Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018 12:50

Record Shuffle #12: Wishbone Ash

Written by 

Δε νομίζω να υπάρχει κάποιος που θα ακούσει το όνομα των Wishbone Ash και δε θα σκεφτεί μηχανικά το αριστούργημα Argus. Όσοι μάλιστα τους γνώρισαν τη δεκαετία του ’70, σίγουρα θα έχουν υπόψη και το φερώνυμο ντεμπούτο τους, το There’s the Rub, ίσως και το Pilgrimage. Κι αν στη δεκαετία αυτή τέθηκαν οι βάσεις της σημαντικής δημιουργίας του συγκροτήματος, στο εξής υπήρξε συνεχής δημιουργία, η οποία εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας. Οι φετινές επανακυκλοφορίες, που ξαναφέρνουν τη μπάντα στην επικαιρότητα, ανάγονται στη γεμάτη δρατηριότητα δεκαετία του ’80, η οποία, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της κράτησε «ζωντανό» το ενδιαφέρον της πλειοψηφίας των φίλων τους. Αυτές είναι το Twin Barrels Burning (1982) και το Raw to the Bone (1985).

 

Twin Barrels Burning (1982)

To Twin Barrels Burning είναι το δωδέκατο στούντιο άλμπουμ των Βρετανών Wishbone Ash, που κατάγονται από το πανέμορφο Torquay. Ηχογραφήθηκε στα Sol Studios της ευρύτερης βουκολικής περιοχής του Berkshire και έφτασε στο #22 του Βρετανικού καταλόγου επιτυχιών, θυμίζοντας τις παλιές ένδοξες εποχές που είχαν να ζήσουν από την εποχή του New England (1976). Την εποχή εκείνη η  μπάντα αποτελούνταν από την ηγετική φυσιογνωμία του κιθαρίστα και τραγουδιστή Andy Powell, τον επίσης κιθαρίστα Laurie Wisefield, το μπασίστα Trevor Bolder (The Spiders From Mars, Uriah Heep) και τον ντράμερ Steve Upton. Την παραγωγή του δίσκου συνυπέγραψε η μπάντα με τους Ashley Howe και Stuart Epps κατά κύριο λόγο, αλλά και με τον Nigel Gray στο τραγούδι Me and My Guitar.

Η remastered δια χειρός Pete Reynolds και expanded επανακυκλοφορία αυτού του άλμπουμ από τη Lemon Recordings και την Cherry Red Records, έγινε με τη συγκατάθεση των τριών εν ζωή μελών και των αντιπροσώπων του Bolder και είναι η πρώτη επίσημη. Αποτελείται από δύο ψηφιακούς δίσκους: έναν με αυτούσιο τον πρωτότυπο δίσκο και τρία bonus tracks, τα Cat and Dog Fight, Go for the Gold και Night Hawker, τα οποία προέρχονται από τα session που καθόρισαν ποια τελικά τραγούδια θα περιληφθούν σε αυτόν και έναν ακόμα δίσκο με τα Αμερικανικά remixes του άλμπουμ, τα οποία δεν είχαν μέχρι τώρα αποτυπωθεί σε cd. Τα κείμενα που θα βρείτε στο βιβλιαράκι υπογράφει ο δημοσιογράφος Dave Ling.

Μέσα από τα τραγούδια του δίσκου, βρισκόμαστε πίσω στο 1982, δηλαδή στην εποχή που οι Wishbone Ash είχαν σχεδόν πλήρως απεξαρτηθεί όχι μόνο από την υπέροχη αρχική τάση τους προς το progressive και το folk rock, αλλά και από τις εμφανείς κλασικές και επικές επιρροές τους. Προσανατολισμένοι πλέον σε ένα πιο καθαρό classic (με τάσεις προς το hard) rock, όπως αυτό είχε «μεταλλαχθεί» αμέσως μετά την είσοδο της δεκαετίας του ’80, οι Powell, Upton και Wisefield αναζητούσαν ένα μπασίστα που θα αποτελούσε μόνιμο συνεργάτη, μετά την προ διετίας αποχώρηση του Martin Turner, το κενό του οποίου είχε γεμίσει πρόσκαιρα ο πολύς John Wetton (King Crimson, Family, Roxy Music, Uriah Heep), αλλά εγκατέλειψε το «σκάφος» μετά το Number The Brave για τα γλυκά (και, συγχωρήστε με, ξενέρωτα) μάτια των Asia. Κι έτσι ήρθε ο Trevor Bolder, τον οποίο είχε διαδεχτεί ο Wetton το 1976 στους Heep για την ηχογράφηση του Return To Fantasy. Πώς το είπαμε αυτό; Παιχνίδια της μοίρας;

Ο δίσκος είχε κοστίσει αρκετά χρήματα και οι προσδκίες ήταν μεγάλες. Η μπάντα έδειχνε προσαρμοσμένη στα δεδομένα της εποχής, που ήθελαν μερικά καταξιωμένα ονόματα της rock να «βάζουν νερό στο κρασί τους» και να ανοίγονται σε ευρύτερα ακροατήρια, χωρίς να περνούν ιδιαίτερα τις όποιες κόκκινες γραμμές τους. Έχοντας υπόψη αυτό, δεν προξενεί εντύπωση το ότι τα τρία bonus tracks είναι από τα δυνατότερα του δίσκου, με καλύτερο το Cat and Dog Fight. Με άλλα λόγια, το λεγόμενο New Wave Of British Heavy Metal τους είχε κλέψει την καρδιά. Μη φανταστείτε όμως ότι το Twin Barrels Burning έχει να κάνει με τους σύγχρονους δίσκους των Motörhead, των Iron Maiden ή των Saxon. Όχι πως είναι τελείως διαφορετικό, αλλά μάλλον θα έλεγα πως είναι πλησιέστερο στον FM friendly ήχο των Def Leppard και των όχι και τόσο Βρετανών ZZ Top. Ο Andy Powell είχε δηλώσει: “We wanted to make a rough ‘n’ ready album that reflected a band playing a club like The Marquee (in London).”

Το άλμπουμ, λοιπόν, μοιάζει επικεντρωμένο στο μελωδικό hard rock, με αντιπροσωπευτικά του είδους τραγούδια όπως τα No More Lonely Nights (κομμένο και ραμμένο για την εποχή, όπως και το Hold On), Streets of Shame και Engine Overheat. Πέρα από τις ροκιές που είπαμε παραπάνω, έχει το κορυφαίο Me and My Guitar, που ακουγόταν απόλυτα εναρμονισμένο με τον ήχο των Rush και των Aerosmith, και το τσαμπουκαλίδικο Can’t Fight Love. Σχολιάζοντας ο Powell την αλλαγή στο ύφος της μπάντας δήλωσε ότι δεν άλλαξαν πορεία επειδή ένιωθαν άσχημα για το παρελθόν, αλλά επειδή πίστευαν στα νέα τραγούδια τους, επισημαίνοντας το γεγονός ότι προτίμησαν να διατηρήσουν το όνομά τους, παρά το βάρος που έφερνε στους ώμους τους.

 

Raw to the Bone (1985)

To Raw to the Bone είναι το αμέσως επόμενο, δηλαδή το δέκατο τρίτο στούντιο άλμπουμ των Wishbone Ash. Η σύνθεση της μπάντας είχε μια διαφοροποίηση σε σχέση με εκείνη του προηγούμενου και συγκεκριμένα τον Mervyn Spence στο μπάσο και τα φωνητικά, με τους Powell, Upton και Wisefield σταθερούς, όχι όμως για πολύ, αφού ο τελευταίος, αφού γιόρτασε τα εντεκάχρονά του στο συγκρότημα, αποχώρησε μετά το άλμπουμ αυτό για να παίξει με την Tina Turner και τον Joe Cocker (ουδέν σχόλιο…). Για καλό και για κακό, όμως, επειδή η στοιχειωμένη θέση του μπασίστα δεν άφηνε και πολλά περιθώρια χαλάρωσης, έπαιξε μπάσο και ο Brad Lang, ενώ οι Andrew Bown και Simon Butt έπαιξαν keyboards. Στην παραγωγή αυτή τη φορά ο Nigel Gray ανέλαβε το σύνολο των τραγουδιών του δίσκου.

Η remastered και πάλι δια χειρός Pete Reynolds και expanded επανακυκλοφορία που παρουσιάζεται εδώ είναι επίσης η πρώτη επίσημη από το έτος της αρχικής κυκλοφορίας του, που ήταν το 1985 και έχει τις ευλογίες της μπάντας. Αποτελείται από δύο ψηφιακούς δίσκους, ο ένας από τους οποίους έχει αυτούσιο το πρωτότυπο άλμπουμ και πέντε ακυκλοφόρητα bonus tracks: το She’s Still Alive και τις session από το 1986 ηχογραφήσεις των Apocalypso, Valley of Tears, Nkomo και Talk to Me. Ο άλλος δίσκος περιλαμβάνει το the Friday Rock Show των BBC sessions, που μεταδόθηκε στις 5 Ιουλίου του 1985 και θεωρείται ισάξιο, ακόμα και καλύτερο, των στούντιο ηχογραφήσεων. Μαζί τους υπάρχουν στιγμές από άλλες εμφανίσεις στο ίδιο ραδιόφωνο, ανάμεσα στις οποίες θα έχετε την ευκαιρία να ακούσετε το The King Will Come. Τα συνοδευτικά της κυκλοφορίας κείμενα ανήκουν και πάλι στο δημοσιογράφο Dave Ling.

Όταν έφτασε η εποχή να ξεχωρίσουν το υλικό του νέου τους δίσκου, οι Wishbone Ash δεν είχαν απλά απομακρυνθεί από τις επικές κιθάρες και το βαρύγδουπο μπάσο, αλλά είχαν έμπρακτα δείξει τη «μεταστροφή» του ήχου τους στο Twin Barrels Burning. Λάβετε δε υπόψη ότι κάθε άλλο παρά άμοιρη συνεπειών στη όλη μουσική νοοτροπία τους ήταν η μετοίκησή τους στις Η.Π.Α. Κι έτσι, από τη μία ένιωθαν περήφανοι για την προγενέστερη δημιουργία τους, η οποία οδήγησε τον Steve Harris (Iron Maiden) να πει αργότερα ότι το Argus ανήκει γι’ αυτόν στα καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών, αλλά και το New Wave Of British Heavy Metal. Ο Powell και πάλι δεν κρύφτηκε πίσω από το δάχτυλό του: “If you weren’t a NWOBHM band then what were you? Those were really strange times for music and for production. FM radio was a very powerful force and drum machines and sampling had really started to come to the fore. Tempos had to be really accurate and rock’s more whimsical side went into decline. All of a sudden you had to be very sharp.”

To Valley of Tears μιλά για μια φίλη του Upton που πέθανε, περιγράφοντας τα συναισθήματα που ένιωθε στην κηδεία της. Το επίσης δικό του Nkomo είναι ένα πολιτικό τραγούδι για την κατάσταση στη Ροδεσία. Ανάμεσα στα καλύτερα του δίσκου ανήκουν τα Cell of Fame, Talk to Me, όπως και το Apocalypso, που είναι εμπνευσμένο από τις Βρετανικές πυρηνικές δοκιμές στα νησιά Montebello της Αυστραλίας, κατά τη δεκαετία του ’50. Το συγκρότημα προσπάθησε και πάλι να βγάλει ένα σκληρό δίσκο με τα δεδομένα της εποχής και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να «χαθούν» στο remix οι δύο κιμπορντίστες, με εξαίρεση ίσως το Love is Blue.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε από την ανεξάρτητη εταιρεία Βρετανική Neat Records, όντας χρηματοδοτημένος από τη Γερμανική Metronome Records, η οποία δεν είχε θέσει οποιαδήποτε σχετική απαγόρευση εμπλοκής άλλης εταιρείας για χώρες εκτός της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ελβετίας. Τελικά κυκλοφόρησε στις 31 Μαϊου του 1985. Πήρε θετική κριτική από το Kerrang!, αλλά δε μπήκε σε κανένα chart, με αποτέλεσμα να έρθουν στην επιφάνεια οικονομικά προβλήματα, που έθεταν σε κίνδυνο την ύπαρξη της μπάντας. Οι πιο φανατικοί φίλοι τους δε συμβιβάστηκαν με το ότι στο άλμπουμ αυτό δεν υπήρχε το σήμα κατατεθέν του συγκροτήματος, δηλαδή οι δύο κιθάρες στην εμπροσθοφυλακή, παρά το ροκάδικο ύφος που είχε. Και δεν ήταν μόνο αυτό: τα είχαν και με τον Spence, τον οποίο θεωρούσαν υπεύθυνο για την πορεία που είχε πάρει η μπάντα, παρά τις δηλώσεις του Powell ότι ο Spence έβγαλε το συγκρότημα από το τέλμα της στασιμότητας.

 

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα