Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018 23:00

Record Shuffle #13: The Residents – pREServed - The Archival Reissue Series

Written by 

Οι Residents είναι μια κατηγορία μόνοι τους. Αυτό είναι εδώ και αρκετές δεκαετίες γνωστό σε όλους. Για την ακρίβεια, έγινε σχεδόν άμεσα αντιληπτό, αρχής γενομένης από το σαρκαστικό εξώφυλλο του Meet The Residents, περνώντας μέσα από την ουσία του εντελώς αντισυμβατικού και καταλυτικού κάθε είδους μουσικής φόρμας ήχου τους και φτάνοντας μέχρι τις αξεπέραστες ζωντανές εμφανίσεις τους.

Κι αν προσπαθήσει κανείς να περιγράψει με ακρίβεια τι μουσική παίζουν οι Residents, το πιο πιθανό είναι να μην τα καταφέρει. Προσωπικά πιστεύω ότι στην περίπτωσή τους η μουσική κάθε άλλο παρά σημαντικότερη αποδεικνύεται από την όλη θεατρικότητά τους. Όποιος, μάλιστα, έχει παρευρεθεί σε ζωντανή τους εμφάνιση, μπορεί εύκολα να καταλάβει τι εννοώ. Φυσικά, μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι ο ήχος τους είναι κατά βάση πειραματικός και avant garde, κινούμενος παράλληλα στην ευρύτερη rock, industrial, post punk, trance και electronica αχαρτογράφητη περιοχή, που καταλήγει ομογενοποιημένη αποκλειστικά και μόνο λόγω της «πειραγμένης» έμπνευσής τους. Όμως, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το πώς θα χαρακτηρίσει κανείς τη μουσική τους, που επί τέσσερις και πλέον δεκαετίες πορεύεται τον μάλλον μοναχικό δρόμο της, πέρα από συμβιβασμούς και ωραιοποιήσεις. Αυτό που έχει σημασία είναι να «βλέπει» τις εικόνες της κινηματογραφικής και θεατρικής της διάστασης, οι οποίες συνήθως αποσκοπούν στο να προκαλέσουν τον ακροατή. Κι αν ακόμα διαφωνεί με κάποια από όσα κατά καιρούς λένε, δε μπορεί να παραγνωρίσει την ικανότητά τους να δημιουργούν τέχνη, όπως αυτή κατά περίπτωση ορίζεται.

Κι αν η μουσική τους ιστορία παραμένει ζωντανή, με τη μπάντα να εξακολουθεί να είναι δημιουργική πενήντα περίπου χρόνια αφού έγραψε το περίφημο ακυκλοφόρητο υλικό της, καλό είναι να επαναλαμβάνεται, διότι έτσι μπορεί να αξιολογηθεί σωστά και να αποτιμηθεί η σημαντικότητά της για το παρόν. Κι αυτό γίνεται, στην προκειμένη περίπτωση, με επανακυκλοφορίες σημαντικών δίσκων τους. Εδώ, λοιπόν, οι φήμες ήθελαν περίπου εκατό χαρτοκιβώτια να έχουν ξεχαστεί σε κάποιο σκονισμένο υπόγειο του San Francisco, περιμένοντας τη στιγμή που θα ξαναέρθουν στο φως. Κάποιες άλλες φήμες ήθελαν τους Residents, στους οποίους ανήκουν τα κιβώτια αυτά, να προβληματίζονται σχετικά με το μέλλον τους. Τα κιβώτια αυτά, που τροφοδότησαν με υλικό την ευρύτερη κυκλοφορία pREServed - The Archival Reissue Series και περιλαμβάνουν master tapes, demos και διάφορες ολοκληρωμένες ή ανολοκλήρωτες ιδέες, «ανακαλύφθηκαν» από τους δημιουργούς τους και τώρα πια έφτασε η στιγμή να μας συστηθούν, για να γίνει ξανά παρόν το παρελθόν. Οι επανακυκλοφορίες είναι προϊόντα καινούργιας remastered επεξεργασίας των πρωτότυπων master tapes και περιλαμβάνουν επίσης singles, ζωντανά ηχογραφημένα τραγούδια, εναλλακτικές εκδοχές και ακυκλοφόρητες συνθέσεις. Τα δε εκτενή κείμενα που θα βρείτε στο έντυπο υλικό τους, περιγράφουν λεπτομερώς την όλη ιστορία κάθε άλμπουμ, από την έμπνευση μέχρι και την ηχογράφησή του.

Η αρχή γίνεται με τα δύο θρυλικά άλμπουμ Meet The Residents και Third Reich ‘N Roll. Δηλαδή, με το κλασικό και εντελώς χωρίς προηγούμενο ντεμπούτο της μπάντας, το οποίο επανακυκλοφορεί ενιαίο τόσο σε μονοφωνική, όσο και σε στερεοφωνική μίξη, συνοδευόμενο από είκοσι ακυκλοφόρητα τραγούδια, στιγμές από το Santa Dog EP και το παντελώς άγνωστο 1-10 (with a touch of 11). Η παραγωγή έγινε από το συγκρότημα και την Cryptic Corporation, ενώ πέρα από τις καθιερωμένες ακυκλοφόρητες φωτογραφίες θα δείτε κείμενα του Ian Shirley και του (χωρίς καμία έκπληξη μυστηριώδους και φυσικά ανώνυμου) αρχειοφύλακα των Residents. Το δεύτερο άλμπουμ εδώ περιλαμβάνει δύο ψηφιακούς δίσκους και είναι εμπλουτισμένο με έντεκα ακυκλοφόρητα τραγούδια, τις άγνωστες ηχογραφήσεις German Slide Music, ζωντανές ηχογραφήσεις, εναλλακτικές μίξεις και το το μυθικό Oh Mummy show. Η παραγωγή έγινε και πάλι από τους συντελεστές του προηγούμενου δίσκου, ενώ τα κείμενα υπογραφει ο Jim Knipfel.

Meet The Residents (1974)

Για την παρωδία του Meet the Beatles!, που θύμωσε τους ιθύνοντες της EMI και της Capitol με το σαρκαστικό εξώφυλλό της και οι φήμες θέλουν τους George Harrison και Ringo Starr να το αποκτούν, δε νομίζω πως χρειάζονται συστάσεις. Κι όμως, δεν αντέχω να μην τις κάνω...

Ο δίσκος αυτός ηχογραφήθηκε το 1973 και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά την πρωταπριλιά της επομενης χρονιάς. Σαν ψέματα, σαν ψέματα, ήταν μια τολμηρή αλήθεια. Το δε συμπεριλαμβανόμενο Santa Dog EP είχε κυκλοφορήσει στις 20 Δεκεμβρίου της προηγουμενης χρονιάς. Καταρχάς να ξεκαθαρίσω ότι, σε ότι αφορούσε τη μπάντα, η διαφορά μεταξύ της πραγματικότητας και της φαντασίας συνήθως ήταν δυσδιάκριτη. Έτσι ο δίσκος αυτός πούλησε αρχικά αντίτυπα μόνο στους στενούς (και υποχρεωμένους;) συγγενείς των μελών της μπάντας και σε καμια σαρανταριά ακόμα μουσικόφιλους. Όπως αποδείχτηκε όμως οι Residents δεν απογοητεύτηκαν, αλλά επηρεασμένοι από τη «μεγάλη ζωή» που πλέον βίωναν μετά τη μετακόμισή και τη διαμονή τους στην αποθήκη της 20 Sycamore Street του San Francisco, δεν έκαναν πίσω μετά την απόρριψη του παραπάνω ΕΡ, αλλά εξακολούθησαν να σχεδιάζουν νέους δίσκους. Δεν ξέρω πόσο είχαν απογοητευτεί, αλλά όταν ήρθε η στιγμή για το ντεμπούτο τους, περιέργως αιφνιδιάστηκαν. Σε ό,τι είχαν ήδη σχεδιάσει, πρόσθεσαν επιπλέον υλικό, κι όταν η συζήτηση ήρθε στο εξώφυλλο, πρόθεσή τους ήταν να επιλέξουν κάποια εικόνα που θα τραβούσε το κοινό να το πάρει το δίσκο στα χέρια, μέσα από τους πολλούς άλλους που βρίσκονταν στις προθήκες των δισκοπωλείων. Ποιοι είπαμε πως μεσουρανoύσαν τότε; Οι Beatles; Αυτοί λοιπόν επιλέχτηκε να είναι ο «στόχος» και, σας διαβεβαιώνω, ιδίως τότε δεν ήταν καθόλου εύκολος. Ακόμα και για όσους στο άτυπο γκάλοπ μεταξύ αυτών και των Rolling Stones, ψηφιζαν τους δεύτερους. Το κείμενο στο οπισθόφυλλο της αρχικής κυκλοφορίας φανέρωνε την έξω από τα συνηθισμένα μουσική ιδιοσυγκρασία της μπάντας, που μέσω της δικής της εταιρείας Ralph έβγαλε στην αγορά τα πρώτα 1050 αντίτυπα.

Τι γνωρίζετε για το κλασικό marketing, που αφορά κάθε νέα κυκλοφορία; Ε, λοιπόν, ξεχάστε το! Η μπάντα έδειχνε ασυνήθιστα υπομονετική και δεν έκανε πίσω σε καμία από τις ιδέες - εμμονές της. Ο William Reinhart ήταν ο πρώτος ραδιοφωνικός παραγωγός που έπαιξε τραγούδια από το δίσκο τους και έπεισε την Music Millennium του Portland να αγοράσει είκοσι μονοφωνικά αντίτυπα, από τα οποία αρχικά πουλήθηκαν μόνο τα δύο και τελικά τα μισά! Για σκεφτείτε το καλύτερα: αυτό έγινε σε μια εποχή που πουλούσαν δίσκους οι Van Der Graaf Generator, οι Camel και ο Frank Zappa...

Η διασκευή του Boots της Nancy Sinatra τα έλεγε όλα. Ο ήχος της μπάντας ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του. Οι συνθέσεις έμοιαζαν (και, τελικά, ήταν) ετερόκλητες, αλλά απολύτως ενδεικτικές του τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Το Skratz το «τερμάτιζε» στην παράνοια (προς το τότε παρόν), ενώ το εξαιρετικά σαλεμένο Rest Aria έδειχνε την άλλη πλευρά του φυσιολογικού νομίσματος. Τα Breath and Length, Numb Erone και Smelly Tongues, όπως και οι έξι εκδοχές του 1-10 (With A Touch Of 11) μπορούσαν να βγάλουν από τα ρούχα του κάθε μουσικόφιλο. Και ιδίως έναν παρασυρμένο από το συρμό οπαδό των Beatles.

Ήταν το κοινό έτοιμο για έναν τέτοιο δίσκο; Μάλλον όχι. Δεν ξέρω πόσοι είναι έτοιμοι ακόμα και σήμερα. Συνέβαινε όντως κάτι το ιδιαίτερο; Αναμφισβήτητα, ναι. Ήταν τρελό, επηρεασμένο από την κλασική και την κινηματογραφική μουσική, τη soul, τη funk, τη jazz και ο,τι δήποτε άλλο μπορούσε να σκεφτεί κανείς. Μην παραγνωρίζετε το γεγονός ότι η μπάντα δεν είχε ακόμα διαμορφωθεί οριστικά και πως αναζητούσε την ταυτότητά της. Οι Residents «ήταν στον κόσμο τους», αυτό τα λέει όλα.  Σε ένα μουσικό κόσμο που δεν ήθελε να γνωρίσει συμβιβασμούς, αλλά προτιμούσε να πεθάνει στην προσπάθειά του να (απο)δείξει την ομορφιά της οπτικής του. Η επιμονή τους αυτή απέδωσε σταδιακά καρπούς κι έτσι τρία χρόνια αργότερα το άλμπουμ επανεκδόθηκε και, αφού πέρασαν σαρανταδύο ακόμα χρόνια φτάνει στα χέρια σας σημαντικά εμπλουτισμένο, με σαφώς καθαρότερο ήχο και αντανακλώντας την αυτοπεποίθηση μιας μπάντας που έχει πλέον μια σταθερή και παγκόσμια ομάδα φίλων, η οποία της αποδίδει τα εύσημα που της αναλογούν.

Third ReichN Roll (1976)

Το δεύτερο άλμπουμ των Residents (ή το τρίτο για όσους λατρεύουν να ακριβολογούν και να εξερευνούν, αγνοώντας τις τυπικότητες) ήρθε ενόσω κινηματογραφούσαν το τελικά ανολοκλήρωτο Vileness Fats. Αναζητώντας ακόμα τον ορθότερο τρόπο για να εκφραστούν, αποφάσισαν να πειραματιστούν με κλασικές mainstream επιτυχίες της δεκαετίας του ’60, τις οποίες θα απέδιδαν με έναν τρόπο τελείως καταλυτικό κάθε έννοιας αποδεκτής φόρμας και συγγένειας με την πρωτότυπη εκτέλεση. Όσο για τον τρόπο ερμηνείας των φωνητικών, μάλλον δε χρειάζεται να πω τίποτα; Τα ευκόλως εννοούμενα, παραλείπονται.

Κι όσο η ιδέα τους φάνηκε καλή, τόσο μη υλοποιήσιμη φάνταζε χωρίς κάποιον κιθαρίστα. Βλέπετε, ο cult παλιόφιλος Philip ‘Snakefinger’ Lithman είχε στο μεταξύ επιστρέψει στην Αγγλία, οπότε, ψάχνοντας για αντικαταστάτη, οι Residents απευθύνθηκαν στη Rather Ripped Records. Εκεί τους προτάθηκε ο υπάλληλός της Gary Phillips (Earth Quake), μαζί με τον οποίο εντάχθηκε στο συγκρότημα η γνώριμη Fabulous Miss Peggy Honeydew στα δεύτερα φωνητικά. Σε μία εβδομάδα του Οκτωβρίου του 1974 ηχογράφησαν την πρώτη πλευρά του δίσκου, ενώ σε ένα ακριβώς χρόνο τον αποτελείωσαν, λόγω του Vileness Fats, αλλά και του ότι όλοι τους πλέον εργάζονταν τα πρωινά. Τελικά ο δίσκος, που κυκλοφόρησε από τη Ralph Records το Φεβρουάριο του 1976, αποτελούνταν από δύο περίπου δεκαοκτάλεπτες ενότητες (τις Swastikas on Parade και Hitler Was a Vegetarian), με επιμέρους «πειραγμένες» διακευές γνωστών τραγουδιών και αποσπάσματα άλλων, όπως των A Horse With No Name των America, Hey Jude των Beatles και Sympathy for the Devil των Rolling Stones.   

Το Third Reich ‘N Roll είναι ένα καθαρό avant-garde άλμπουμ, που επιχείρισε να «θάψει» κάθε μη ψυχεδελική πτυχή της δεκαετίας του ’60, ενώ παράλληλα, με το εξώφυλλό του χλεύαζε το ναζισμό. Οι εναλλακτικές εκτελέσεις των τραγουδιών και όλο το επιπλέον υλικό που συναντάμε εδώ οφείλονται στην προνοητικότητα του Hardy Fox, του sound engineer της Cryptic Corporation, ο οποίος δούλευε με τη μπάντα. Αυτός είχε τη συνήθεια να γράφει κασέτες με το υλικό των διάφορων ηχογραφήσεων, αρκετές από τις οποίες, που τότε κρίθηκαν μη αξιοποιήσιμες, τώρα επανεκτιμήθηκαν και παρουσιάζονται αποσπάσματά τους για πρώτη φορά.

Μια τέτοια κασέτα ήταν και η τιτλοφορούμενη German Slide Music, που ανάγεται στον Ιούλιο του 1975, δηλαδή στο διάστημα μεταξύ των ηχογραφήσεων του δίσκου. Υπάρχει ακόμα το τρομακτικό Satisfaction (οι Jagger και Richards σίγουρα θα «τα χρειάστηκαν»), που έπαιζαν ζωντανά ως encore το 1983 στην περιοδεία τους Mole Show, όπως και το εξίσου προχωρημένο Loser = Weed, που άνοιγε την τουρνέ Wonder Of Weird 40th Anniversary Tour.

 

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα