Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017 22:00

Record Shuffle # 4: Honeyblood, Carl Broemel, The Sword, Joe Purdy, Sinkane

Written by 

HONEYBLOOD - Babes Never Die (Fat Cat Records, 2016)

Δεν είναι μόνο το τι λες, αλλά και το πώς το λες. Ως Έλληνες γνωρίζουμε την τραγικότητα της αθάνατης στιχουργικής καψουροθεματολογίας, χάρη στην οποία, κατά κανόνα, το επίπεδο της εγχώριας μουσικής παραμένει σε επίπεδα πάτου βαρελιού. Στην περίπτωση όμως των Honeyblood η γυναικεία απελευθέρωση (sic και ξανά sic!) και τα ομαδόν πυρά εις βάρος των ανδρών που πρωτογνωρίσαμε στο φερώνυμο προπέρσινο ντεμπούτο τους, καλά κρατούν και στο Babes Never Die, χωρίς το παραμικρό ίχνος της καθιερωμένης Ελληνικής μιζέριας. Μόνο που τώρα δεν αποσκοπούν τόσο να πλήξουν τους άντρες, αλλά να στηρίξουν και να δώσουν αυτοπεποίθηση στις γυναίκες. Βέβαια, ιδίως η Stina Tweeddale (κιθάρα και φωνητικά α-λα Miki Berenyi), αλλά και η Cat Myers (τύμπανα) που αντικατέστησε την Shona McVicar, κυρίως για λόγους εμφάνισης, δε νομίζω πως έχουν επί του προκειμένου κάποιο θεματάκι. Το Σκοτσέζικο girl group -  ντουέτο (ακούγονται σαν πλήρης μπάντα) υπό την καθοδήγηση του παραγωγού James Dring (JamieT, Gorillaz) παίζει θυμωμένα και μελωδικά όλο το φάσμα της alt και indie rock, της noise pop και του shoegaze, αγαπώντας ξεδιάντροπα τα hooks και τις φαζαρισμένες κιθάρες. Μην πιστεύετε το hype που τις θέλει να μοιάζουν στους Jesus And Mary Chain, εκτός κι αν γίνεται λόγος για την καταγωγή τους. Εδώ έχουν την τιμητική τους οι Heart Throbs (φερώνυμο τραγούδι), οι Breeders και οι Throwing Muses (Love Is Disease) και φυσικά οι Lush (Sister Wolf, Hey, Stellar). Ακόμα και όταν κατ’ εξαίρεση αποφασίζουν να αφήσουν κατά μέρος το θόρυβο, στον οποίο είναι αφιερωμένα το εισαγωγικό Intro και το καταληκτικό Outro, φτιάχνουν όμορφα μελωδικά τραγούδια με σκοτεινά τοπία (Walking At Midnight) ή υπέροχες φωνητικές αρμονίες (Cruel). Η δύναμή τους όμως κορυφώνεται στην «καταιγίδα» Ready For The Magic (yes, we are!) που δείχνει πώς θα ακούγονταν οι Go-Gos αν αγαπούσαν τη rock (αν προσθέσω: «και δε συνέτειναν στην παγίωση της σεξιστικής νοοτροπίας» έχω ελπίδες, Stina;), αλλά και στο Sea Hearts με τη βομβιστική rhythm section και την ενέργεια των Everclear πανταχού παρούσα.

 

Carl Broemel – 4th of July (Stocks in Asia Records, 2016)

Μάλλον έφτασε η στιγμή που ο Carl Broemel απελευθερώνεται από το «άγχος» του να αποδείξει ότι είναι ένας καλός κιθαρίστας. Πλέον, μπορεί να δηλώνει σταθερός φαν του Neil Young, χωρίς να το έχει σκεφτεί κάποιες μέρες νωρίτερα. Αυτή η ωρίμανση χρειάστηκε τη μεταβατική εμπειρία του All Birds Say (2010) και συνολικά τρία άλμπουμ για να ολοκληρωθεί. Ο κιθαρίστας των My Morning Jacket, έχοντας μάλιστα παίξει στο πλευρό του ειδώλου του και του Roger Waters, βγαίνει με αυτοπεποίθηση στο 4th of July ως συνθέτης και ως μουσικός. Αν και έχει στο πλευρό του δύο συνοδοιπόρους από τους My Morning Jacket, τον κιμπορντίστα Bo Koster και τον μπασίστα Tom Blankenship, διαφοροποιείται ουσιαστικά από τον ήχο της μπάντας του. Συνεπώς, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ψυχεδελικές, progressive ή funk επιρροές, αλλά κυρίως με laid-back pop και rock τραγούδια, που χαλαρώνουν τις αισθήσεις. Μόνη εξαίρεση, που θυμίζει τους MMJ, αποτελεί το φερώνυμο του δίσκου τραγούδι, που συμπτωματικά είναι και το καλύτερο. Στη δεκάλεπτη διάρκειά του ο Broemel σολάρει διαρκώς, έχοντας τα φωνητικά των Neko Case και Shelly Colvin ως ιδανικό ατμοσφαιρικό συμπλήρωμα. Κατά τα λοιπά, θα διακρίνετε διάχυτη την ευφορική και ηχητική αισθητική των War On Drugs. Στο Sleepy Lagoon θα θυμηθείτε τους ELVY και θα ξαφνιαστείτε ευχάριστα από τα κελαηδήματα, με τα οποία σβήνει η μουσική. Στο Rockingchair Dancer, μέσα από ένα νανούρισμα που έγραψε για το γιο του, οι Simon & Garfunkel με τη βοήθεια της Laura Veirs συναντούν το new acoustic movement, ενώ στο Snowflake το 70’ς mid tempo soft rock των America και Al Stewart ενώνεται με τη folk πλευρά των Penguin Café Orchestra μέσω finger-picked κιθάρας. Υπάρχει ακόμα γερή δόση από τους The War on Drugs στο εθιστικό Landing Gear, κινηματογραφική διάσταση στο folk-pop In The Dark, νοσταλγική ατμόσφαιρα κρουαζιερόπλοιου στο Crawlspace, αλλά και φόρος τιμής στη λιγότερο γνωστή πλευρά των Sniff & the Tears στο Best Of.

 

THE SWORD - Low Country (Razor & Tie Recordings, 2016)

Η γνωριμία μου με τους The Sword ήρθε καθυστερημένα με το High Country. Αφού δηλαδή είχαν «απατήσει» τις metal καταβολές τους για τα αναμφισβήτητα γλυκά μάτια του ευρύτερου hard rock χώρου. Προφανώς η αναδρομή της μπάντας στις ρίζες των Led Zeppelin, Deep Purple και Black Sabbath, δεν άφησε ανέγγιχτο τον ήχο της, δίνοντας χώρο στα blues και τα πλήκτρα. Το Low Country είναι κατά κάποιον τρόπο ένα είδος αντίποδα στο High Country, δεδομένου ότι περιλαμβάνει δέκα από τα δεκαπέντε τραγούδια του επανεκτελεσμένα σε ακουστική μορφή. Καταλαβαίνω πως το πρώτο ερώτημα που θα ανακύπτει δε μπορεί παρά να αφορά το ποιο άλμπουμ από τα δύο είναι καλύτερο. Θα μπορούσα εύκολα να απαντήσω, αλλά δε νομίζω ότι αυτό θα εξυπηρετούσε κάτι ιδιαίτερο, αφού, κατ’ ουσία, έχουμε να κάνουμε με δύο τελείως διαφορετικούς δίσκους, όσο κι αν αυτοί περιλαμβάνουν κοινές συνθέσεις. Στο Low Country φαίνεται ανάγλυφη η καταγωγή των The Sword από το Texas, αφού κυριαρχεί πρωτίστως η country και folk αισθητική, με τα bluesνα ακολουθούν κατά πόδας. Το έκτο αυτό άλμπουμ τους ηχογραφήθηκε σχεδόν αμέσως μετά το προηγούμενο με παραγωγή του μπασίστα Bryan Richie και με μίξη του J. Robbins, ο οποίος έκανε την ίδια δουλειά και στο High Country και την παραγωγή του Apocryphon. Τα φωνητικά του John D. Cronise ακούγονται πιο ευάλωτα στο unplugged περιβάλλον, αν και πλήρως ενταγμένα στο όλο κλίμα. Στο Mist & Shadow ακούμε μια αληθινή διασκευή του πρωτότυπου, χωρίς πολυεπίπεδες κιθάρες, αλλά με καθαρόαιμη western δυναμική, όπως και στο Seriously Mysterious. Το Buzzards θα κερδίσει τους καθαρόαιμους οπαδούς με τις αποσχιστικές από το ακουστικό κλίμα τάσεις του και την παρούσα κληρονομιά των Golden Earring, ενώ ξεχωρίζει ακόμα η fingerpicking κιθάρα του Ghost Eye, το φλερτ του The Dreamthieves με τους Crosby Stlls & Nash, αλλά και το ατμοσφαιρικό The Bees of Spring με το μαντολίνο. Με το Low Country οι The Sword αποδεικνύουν ότι συνεχίζουν να «ψάχνονται» για το καλό τους, που κατά πάσα πιθανότητα θα είναι και το δικό μας καλό.

 

 
JOE PURDY - Who Will Be Next? (Mudtown Crier Records, 2016)

Είναι σίγουρα καλό η μουσική σου σήμερα να φέρνει στο νου εκείνη των πρώιμων άλμπουμ του Dylan. Μπορεί όμως να αποδειχτεί επικίνδυνο, μια και είναι εξ ορισμού πολύ δύσκολο να αντέξει σε τέτοιες συγκρίσεις. Πόσο μάλλον, αν και τα φωνητικά σου παραπέμπουν στου Bob. Απ’ ό,τι όμως φαίνεται ο Joe Purdy δείχνει αποφασισμένος να πάρει τα ρίσκα του, έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό του ή (ποιος μπορεί να ξέρει;) όντας αληθινά ο εαυτός του. Το Who Will Be Next? είναι απίστευτα «παλιομοδίτικο», σαν εκείνα που έφτιαχναν οι «μάστορες» τη δεκαετία του ’60. Τώρα τη λέμε folk-Americana, αλλά δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Ξέρουμε όλοι καλά γιατί μιλάμε. Είναι ένα σαφώς πολιτικοποιημένο άλμπουμ, που παράλληλα έχει και κάποια προσωπικά τραγούδια (ποιον είπαμε πως μας θυμίζει;). Ένα άλμπουμ που δίνει, όπως είναι ήδη αναμενόμενο, μεγάλη σημασία στους στίχους. Βέβαια, στην εποχή μας λόγω της αμεσότητας της πληροφόρησης και της εικόνας που φτάνει σε κάθε σημείο της γης σε ζωντανή αναμετάδοση, είναι πιο δύσκολο να συγκινήσει κανείς σε σχέση με τα 60’ς ή τα 70’ς, κι ο Purdy αυτό το γνωρίζει καλά. Ρίχνει όμως το βάρος σε όσα έχει να πει, τραγουδώντας και μιλώντας με βασανισμένο και ελαφρώς σπαρακτικό τρόπο, που δε γίνεται να σε αφήσει απαθή. Δε μοιάζει διατεθειμένος να συμβιβαστεί με οποιαδήποτε εικόνα θεωρούμενου ως επιτυχημένου τραγουδοποιού, μη διατάζοντας να υπογράψει στο οπισθόφυλλο έναν ύμνο στη μητέρα του. Τα τραγούδια του δίσκου κυκλοφόρησαν ανά ένα επί δεκαήμερο, πριν συγκεντρωθούν στο άλμπουμ, με το New YearEve να κάνει την αρχή. Το φερώνυμο του δίσκου πειραγμένο βαλς στηλιτεύει την οπλοκατοχή και την ένοπλη βία με στίχους όπως: “My baby sister got a slug in her head, she found my pistol and now she’s dead”. Στο στόχαστρό του μπαίνει και ο ρατσισμός με το Children Of Privilege, στο οποίο διευκρινίζει ότι ο ίδιος ανήκει στα παιδιά του τίτλου, ενώ στο Cursing Air έρχεται στο προσκήνιο η τραγικότητα των μαζικών δολοφονιών που πυκνώνουν στην Αμερική. Φυσικά, δε μπορώ να πω αν ο Purdy με το Who Will Be Next? αναζητά ένα δικό του ξεχωριστό και προσωπικό εκφραστικό στυλ, αλλά πιστεύω ότι θα αγγίξει όσους θέλουν να μεταφερθούν μουσικά στην εποχή του Dylan.

 

SINKANE – Life & Living It (City Slang, 2017)

Η ματιά του Σουδανού μετανάστη που θέλει να ενσωματωθεί στην κοινωνία των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς όμως να αφομοιωθεί από αυτήν, «ευθύνεται» κατεξοχήν για τον ήχο του Sinkane. Έναν ήχο φρέσκο και δροσερό, γεμάτο από αυθεντική παλιομοδίτικη funk, soul, διακριτική free jazz, αλλά και εμφανή αφρικανικά grooves. Ο  Sinkane, κατά κόσμον Ahmed Gallab, γεννήθηκε στο Λονδίνο, έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στο Σουδάν, εγκαταστάθηκε σύντομα οικογενειακώς στο Ohio και ήδη ζει το μουσικό του όνειρο με τη μπάντα του στη Νέα Υόρκη. Πριν όμως ακολουθήσει τη δική του πορεία, φρόντισε να αποκτήσει εμπειρία αφενός μέσω των συμμετοχών του ως session μουσικός σε δουλειές των Caribou, Οf Montreal, Yeasayer, Born Ruffians και Eleanor Friedberger και αφετέρου λόγω των πολλών ζωντανών εμφανίσεων που έκανε με τη μπάντα του για την προώθηση του προηγούμενου δίσκου του με τίτλο Mean Love, αλλά και ηγούμενος της δεκαπενταμελούς The Atomic Bomb Band, που έπαιζε Νιγηριανό electro-funk. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, συμμετείχαν οι David Byrne, Damon Albarn, Pharoah Sandersκαι μέλη των Hot Chip και LCD Soundsystem. Κι έτσι, με το καλοκαιρινό Life & Living It αφήνει για τα καλά πίσω του τις διαστημικές funk ανησυχίες του Mars και τη διστακτικότητα του Mean Love, για να απελευθερωθεί αποδίδοντας τις αγαπημένες του μουσικές, έχοντας περισσότερο από ποτέ το βλέμμα στραμμένο στην αξεπέραστη για τα συγκεκριμένα είδη δεκαετία του ’70. Στην ηχογράφηση, εκτός από το κουαρτέτο, συμμετέχουν οι Amanda Khiri και Elenna Canlas, ενώ την παραγωγή υπογράφει ο ίδιος ο Gallab. Πρώτο single είναι το πολύχρωμο UHuh, που μας φέρνει με πιο ήπιο και μελωδικό ρυθμό πίσω στο 1975 και στο Ramaya του Afric Simone. Στο τραγούδι αυτό, όπως και στο Favorite Song, παρεμβάλλονται φράσεις στη μητρική του γλώσσα, τα αραβικά. Ξεχωρίζουν ακόμα τα Theme from Life & LivinIt, WonFollow, αλλά και το εισαγωγικό Deadweight.

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα