Print this page
Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020 15:37

MEMORY LANE: David Byrne «The Catherine Wheel»

Written by 

Track listing: His Wife Refused - Two Soldiers - The Red House - My Big Hands (Fall Through the Cracks) - Big Business - Eggs in a Briar Patch – Poison - Cloud Chamber - What a Day That Was - Big Blue Plymouth (Eyes Wide Open) - Light Bath.

 (Sire SIR 56 979)

Παραγωγή: David Byrne

 

Από το 1976 που ο Νεοϋορκέζος μεν αλλά Σκωτσέζος στην καταγωγή (γεγονός που εξηγεί πολλά…) David Byrne βγήκε «στο κουρμπέτι» δεν έπαψε ποτέ να μας ξαφνιάζει. Πρώτα με τους θρυλικούς Talking Heads, μετά με την σόλο καριέρα του και τέλος με την εντρύφηση στις λάτιν μουσικές της Νότιας Αμερικής μέσω της εξωφρενικά πολύχρωμης και πολύρρυθμης Luaka Bop έχοντας στο αναμεταξύ καταθέσει πλείστα δείγματα του δημιουργικού μυαλού του σε κάθε λογής τέχνη: ποίηση, performance art, θέατρο, λογοτεχνία, καθώς και μία σειρά από συνεργασίες με κορυφαίους μουσικοσυνθέτες σε solo albums. Μια ακούραστη δημιουργική persona που δεν έχει πάψει ποτέ να ανακατεύεται σε κάθε τομέα της ανθρώπινης έκφρασης απευθυνόμενος σε intellectual κοινό που πάντα αναζητούσε το «κάτι διαφορετικό» στην τέχνη, κι αυτό το εκπροσωπούσε επάξια χωρίς ουδέποτε να πέσει κάτω από το επίπεδο του θαυμαστού. Ήδη σήμερα μαθαίνουμε ότι «τρέχει» ένα διαδικτυακό περιοδικό ονόματι Reasons to Be Cheerful που κατά τον ίδιο αποτελεί «…εν μέρει περιοδικό, εν μέρει θεραπευτική συνεδρία και εν μέρει σχεδιάγραμμα για έναν καλύτερο κόσμο για έξυπνες, δοκιμασμένες και προς αντιγραφή λύσεις για τα πλέον σημαντικά προβλήματα του πλανήτη…».

Η ιδιοφυΐα αυτή (γιατί περί τέτοιας πρόκειται αν δεν το έχετε καταλάβει ακόμα) ποτέ δεν έκρυψε τον έρωτά της για τους κάθε λογής ρυθμούς της γης (πιστεύω ότι σαν ντράμερ θα διέπρεπε) και ειδικά της Αφρικής, εκεί που γεννήθηκαν όλα. Γρήγορα ξόρκισε το πάνκ (δεν τον χωρούσε άλλωστε…) αφού προηγουμένως το «μπόλιασε» με τους οπερετικούς λαρυγγισμούς του (αλήθεια έχετε ακούσει κανέναν άλλον να τραγουδάει σαν τον Byrne;) και βούτηξε μαζί με τους Talking Heads στα βαθιά της Αφρικάνικης ρυθμολογίας αφομοιώνοντάς την και εμπλουτίζοντάς την σε τέτοιο βαθμό που οι υπόλοιποι τρεις bandmates του τον ακολουθούσαν ανίδεοι για το τι τους περίμενε, έκθαμβοι με το τι άκουγαν να βγαίνει από τούτο τον «πειραγμένο» εγκέφαλο και ανίκανοι να συνδράμουν στα έργα του νιώθοντας εντελώς άνισοι μπροστά του και περιοριζόμενοι απλά στη συνοδευτική του μπάντα. Μέσα σε μια δεκαετία «τους τερμάτισε» και όταν ένιωσε ότι δεν έχει άλλα να πει μαζί τους ετούτο το διαρκώς ανήσυχο μυαλό τους διέλυσε αναζητώντας νέα ηχοτοπία αφήνοντάς τους μόνους και άσημους χωρίς καν τη σκέψη να συνεχίσουν χωρίς αυτόν.

Σήμερα όμως θα μας απασχολήσει μια άγνωστη πλευρά της σόλο πορείας του:

Πρόκειται για τη μουσική που «έντυσε» το θεατρικό έργο «The Catherine Wheel» της χορογράφου Twyla Tharp (μα είναι όνομα αυτό;) που έκανε πρεμιέρα τον Σεπτέμβρη του 1981 στο Winter Garden Theatre της Νέας Υόρκης. Την περίοδο που βγήκε ο δίσκος ο Byrne είχε βγάλει το ένα αριστούργημα μετά το άλλο: Remain In Light, My Life In The Bush of Ghosts, οι Talking Heads είχαν «αναστείλει δραστηριότητες» για λίγο (την επόμενη όμως χρονιά θα έπαιζαν για πρώτη φορά στην χώρα μας!!) και τα μέλη είχαν στραφεί σε προσωπικά projects: το αντρόγυνο Chris Frantz και Tina Weymouth έβγαλαν το νερόβραστο Tom Tom Club (το θυμάστε;) και ο Jerry Harrison το The Red and the Black. Ήταν λοιπόν ελεύθερος να βγάλει έξω τους «παράξενους» ήχους που λυσσομανούσαν στο κεφάλι του και να μας καταπλήξει για άλλη μια φορά…

(Ο David Byrne με την Twyla Tharp)

Εδώ ο Byrne παίζει όλα τα όργανα μόνος του χωρίς να περιορίζεται μόνο σ΄ αυτά αλλά και σε οτιδήποτε μπορεί να παράγει ήχο (ποτιστήρια, κουδούνια κλπ.) και τον βοηθούν οι Yogi Horton, John Cooksey, Steve Scales (ντράμς), John Chernoff  (κιθάρα, πιάνο, κόνγκας, κρουστά), αλλά και εκλεκτοί γκέστ: Ο τεράστιος Brian Eno σε τρία κομμάτια (μαζί με τον Byrne παίζουν καμιά εικοσαριά όργανα γι΄ αυτό και δεν περιγράφω τι παίζει ο καθένας…), ο εξαιρετικός κιθαρίστας Adrian Belew (και «άτυπο» μέλος τότε των Talking Heads), ο επίσης bandmate Jerry Harrison και ο πρώην Funkadelic Bernie Worrell στα κήμπορντς σε ένα κομμάτι!! Ε, μετά από όλα αυτά δύσκολα θα περίμενε κανείς να βγει κάτι μέτριο!

Κάλλιστα θα μπορούσε να έχει γραφτεί από τους Talking Heads την χρυσή εποχή του Remain… ή να είναι η συνέχεια του My Life… και να αποτελεί επίσης έναν αριστούργημα!! Αναγκαστικά τα κοινά στοιχεία είναι πάρα πολλά με τούτα τα δυο άλμπουμ λόγω του κοντινού διαστήματος έκδοσής τους. Αφρικάνικοι ζουγκλοειδείς ρυθμοί, φάνκυ μπάσα με έκο, κιθάρες θεϊκές και ιπτάμενα κήμπορντς βγάζουν ασύλληπτες για το ανθρώπινο αυτί αρμονίες! Τέτοια κομμάτια δεν ταιριάζουν σε θεατρικό έργο, αλλά μόνο σε αναπαράσταση Αφρικανών Σαμάνων στη σκηνή μέσα σε ένα ομιχλώδες τοπίο σαν αυτό του εξωφύλλου του δίσκου με τις σιδερένιες μπάρες. Και σε κάτι τέτοιο υποθέτω θα απέβλεπε η Tharp σαν χορογράφος.

Σε πρώτη εντύπωση φαντάζουν κομμάτια που απορρίφθηκαν από τους Talking Heads, αλλά από ποιόν; Αφού ο Byrne ήταν κι εκεί το αφεντικό και τα έγραφε όλα! Μη φανταστείτε λοιπόν ότι έχουμε να κάνουμε με «β΄ διαλογής» υλικό. Κάθε άλλο: Εδώ έβαλε ό,τι του είχε περισσέψει από την συνεργασία του με τον Eno στα προηγούμενα άλμπουμ τους! Οι επιρροές του Byrne με αυτό τον δίσκο δεν βασίζονται στους παγανιστικούς ρυθμούς, αλλά κάνουν ένα βήμα πιο πέρα: είναι πλέον εξωγήινες και παραμένει άγνωστο πώς έγινε δέκτης αυτών. Πάρτε για παράδειγμα το Light Bath: εδώ ο Byrne παίζει… triggered flutes (έτσι γράφει…) μόλις για ένα λεπτό και αναπαράγει ήχους που ούτε που θέλεις να ξέρεις σε ποιόν πλανήτη τους ανακάλυψε δίνοντας έναν απόκοσμο επίλογο …

Είπαμε πριν ότι τα Remain In Light και My Life In The Bush of Ghosts στοιχειώνουν κάθε αυλάκι του δίσκου. Μια κόπια του Regiment λοιπόν δίνει ο ρυθμός, το αργό συνθεσάιζερ και το μπάσο στο My Big Hands (Fall Through the Cracks) όπου πλην των ντραμς ο Byrne τα παίζει όλα μόνος του με παραμορφωμένα φωνητικά. Οι κιθάρες είναι σκέτο εργόχειρο στο Big Business με ρυθμό που προσθέτει, αφαιρεί και ενορχηστρώνει ξανά ορισμένα μέρη για να φτάσει σε μαγικούς συνδυασμούς και φιλοξενεί τον Bernie Worrell δίνοντάς του ακόμα πιο διαστημική αύρα στα κήμπορντς που αναδύονται ελεύθερα μέσα από τις χαραμάδες του μπάσου, το δε μπάσο είναι γεμάτο χρώματα και στροβιλίζεται μέχρι να βγει η φωνή του Byrne με χορωδιακά και εκκλησιαστικά αποσπάσματα. Το έπαιξαν και σε άλλη εκτέλεση οι Talking Heads στο Stop Making Sense. Σίγουρα το πιο αβαντ γκαρντ κομμάτι του δίσκου είναι το ινστρουμένταλ Cloud Chamber όπου ο Byrne παίζει με κουταλοπήρουνα, κουδούνια με πολύ echo, ο Jerry Harrison βαράει ένα τύμπανο και η Twyla Tharp ένα…ποτιστήρι(!) και στο μίξερ φτιάχνει ένα ψυχεδελικό υπνωτικό που με κάποια μακρινά κήμπορντς από κάτω είναι η κατάλληλη μουσική για ένα παγωμένο τοπίο. Εμένα αυτό μου ήρθε στο μυαλό!! Δεν λείπουν όμως εδώ και μετριότητες σαν το What a Day That Was που ορθώς έμεινε έξω από τα άλμπουμ και των Talking Heads παρ΄ ότι το έπαιξε και αυτό με τους τελευταίους σε άλλη εκτέλεση στο Stop Making Sense. Ίσως γι΄ αυτό το ομώνυμο φιλμ του Jonathan Demme και ο δίσκος αποτελούν «σπυριά γεμάτα πύον» στην αξιολάτρευτη δισκογραφία τους…

Τα καλύτερα κομμάτια (εκτός Eno) είναι τα His Wife Refused στο γνώριμο ύφος του Remain in Light με αφρικάνικους φάνκυ ρυθμούς, extravaganza φωνητικά και κιθάρες του Adrian Belew που στριγκλίζουν και βγάζουν ήχους πρωτόγνωρους. Ασύλληπτο το μπάσο και τα ντράμς. Σίγουρα μια απορριμμένη παραλλαγή του Once In a Lifetime με άλλους στίχους που ένα outtake οδήγησε σε αυτό το αριστούργημα. Εδώ ο Byrne προσεγγίζει τον αρχικό του εαυτό του 1977 με τον τρόπο που τοποθετεί στη σύνθεση τους στίχους. Στο δε Poison όπου και εδώ τα παίζει όλα μόνος του μαζί με την Dolette McDonald στα φωνητικά, όταν παρατάει στην άκρη τους πειραματισμούς δείχνει ότι μπορεί να φτιάξει και δικά του τραγούδια και τούτο δείχνει τα πρώτα ψήγματα της σόλο μουσικής του εποχής Luaka Bop και μετέπειτα… Το τελευταίο ισχύει και για το Big Blue Plymouth (Eyes Wide Open) με ωραία μελωδία και φάνκυ μπάσο και ρυθμό που θα μπορούσε να γίνει και χιτ στις ντισκοτέκ!!! Δύσκολα μπορείς να αντισταθείς και να μην χορέψεις με τούτο δω! Η φωνή του εδώ είναι τόσο πολύχρωμη που με τα φωνητικά της Sue Halloran να την περιστοιχίζουν είναι σκέτο στολίδι.

Και ερχόμαστε στο «κερασάκι της τούρτας»: Στα τρία κομμάτια που παίζει ο Eno παρατηρούμε κατ΄ αρχήν ότι λείπουν τα φωνητικά. Μα πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς όταν αυτό που ακούμε από τη συνεργασία των δύο ογκόλιθων είναι τόσο τέλειο και απόκοσμο, που διώχνει τελείως την προσθήκη φωνής κάνοντάς την περιττή αν όχι ενοχλητική;

Στο Two Soldiers οι πολλαπλασιασμένοι ρυθμοί του μπάσου που παίζει ο Eno ανακατεύεται με το πιάνο του και τις υπνωτικές στριγκλιές της κιθάρας σε ένα φοβερό ταξίμι οn acid, ενώ το συνθεσάιζερ του Byrne και οι κιθάρες του Belew που μασουλάνε ανατολίτικα θέματα συναγωνίζονται μεταξύ τους. Μια έκτρωση του θρυλικού Regiment αλλά τι εκτέλεση!! Στο The Red House οι δύο ιδιοφυΐες δοκιμάζουν τις ικανότητές τους στα συνθεσάιζερς και ανακατεύουν samplings από διάφορες φωνές μέσα σε συνέχεια του Spirit of Jezebel (αυτό με τον εξορκισμό μέσα) αλλά και του Q’Ran του My Life…εξερευνώντας τους ιδιαίτερους χώρους των Eno \ Belew όπου τα συνθεσάιζερς και οι κιθάρες σπάζονται από τα μπερδεμένα χτυπήματα των κρουστών που παραξενεύουν τον ακροατή.

Κιθάρες σοπράνο έχετε ακούσει ποτέ; Ε, στο Eggs in a Briar Patch ο Belew «δίνει τα ρέστα του» (συμμετέχει και ο Harrison) ανακατεύοντας και τη φωνή ενός ιεροκήρυκα και μας κάνει (και πάλι) να αναπολούμε το My Life...

Είναι ένα άλμπουμ – τομή στη σύγχρονη μουσική που θέλει πάμπολλές ακροάσεις για να αποκρυπτογραφήσεις τα θαυμαστά μηνύματά του. Και αυτό φαίνεται να το κατάφερε ο σεβάσμιος δάσκαλος Νίκος Κοντογούρης γράφοντας τότε στο Ποπ και Ροκ ότι πρόκειται για ένα: «…Αρκετά περίεργο άλμπουμ που με έφερε σε δύσκολη θέση όταν προσπάθησα για πολλοστή φορά να εισχωρήσω στο πνεύμα του David Byrne που είναι ο κύριος συνθέτης και κυριαρχούσα μορφή. Τα πασίγνωστα κιθαριστικά ριφφς σε κάνουν να πιστεύεις ότι πρόκειται για ένα ακόμη LP των Talking Heads. Τα υπερβολικά όμως ηχητικά εφφέ που κάθε τόσο παρεμβαίνουν και διαμελίζουν τη μουσική δομή κάθε τρακ, δίνουν την εντύπωση μιας ακόμα συνεργασίας των Eno – Byrne. Και τέλος ο διακριτικός Adrian Belew με τις κιθάρες του δημιουργεί ένα ξεχωριστό ηχητικό στάτους. Το τελικό αποτέλεσμα το αναμενόμενο. Τι άλλο θα μπορούσε να προκύψει από την συνεννόηση τριών τέτοιων μουσικών εγκεφάλων; Το κακό είναι ότι προσπαθεί ο ένας να διεισδύσει στο απολυταρχικό ύφος του άλλου. Υπάρχουν θέματα όπου διατηρείται η μελωδία, ο ρυθμός, η απλότητα και το συναίσθημα. Υπάρχουν στροφές όπου τα εφέ και τα συνθεσάιζερς κατακερματίζουν το κύριο θέμα και μετά από συνεχείς παρεμβολές που σε ορισμένα σημεία καταντούν εκνευριστικές, πετυχαίνεται επιστροφή στην αρχική πορεία. Οι στίχοι χιουμοριστικοί, χωρίς συγκεκριμένο νόημα, θεατρικοί εξυπηρετούν απόλυτα τον σκοπό του έργου, γίνονται κατανοητοί ευκολότερα όταν ο ακροατής έχει υπάρξει και θεατής. Υπάρχουν και ορισμένα σημεία που ενώ γίνεται προσπάθεια για να διατηρηθεί η μελωδία, επεμβαίνει ο Belew και μετατρέπει οριστικά το χαρακτήρα της σύνθεσης. Ένα πειραματικό έργο αξιόλογο δίχως όμως να πληρεί τις προϋποθέσεις ύπαρξης τέτοιων μουσικών απόλυτα. Πολλοί θα το αγοράσουν πιστεύοντας στους Talking Heads και άλλοι γιατί θα αναζητήσουν τους πειραματισμού Eno \ Byrne. Πιστεύω πως θα απογοητευτούν όλοι τους. Το Catherine Wheel είναι κάτι το ξεχωριστό…».

Μια κριτική που πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (…πρέπει δηλαδή να ήμασταν στη Νέα Υόρκη για να δούμε την παράσταση για να κατανοήσουμε «ευκολότερα» τους στίχους;) με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, μαζί με αυτήν του David Fricke από το Rolling Stone Magazine (σε μετάφραση του Ποπ και Ροκ): «…Κατά κάποιον τρόπο το Catherine Wheel είναι άλμπουμ των Talking Heads. Αυτό που του δίνει το ρυθμό δεν είναι ο ρυθμός ή γενικά η κάποια σοβαρότητα. Είναι ένας μοναδικός συνδυασμός και των δύο: μια ακαδημαϊκή ψυχρότητα που επισκιάζεται από χορευτικό πυρετό που θα μπορούσε να αναζητηθεί στα Take me to the River και το ολοκαύτωμα Fear of Music. Όπως τα περισσότερα σάουντρακ και οι ορίτζιναλ εκδόσεις, έτσι και το Catherine Wheel έχει δική του προσωπικότητα. Το απορίας άξιο της χορογραφίας της Twyla Tharp στα 73 λεπτά του show είναι ότι καταφέρνει να συνδυάσει τη μελετημένη χάρη του μοντέρνου χορού, την σεξουαλική ένταση και τον απελευθερωμένο αυθορμητισμό του ηλεκτρικού πάνκ. Η μουσική του Byrne και οι στίχοι κάνουν το ίδιο πράγμα αντίστοιχα δημιουργώντας ένα μείγμα που συνεπαίρνει RocknRoll, R’nB αλλά με κάποια δραματική αίσθηση. Η μουσική και μόνο είναι ικανή να αντικαταστήσει το χορό…».

Συμπέρασμα: Ο Eno έγραψε μια ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΗ τριλογία με τον Bowie (Low / Heroes / Lodger) και άλλη μια με τον Byrne (Remain In Light / My Life In The Bush of Ghosts / Catherine Wheel).

Και τρία χρόνια αργότερα πήρ΄ απ΄ το χέρι τους U2 και τους μεταμόρφωσε σε superstars…

(****)

Γιώργος Δ. Δημόπουλος

 

Πηγές:

Wikipedia

YouTube

Discogs

ΠΟΠ και ΡΟΚ τεύχος №: 50 (ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1982) σελ. 93 – 94

Lifo

Γιώργος Δ. Δημόπουλος

Ο Γιώργος Δ. Δημόπουλος μετά από 35 χρόνια οπτικοακουστικής και έντυπης ενασχόλησης με την μουσική, στούμπωσε και εξερράγη ο ροκ γραφιάς (=θάψιμο με το καντάρι) που έκρυβε μέσα του, από τότε που άκουσε Birthday Party για πρώτη φορά του κόπηκ΄ η αναπνοή και έκτοτε υποστηρίζεται μηχανικά (σαν τον Darth Vader), λατρεύει και επαινεί την Θήβα όπου ζει και εργάζεται(..) και ταυτόχρονα την μισεί και την χλευάζει ανά την γη (τέτοια μαζόχα!!), πιστεύει στον Βάζελο και στα πιτόγυρα και αρνείται να δεχτεί ότι υπάρχει μουσική από το 1993 και δώθε (ΜΗ ΒΑΡΑΤΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙΙΙΙΙ!!!!).

Latest from Γιώργος Δ. Δημόπουλος

Related items