αποτελεί πρωτόλεια εργασία, παράλληλα όμως είναι ένα συναρπαστικό πρώτο δείγμα γραφής. Οι Hypnotic Nausea αξίζουν συγχαρητηρίων καθώς έφτιαξαν ένα δίσκο που ανανεώνει (έστω και λίγο) την κορεσμένη (αυτή είναι η αλήθεια) εγχώρια heavy rock σκηνή. Εύγε!

 

Narcosis – Road To Infinity (G.O.D. Records, 2015)

Μπορεί μόλις το περασμένο φθινόπωρο να κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους οι Narcosis, ωστόσο η ιστορία του ονόματος τους φτάνει πίσω στο μακρινό 1998. Μετά από μια σειρά ανακατατάξεων, το σχήμα παγίωσε τα τελευταία χρόνια ένα σταθερό line up και με το αυτό ηχογράφησε την παρθενική δουλειά του. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα heavy rock δίσκο με έντονες αναφορές στο grunge (είναι γνωστό εξάλλου ότι τα δυο συγκεκριμένα μουσικά ρεύματα έχουν κοινή αφετηρία, παράλληλη εξέλιξη καθώς και υφολογική συγγένεια). Έτσι οι συνθέσεις άλλοτε φλερτάρουν με τον ήχο των QOTSA (ακούστε για παράδειγμα τα Under My Skin και Hold My Hand) και άλλοτε με αυτό των Nirvana (χαρακτηριστικά τα Out of My Way, A Hole In The Heart αλλά και τα Paranormal Activity και Abuse τα οποία τιμούν το τραγουδιστικό στυλ του Cobain). Βεβαίως οι Narcosis δοκιμάζουν να διαμορφώσουν το δικό τους ύφος, κάτι που αποτυπώνεται κυρίως σε κομμάτια όπως τα Horny Nights, Laws of Men, Hangover και το ορχηστρικό Road to Infinity με το οποίο ανοίγει το άλμπουμ.

Συνθέσεις στέρεες, φροντισμένες και κυρίως εύστοχες, κιθάρες λεπτοδουλεμένες, χωρίς υπερβολές και περιττά φτιασιδώματα και μια προσεγμένη παραγωγή αποτελούν τα βασικά πλεονεκτήματα του δίσκου. Όσοι αρέσκονται σε αυτόν τον ήχο σίγουρα θα βρουν ενδιαφέροντα στοιχεία στο υλικό της μπάντας. Μπορεί στο χώρο τους heavy rock να παρατηρείται συνωστισμός τα τελευταία χρόνια, οι Narcosis ωστόσο είναι από τα συγκροτήματα που έχουν λόγο ύπαρξης, αφού δεν συγκαταλέγονται στις ορδές των γκρουπ που σχηματίστηκαν απλώς για να εκμεταλλευτούν τη θετική για τη σκηνή συγκυρία.

Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος

 

 

Ο Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος γεννήθηκε στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 (συγκεκριμένα τη χρονιά για την οποία έχει τραγουδήσει ο Jimi Hendrix), όταν πια οι Joy Division είχαν πάψει ήδη να υπάρχουν από καιρό (ευτυχώς υπήρχαν οι New Order!). Μετά από χρόνια αναζητήσεων ανακάλυψε αυτό που έψαχνε σε μια έρημο, έκτοτε λατρεύει οτιδήποτε σχετίζεται με τους Kyuss. Πιστεύει ότι αν δεν υπήρχε το rock & roll θα έπρεπε να το έχουμε ανακαλύψει. Επίσης, είναι βέβαιος ότι ο Έλβις ζει κάπου ανάμεσα μας… 

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα