Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017 16:46

MEMORY LANE: The Velvet Underground & Nico (1967)

Written by 

Tι κοινό έχουν οι Television, o Jonathan Richman, οι Black Angels, γενικά η σύγχρονη νεοψυχεδελική σκηνή στο σύνολό της σχεδόν, οι Jesus & Mary Chain, oι Suicide, οι R.E.M., οι Last Drive, οι Spacemen 3, o Brian Eno, ο David Bowie, πολλοί, πάρα πολλοί από τους πρώιμους punks, μεγάλο μέρος του post punk, indie poppers όλων των ειδών και αποχρώσεων, αλλά στην πραγματικότητα και πολλές εκατοντάδες άλλοι που δεν έχω χώρο να γράψω; Φυσικά τους Velvet Underground! Δεν μπορώ καν να φανταστώ πως θα ήταν η σύγχρονη μουσική αν δεν είχαν υπάρξει οι Velvets, αλλά έχω την εντύπωση ότι θα ήταν κάτι πολύ πιο προβλέψιμο, βαρετό, άχρωμο, αυτή είναι η αλήθεια (τουλάχιστον η δική μου αλήθεια, την οποία υποστηρίζω εντελώς σθεναρά). Και για να μείνουμε στο rock, πιθανότατα όλοι θα άκουγαν (όχι εγώ θέλω να πιστεύω, αλλά, πάλι πως μπορώ να ξέρω;) ακόμα τους Lynyrd Skynyrd και διάφορους μιμητές τους. Τραβηγμένο ίσως, αλλά, σκεφτείτε το για ένα λεπτό! Φυσικά μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι αν ο Lou Reed, o John Cale, o Sterling Morrisson, η Μaureen Tucker και η Nico δεν είχαν μπει στο στούντιο υπό την αιγίδα του τεράστιου (και σε όποιον αρέσει, ορισμένα πράγματα δεν χρήζουν άλλωστε απόδειξης) Andy Warhol, για να ηχογραφήσουν αυτό το απίθανο από κάθε άποψη ντεμπούτο, κάποιος άλλος ίσως θα είχε ακολουθήσει, εξερευνήσει πιο σωστά τα ίδια άγνωστα μουσικά μονοπάτια κάποια στιγμή, άλλωστε παράξενους τύπους το rock’n’roll έχει να επιδείξει πολλούς. Έλα όμως που 99% των παράξενων αυτών τύπων ξεκίνησε να παίζει μουσική εμπνευσμένο έστω και λίγο από τους Velvets. Και, ποιο άλλο σχήμα θα φιλοξενούσε μαζεμένες μουσικές προσωπικότητες τέτοιου βεληνεκούς; Πόσο πιθανή θα ήταν η επίτευξη της απαραίτητης χημείας, έστω και για περιορισμένο χρόνο (οι έριδες πάνε «πακέτο» με την συνύπαρξη έντονων χαρακτήρων και  οι Velvets δεν αποτέλεσαν εξαίρεση); Η συζήτηση αυτή είναι υποθετική, σχεδόν χωρίς νόημα: οι Velvets υπήρξαν και το ασύλληπτο The Velvet Underground & Nico (γνωστότερο ως «the banana album», ελληνιστί «η μπανάνα» λόγω του εξωφύλλου - ποιού άλλου; - του Warhol,) ηχογραφήθηκε το 1966 και κυκλοφόρησε πριν από μισό ακριβώς αιώνα, στις 12 Μαρτίου 1967. Η συνέχεια είναι λίγο ως πολύ γνωστή: χλιαρή ανταπόκριση από το μουσικό κοινό και κριτικούς, αλλά τεράστια, συνεχής αναγνώριση, που άρχισε περί την δεκαετία μετά την κυκλοφορία του. Και, πάνω από όλα, η επίθεση μίας σφραγίδας στη σύγχρονη pop/rock μουσική, που, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, αποδεικνύεται ανεξίτηλη.

Προφανώς λίγα πράγματα είναι άγνωστα σε σχέση με την κυκλοφορία αυτή, με πρώτα-πρώτα τα ίδια τα τραγούδια που την αποτελούν. Δύσκολα μπορώ να φανταστώ ότι υπάρχει άνθρωπος που ακούει rock με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου, που δεν έχει ακούσει ας πούμε το I’m Waiting For Τhe Man (ακόμα και οι άσχετοι που ενθουσιάζονται με το hair metal, τόσο πολύ!). Το ντεμπούτο των Velvet Underground, μισό αιώνα από την κυκλοφορία του έχει καταστεί κάτι σαν «κοινόκτητο», σαν κάτι το δεδομένο. Και αυτός ακριβώς είναι ο ευκολότερος τρόπος να ξεχάσουμε την ουσία ορισμένων πραγμάτων: να τα θεωρήσουμε δεδομένα. Δεν θέλεις και πολύ να καταλήξεις σαν τους Rolling Stones του σήμερα (και μόνο του σήμερα, δεν έχω τρελαθεί!). Όμως οι Velvet Underground ποτέ δεν έγιναν κάτι τέτοιο.

Φταίει η μουσική τους, ίσως; Σίγουρα. Γιατί οι Velvets χρησιμοποίησαν το, τόσο νέο και άγουρο τότε rock και την pop σαν πρώτη ύλη, βλέποντάς το μέσα από ένα avant garde πρίσμα που παραμόρφωνε οτιδήποτε ο, ούτως ή άλλως ο άμοιρος ανησυχιών (και τότε και τώρα και πάντα!) μέσος ακροατής, θα ανέμενε από ένα τέτοιο δίσκο – για να μη μιλήσω για τους εγκεφαλικά νεκρούς κριτικούς και τους ανόητους των δισκογραφικών, οι οποίοι, εκείνη ειδικά την εποχή απαιτούσαν από όλες τις μπάντες να παίζουν διασκευές και μάλιστα συγκεκριμένες διασκευές (με αποτέλεσμα τραγούδια σαν το Hey Joe, για παράδειγμα, να έχουν διασκευαστεί πολλές χιλιάδες φορές). Ο Lou Reed, o John Cale και η παρέα τους, παρέδωσαν μία ηχογράφηση που περιλάμβανε μόνο πρωτότυπες συνθέσεις. Αυτό από μόνο του ήταν μία υπέρβαση για το ισχύοντα στην τότε δισκογραφία όπως είπαμε. Συγχρόνως παρέδωσαν μία ηχογράφηση που χαρακτηρίζεται από μία παράτολμη στα όρια της πλήρους άγνοιας κινδύνου αναδόμηση της rock μουσικής που τότε βρισκόταν ακόμα στα σπάργανά της.

Όμως νεωτεριστές, πειραματιστές κάθε είδους και μάλιστα σημαντικοί υπήρχαν πολλοί στον χώρο εκείνη την εποχή, θα μπορούσε, και πολύ σωστά, να παρατηρήσει κανείς. Σε τι διέφεραν οι VU; Στα πάντα, θα μπορούσα να σας απαντήσω. Κατ’ αρχήν ο ήχος τους δεν είχε καμία εμφανή τουλάχιστον αναφορά στο ψυχεδελικό rock που τότε γνώριζε (και όχι αδικαιολόγητα) δόξες, ξεπερνώντας γρήγορα τα στενά όρια της underground σκηνής. Όχι εμφανή, διότι υπάρχουν κομμάτια που κάλλιστα, ελλείψει άλλου όρου, μια χαρά θα τα κατέτασσες στην ψυχεδέλεια (λ.χ. το Venus In Furs). Όμως τίποτα μα τίποτα στον δίσκο αυτό δεν έγινε με βάση υφιστάμενες συνταγές. Από τα κουρδίσματα του Reed στην κιθάρα και τα επαναλαμβανόμενα ακόρντα, τον μινιμαλιστικό τρόπο που χτύπαγε η Tucker τα ντραμς, τους παράδοξους ήχους που έβγαζε η βιόλα του Cale, την unpop δωρικότητα των φωνητικών της Nico, που πολλοί φτάνουν να ονομάζουν πρώιμο goth (ας γελάσω!), όχι μόνο στο επικό All Tomorrow’s Parties, αλλά ακόμη και στο ερωτικό, πανέμορφα μελωδικό I’ll Be Your Mirror, στο αιθέριο Sunday Morning και το εμβληματικό Femme Fatale. Ο τρόπος με τον οποίο οι VU περνούσαν με την μεγαλύτερη άνεση του κόσμου από ένα μινιμαλιστικό, άμεσο αστικό rock’n’roll (το οποίο αυτοί δημιούργησαν, οριοθέτησαν στην πραγματικότητα) στην pop και από εκεί στην ψυχεδέλεια ή την avant garde και άρα από την «καθαρή», εύληπτη μελωδία στον θόρυβο, είναι απλώς ασύλληπτος. Το rock παύει να είναι απλώς ένα μουσικό είδος που ξεσηκώνει την ήδη επαναστατημένη νεολαία της εποχής. Γίνεται Τέχνη και, ναι, ήδη πολλοί άλλοι είχαν προσφέρει την τεράστια συνεισφορά τους προς αυτή την κατεύθυνση, το είπαμε, όμως ποτέ με τον τρόπο που οι VU έκαναν. Ας θυμηθούμε το r’n’b με μπόλικη pop διάθεση Τhere She Goes Again και μετά το The Black Angel’s Death Song (που έδωσε το όνομα σε ξέρετε ποιους φίλους μας) και έχετε μπροστά στα μάτια σας δύο κομμάτια που μοιάζουν να απέχουν σε ύφος, διάθεση, ήχο κάποια έτη φωτός. Και όμως, βρίσκονται στον ίδιο δίσκο και όταν τα ακούς αντιλαμβάνεσαι ότι το καθένα από αυτά είναι υπέροχο, αλλά, με έναν «μαγικό» τρόπο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος ενός απολύτως αναγνωρίσιμου συνόλου. Ήταν ο ήχος κάποιων παράταιρων, που δεν μπορούσαν να βρουν θέση στο πολύχρωμο, μεθυσμένο από την νεανική επανάσταση περιβάλλον; Στην πραγματικότητα ήταν η φωνή μιας ολόκληρης γενιάς νέων, μεγαλωμένων σε ένα συχνά απάνθρωπο αστικό περιβάλλον. Μόνο που ήταν η φωνή της επόμενης γενιάς νέων, όπως απεδείχθη, όχι της δικής τους.

Δεν ήταν μόνο η μουσική, όμως, ήταν και οι στίχοι που καθιστούσαν την όλη ηχογράφηση πρωτόγνωρη για την εποχή. Ήταν αυτή ωμή αμεσότητα με την οποία οι VU μιλούσαν με τον πιο φυσιολογικά τρόπο μέσα από τα τραγούδια τους για τα πιο ενοχλητικά ζητήματα. Δανείζομαι την ακόλουθη (φανταστική προφανώς) ιστορία από παλαιά liner notes: Μαμά μπαίνει στο δωμάτιο της κόρης της και την βλέπει να ακούει ένα ήρεμο, υποτονικό κομμάτι. Το τραγουδάει ένας τύπος που ηχεί άφωνος, στην πραγματικότητα απαγγέλλει τους στίχους. «Πως λέγεται αυτό το τραγουδάκι;» ρωτά η μαμά, για να δείξει και ενδιαφέρον. «Heroin» απαντά το κορίτσι αδιάφορα και, πριν η μαμά βάλει τις φωνές, το ήρεμο κομματάκι έχει ξεσπάσει σε ένα ανεπανάληπτο για την εποχή που ηχογραφήθηκε white noise. Και άλλοι θορύβησαν, φυσικά έκτοτε, και έσπασαν και κιθάρες, και φώναξαν ότι είναι αναρχικοί, ότι μισούν τον τάδε, δεν γουστάρουν τον δείνα, αγαπάνε τον Σατανά (ποιος είπε ότι το rock είναι απαλλαγμένο από βλάκες; Βρίθει στην πραγματικότητα). Αλλά, όπως και να έχει, κανένας μα κανένας απολύτως δεν εξαπέλυσε με τον ίδιο τρόπο και φυσικά στον ίδιο χρόνο, τέτοιους στίχους ενοχλητικούς, όπως είπαμε (το μενού περιλάμβανε σαδομαζοχισμό, ναρκωτικά, γενικά παρακμή σε γενναίες δόσεις), συγχρόνως ποιητικούς, συγχρόνως εύληπτους, συγχρόνως σοβαρούς, με νόημα. Και όλα αυτά, με έναν τρόπο που δήλωνε κάθε στιγμή, χωρίς σταματημό την διαφοροποίησή τους από κινήματα, τάσεις, ρεύματα της εποχής. Το σύμπαν των VU ήταν το δικό τους σύμπαν. Όποιος όμως έκανε (ή κάνει) τον κόπο να τους ακούσει, αντιλαμβάνεται ότι αυτό το φαινομενικά παράλληλο σύμπαν είναι εκεί που και αυτός βρίσκεται, είναι η πραγματική ζωή, των πραγματικών ανθρώπων, με τα πραγματικά προβλήματα, αδυναμίες, συναισθήματα.

Οι αποβλακωμένοι hippies δεν κατάλαβαν προφανώς, τότε, ούτε και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους, αλλά, ευτυχώς, δικαιοσύνη αποδόθηκε στους VU και σε αυτό το πρώτο τους αριστούργημα. Μισό αιώνα μετά, δεν μπορούμε παρά να τους ευγνωμονούμε, γιατί κατόρθωσαν να δώσουν νέα υπόσταση στην μουσική που εξακολουθούμε να αγαπάμε.

Παναγιώτης Γαβρίλης

 

Ο Παναγιώτης Γαβρίλης είναι επιφανειακά ένας εξωστρεφής τύπος που αγαπά την μπύρα και τις θορυβώδεις κιθάρες, όμως στην πραγματικότητα είναι ένας ρομαντικός: αγαπά την λογοτεχνία και την ποίηση και ονειρεύεται κάποτε (σύντομα, η ζωή είναι μικρή), να επικρατήσει παγκόσμια ειρήνη και ευμερία και η ΑΕΚ να «σηκώσει» το Champions League. Φυσικά, τίποτα από όλα αυτά δεν πρόκειται να συμβεί. Ποτέ.

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα