Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017 22:00

Record Shuffle #5: Ninja Tune

Written by 

Η Λονδρέζικη ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Ninja Tune δημιουργήθηκε στο 1990 από τους Matt Black και Jonathan More (Coldcut) ως χώρος «οραματιστών» και «αξιόπιστα τέλειος», για να αντιτεθεί έμπρακτα στις παρεμβάσεις των πολυεθνικών. Ύστερα από τόσα χρόνια δραστηριοποίησης, μεταξύ άλλων, στον ευρύτερο electro, funk και hip hop χώρο, αλλά και προσεγμένες κυκλοφορίες καλλιτεχνών όπως των The Cinematic Orchestra, Amon Tobin, Kid Koala, Bonobo, Kelis, Mr Scruff, Jaga Jazzist, Fink, αλλά και τη διανομή δίσκων άλλων εταιρειών, όπως των Big Dada και Brainfeeder, δε χρειάζεται να αποδείξει κάτι ιδιαίτερο. Παρακάτω παρουσιάζονται πέντε νέες κυκλοφορίες της.

RomareLove Songs: Part Two 

Πάει πολύς καιρός που η έννοια της λέξης «νέο», όταν αναφέρεται σε κάποιο μουσικό είδος, έχει ουσιαστικά εκλείψει. Δε μιλάμε, φυσικά, για κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις που ο νεωτερισμός γίνεται αυτοσκοπός και καταλήγει, κατ’ ουσία, μουσικά ανούσιος, αλλά για τις προσπάθειες να εκφραστείς με έναν εντελώς καινούργιο τρόπο. Με αυτό το δεδομένο, ο (μόνος) σωστός τρόπος να εκφραστείς με φρεσκάδα είναι να ενσωματώσεις έξυπνα στη σημερινή έκφρασή σου κάποια στοιχεία από το παρελθόν. Αυτό κάνει με εξαιρετικό τρόπο ο Archie Fairhurst, που είναι πιο γνωστός ως Romare, δανειζόμενος το όνομα του Αφροαμερικανού cut’n’paste καλλιτέχνη Romare Bearden που απεβίωσε τη δεκαετία του ’80. Αρχικά έκανε την τεχνική του μέντορά του στη μουσική με το Ε.Ρ. Love Songs: Part One (2013), όπου «πάντρεψε» την Peggy Lee με πρωτόλεια funk, jazz και blues, προσθέτοντας σύγχρονη R&B. Κάτι ανάλογο συνέχισε και την επόμενη χρονιά στο ντεμπούτο μεγάλης διάρκειας άλμπουμ του Projections. Και δεν είναι μόνο αυτό. Τα καλά νέα συνεχίζονται και στο Love Songs: Part Two. Αυτή τη φορά ο Fairhurst παίζει μονοφωνικά συνθεσάιζερ, κίμπορντς, μπάσο, κιθάρες και το μαντολίνο του μπαμπά του. Στο Je Taime οι Chic (respect by numbers) συνυπάρχουν με τη Donna Summer σε μια 70’s beat πανδαισία, που γυρίζει χωρίς να το καταλάβεις σε Divine Comedy. Το υπέροχο ανακυκλωτικό και εθιστικό Come Close To Me έχει ανάγλυφη την techno - house κληρονομιά, ενώ το πρώτο single Who Loves You? φλερτάρει με τους Was not Was, όπως και το L.U.V., μόνο που πριν ενδώσει στο groove αλληθωρίζει προς την ambient. Το All Night μοιάζει βγαλμένο από γκέτο των 70’s, με την ωμή φινέτσα των Grand master Flash. Κι όλα αυτά, «τυλιγμένα» σε νέα έξυπνη συσκευασία. Πώς το είπαμε; Cut’n’paste;  

Letherette - Last Night on the Planet

Το δεύτερο άλμπουμ των Letherette, δηλαδή των Richard Roberts και  Andrew Harber, συνεχίζει μετά από παρέλευση τριών ετών το ταξίδι τους στα δεδομένα electronic, hip-hop και house ηχητικά τοπία τους. Το Last Night on the Planet έχει επίσης αρκετά R&B beats και samples, εκτός από κιθάρες, συνθεσάιζερς και διάφορα κρουστά. Κι αυτή τη φορά το επίκεντρο αποτελούν τα λατρεμένα samples, για τα οποία οι Letheretteέχουν δηλώσει πως τους δίνουν τη δυνατότητα να απομονώνουν συγκεκριμένα μέρη ενός τραγουδιού και να τα μεταμορφώνουν σε κάτι αναπάντεχο, νιώθοντας μια ικανοποίηση αντίστοιχη εκείνης που έχεις όταν ανακαλύπτεις ένα καλά κρυμμένο μυστικό. Το LastNightOnThePlanet είναι αρκετά focused άλμπουμ, χωρίς να «χάνεται» στην ανάγκη της ανακάλυψης νέων εκφραστικών τρόπων. Ξεχωρίζει μεν από τις συμμετοχές guest μουσικών και ειδικότερα του rapper Rejjie Snow στο εισαγωγικό τραγούδι Momma, των Jed & Lucia στο Bad Sign και του hip hopper Pyramid Vritra στο καταληκτικό Last Night On The Planet, χωρίς όμως να χαρακτηρίζεται μόνο από αυτές. Κι αυτό διότι έχει παλιομοδίτικη house στα Shanel και Wootera, φιλτραρισμένη με το διακριτικό, αλλά σαφώς αντιληπτό, pop λυρισμό των Beloved, υπέροχη νοσταλγία για τα 90’s και τους Inner City μέσα από το Dog Brush, αναφορές στη συνεργασία του Dorian Concept με τους Cinematic Orchestra στο Richand Dan, αλλά και ταξιδιάρικες downtempo στιγμές. Κι αν είναι σίγουρα υπερβολή να πει κανείς ότι οι λιγότερες laid-back στιγμές, σε σχέση με τις χορευτικές, κερδίζουν τις εντυπώσεις, δε μπορεί να αρνηθεί ότι στέκουν απολύτως επάξια πλάι σε εκείνες.  

Illum Sphere - Glass

Ο dj και παραγωγός Ryan Hunn, που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο Illum Sphere, επανέρχεται με το δεύτερο άλμπουμ του, δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του Ghosts of Then and Now. Με το νέο του δίσκο προσπαθεί να αποδείξει όσα κατά καιρούς έχει δηλώσει ότι πρεσβεύει, δηλαδή ότι πρωταρχική επιθυμία του είναι να μην επαναλαμβάνεται, προσπαθώντας να δημιουργεί «μέσα από διαφορετική παλέτα (ήχων), δυναμική και ενέργεια». Έχοντας αυτά κατά νου, με το Glass αποστασιοποιείται αρκετά από τους χαλαρότερους τόνους του πρώτου δίσκου του, φτιάχνοντας μουσική λιγότερο εσωτερική, αλλά σαφώς πιο ατμοσφαιρική. Επίσης, τα hooks είναι σημαντικά λιγότερα, αφήνοντας χώρο να αναπτυχθούν πιο ομιχλώδη μουσικά τοπία, των οποίων η δημιουργία σαφώς ευνοείται από τα πειραματικά ambient και off beat house στοιχεία που κατά κανόνα χρησιμοποιεί. Ο δίσκος δε θα μπορούσε να ξεκινήσει καλύτερα από το ατμοσφαιρικό The Journey, όπου πρωτοερχόμαστε σε επαφή με τον κύριο τρόπο έκφρασής του, δηλαδή τα κυρίαρχα synths και τα παρεμβαλλόμενα keyboard riffs. Στη σύνθεση αυτή με χαρά θα διαπιστώσετε την κληρονομιά του Oxygene του Jean Michel Jarre να οδηγεί το συναίσθημα. Αμέσως το ύφος αλλάζει με το χορευτικότερο house beat του Fall Ιnto Water, αλλά και τη γέφυρα του Red Glass, του οποίου τα ηπιότερα beat και τα laid back synths οδηγούν ομαλά στις πιο ambient συνθέσεις. Ανάμεσα σε αυτές ξεχωρίζει το κινηματογραφικό Oracle, αλλά και τα Wounded και Paradise, που παραμένουν εστιασμένα στην έβδομη τέχνη και ειδικότερα στο Midnight Express του Giorgio Moroder. Με το Fuel Τhe Fire δε μπορώ να μη σκεφτώ πως κάπως έτσι θα ακούγονταν οι Kratfwerk on speed, ενώ με το River έρχονται στο νου οι Nine Inch Nails. Για το τέλος άφησα το ανακυκλωτικό και εθιστικό Thousand Yard Stare, που δε μπορεί παρά να μας θυμίσει ευχάριστα τις απαρχές των Στέρεο Νόβα.  

Jay Daniel – Broken Knowz

Ο Jay Daniel έχει δώσει εδώ και κάμποσα χρόνια το μουσικό στίγμα του, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι περιορίζεται ή ακόμα συμβιβάζεται με όσα του αποδίδουν. Από το ξεκίνημά του θεωρήθηκε ως πολύ αξιόλογος και ελπιδοφόρος dj και παραγωγός, ένα αυθεντικό house και techno ταλέντο, αλλά ο ίδιος δηλώνει πως θέλει πρωτίστως να αποκαλείται μουσικός και δευτερευόντως dj: «Με αποκαλούν ως καλλιτέχνη της techno, ενώ στην πραγματικότητα είμαι ντράμερ». Ό,τι κι αν πιστεύει κανείς, γεγονός είναι ότι ο Daniel από το 2013 κινείται επιτυχημένα στον ευρύτερο χώρο του Detroit techno και της house, όπως και οι Kyle Hall και Manuel Gonzalez, κυκλοφορώντας 12” singles and E.Ps, φτάνοντας έτσι στο μεγάλης διάρκειας ντεμπούτο του με τίτλο Broken Knowz. Στο δίσκο αυτό παίζει ο ίδιος διάφορα κρουστά, αντί να αφήνει τη δουλειά στα «άψυχα» programming drums, τα οποία ηχογράφησε στο υπόγειο της (house τραγουδίστριας) μητέρας του. Ψάχνει μέσα από τους ήχους του παρελθόντος να χτίσει την ταυτότητα του δικού του παρόντος. Με τον τρόπο αυτό, αλλά ιδίως την εκτελεστική του συνεισφορά, πετυχαίνει να δώσει ένα πιο soul συναίσθημα στα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και στα παρεμβαλλόμενα loops, έχοντας διακριτικά στο πλάι την αγαπημένη του Akai drum machine. Ο δίσκος ξεκινά με το Last ΟΤhe Dogons, που έχει κάτι από την Grace Jones και συνεχίζεται με την καλύτερη στιγμή του, το Paradise Valley, που φέρει το στίγμα του «πατέρα» Gil Scott Heron και των Funkadelic, με πολυεπίπεδα κρουστά, ηλεκτρονικές funk πινελιές, αλλά ταυτόχρονα jazzy αισθητική. Στο Niiko θα βρείτε επιρροές και από afrobeat, τις οποίες επίσης θα συναντήσετε στο Yemaya, που πήρε το όνομά του από τη θεά των ωκεανών, σύμφωνα με τους Yoruba. Τέλος, στο 1001 Nights θα διαπιστώσετε τις δεξιότητές του Jay στα κρουστά και στο Squeaky Maya τη συνύπαρξη της drum-machine και των ζωντανών κρουστών, που είναι τόσο ταιριασμένη, ώστε ο τελικός ήχος να παραπέμπει και στον αντίστοιχο της άλλης πλευράς του Ατλαντικού.

Sarathy Korwar - Day to Day

Η εύκολη λύση στο μουσικό «γρίφο» του Sarathy Korwar είναι να πεις ότι παίζει μια ιδιαίτερη jazz. Δεν υπαινίσσομαι ότι κάτι τέτοιο θα ήταν λάθος. Το αντίθετο μάλιστα. Μόνο που θα αποτύπωνε ένα μέρος της αλήθειας. Κι αν πράγματι αυτό που μένει ως επίγευση από την ακρόαση του Day to Day έχει σαφώς να κάνει με τη jazz, η διαδρομή μέχρι το τέλος είναι πολυδιάστατη, αφού περιλαμβάνει κυρίως μουσικές του κόσμου, με έμφαση στους Ινδικούς και Αφρικανικούς ήχους, αλλά επίσης στοιχεία από electronica, ambient και pop, με κεντρικό άξονα τη μουσική των Troupe Sidi. Αυτό είναι το ηχητικό κολάζ του ντεμπούτου άλμπουμ του γεννημένου στην Αμερική, μεγαλωμένου στην Ινδία, αλλά ήδη κατοίκου Λονδίνου, Korwar. Η λέξη «κολάζ» δεν έχει επιλεγεί τυχαία, δεδομένου ότι την έχει χρησιμοποιήσει ο ίδιος ο δημιουργός της, δηλώνοντας ότι «Οι γυναίκες των Sidi φτιάχνουν χειροποίητα παπλώματα με κολάζ από πολύχρωμα κουρέλια. Έτσι (πολύχρωμο) βλέπω κι εγώ αυτό το άλμπουμ». Ο δίσκος έχει ήπιες και ρυθμικές στιγμές. Η Αφρο-ασιατική ethnic jazz του Bhajan, που προλογίζει το άλμπουμ, αιφνιδιάζει ευχάριστα τον ανύποπτο ακροατή, προετοιμάζοντάς τον για τη συνέχεια. Το Bismillah καταλήγει up tempo jazz, μέσα από afrobeat, Ινδικά mantra, σαξόφωνο και κίμπορντ. Σε συναφές μήκος κύματος κινείται και το όμορφο Indefinite Leave To Remain με jazzy πλήκτρα και κρουστά, που κορυφώνονται σταδιακά, το Karam που συνδυάζει κλασική κιθάρα και αφρικανικά φωνητικά, αλλά και ο επίλογος του Mawara (Transcendence) που φλερτάρει με τους αυτοσχεδιασμούς. Υπάρχει ακόμα το Eyes Closed, που προδίδει εύκολα τις ambient επιρροές του, όπως και το αργοκίνητο «μοιρολόι» του Hail. Όλα αυτά αποτελούν το Day to Day, ένα ασυμβίβαστο δίσκο, που δε διστάζει να εκτεθεί στο όραμα του δημιουργού του, για να αποδείξει την ενότητα της μουσικής.

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα