Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018 13:24

Record Shuffle #14: The Nightcrawlers, Gregg Kowalsky, Grandbrothers

Written by 

The Nightcrawlers - The Biophonic Recordings (Anthology, 2018)

Οι Nightcrawlers για τους οποίους γίνεται λόγος εδώ δεν είναι το house σχήμα των 90’s, αλλά το τρίο της ηλεκτρονικής ambient μουσικής σκηνής της Philadelphia των αρχών της δεκαετίας του ’80. Η ηχογράφηση του The Biophonic Boombox Recordings, στο οποίο αποτυπώνεται ανάγλυφα το ύφος της μουσικής αυτής σκηνής, ξεκίνησε το 1979 από τους αδελφούς Tom και Peter Gulch και τον Dave Lunt. Αρχικά αποτυπώθηκε σε κασέτες, τις οποίες διακινούσε το γκρουπ από το 1980 μέχρι το 1991 είτε στα live shows, είτε ταχυδρομικά μέσω της εταιρείας Synkronos, δια χειρός του ιδιοκτήτη της Peter Gulch. Όπως είναι αυτονόητο από τον τίτλο, για αυτήν χρησιμοποιήθηκε το εντυπωσιακό για την εποχή του και vintage εδώ και πάρα πολύ καιρό κασετόφωνο (και όχι μόνο, που λέγανε και τότε) JVC Biphonic Boombox.

Η κυκλοφορία αυτή του lo-fi synth τρίο ουσιαστικά αποτελεί μια διπλή ψηφιακή ή βινυλίου συλλογή των καλύτερων ηχογραφήσεων από τριάντα πέντε συνολικά κασέτες, που ξεπερνά τις διόμισυ ώρες. Μπορείτε να πείτε τον ήχο τους και ως spaced-out electronica, όπου κλασικά synths μας μεταφέρουν σε φανταστικά τοπία, που περιδιάβηκαν οι Γερμανοί πρωτοπόροι της εποχής. Ως προπομπός επιλέχτηκε το Crystal Loop III, που έχει εμφανείς επιρροές από τον πρώιμο Jean-Michele Jarre. Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση κινείται και το Beckoning Beacon, ενώ το Geistesblitz θυμίζει τους Tangerine Dream, τους Kraftwerk και τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Υπάρχει ακόμα ένθετο βιβλιαράκι με παλιές φωτογραφίες του γκρουπ και φυλλαδίων, με τα οποία διαφήμιζαν τις ζωντανές τους εμφανίσεις.  

Gregg Kowalsky – L’ Orange L’ Orange (The Orchard, 2017)

Tο L’ Orange L’ Orange είναι ένα ακόμα προσωπικό άλμπουμ του Gregg Kowalsky, που έρχεται μετά από διάφορους πειραματισμούς και τις κυκλοφορίες με τον Jozef van Wissem και την Marielle Jakobsons. Κατά το δημιουργό του, πήρε τον τίτλο του από το χρώμα που «άκουγε» όταν έκανε το mixing των συνθέσεών του, έχοντας κατά νου τοπία του ουρανού και της θάλασσας. Άλλωστε, ο ίδιος έχει παλιότερα δηλώσει ότι η μουσική μπορεί να είναι το ίδιο δυνατή με τον ήλιο. Ουσιαστικά, αποτελεί έναν ασυνήθιστα για τον συνθέτη συμβατικό άλμπουμ, χωρίς αναζητήσεις νέων εκφραστικών τρόπων.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα προγενέστερα Tape Chants και το Through the Cardial Window εξερευνούσαν σκοτεινότερα τοπία, όπου τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και η καταλυτική για τον τελικό ήχο χρήση των drones και του distortion γεννούσε μινιμαλιστικές και συχνά κλειστοφοβικές συνθέσεις. Εδώ, όχι μόνο δεν υπάρχει drum machine, αλλά ούτε καν κάποιος «ξερός» επαναλαμβανόμενος ήχος που θα φέρει μια αίσθηση ομίχλης, ενώ τα drones έχουν ρυθμό και οι συνθέσεις είναι μικρότερης διάρκειας. Όλα είναι φτιαγμένα πιο απλά, πιο άμεσα και, τελικά, λιγότερο μηχανικά. Κι όσο περισσότερο θετικό συναίσθημα κρύβεται κάπου, ζητώντας μια ευκαιρία να βγει προς τα έξω, τόσο απομακρύνεται το «απρόσωπο» στοιχείο της ambient, που σε πολλές περιπτώσεις την έχει συνδέσει με ομιχλώδη και άχρωμα τοπία. Προφανώς ο Kowalsky επηρεάστηκε από εικόνες της γενέτειράς του, του Miami και του Los Angeles, όπου διαμένει. Η νέα πνοή γίνεται άμεσα αντιληπτή από τα synths του εισαγωγικού L'Ambience L'Orange και το Maliblue Dream Sequence. Το ήπιο Tuned to Monochrome έρχεται σε αντιδιαστολή με το πιο ζωντανό Pattern Haze, αλλά και με το Blind Contour Drawing for Piano, όπου τα synths δίνουν τη θέση τους στο πιάνο.

Grandbrothers – Open (City Slang, 2017)

Μετά το Dilation (2015) οι Grandbrothers επιχειρούν να κάνουν ένα «άνοιγμα» με το Open. Το ηλεκτρονικό ντουέτο των Erol Sarp και Lukas Vogel, εδρεύει στο Düsseldorf, δηλαδή στην πόλη από όπου ξεκίνησαν οι πνευματικοί μουσικοί τους πατέρες, οι Kraftwerk. Ο Γερμανός Sarp παίζει πιάνο, που είναι το μοναδικό όργανο που ακούγεται στο δίσκο, ενώ ο Ελβετός Vogel, ο οποίος είναι μηχανικός ήχου και προγραμματιστής φροντίζει ώστε οι ήχοι του πιάνου να βγαίνουν δελεαστικά «πειραγμένοι».

Το τελικό αποτέλεσμα στο Open είναι κατά βάση μινιμαλιστικό και κοντά σε ό,τι συνηθίζουμε να αποκαλούμε neo-classical, με εμφανή στοιχεία από την ευρύτερη ηλεκτρονική σκηνή και την ambient. Η αίσθηση που αναδύεται από αυτό, σε σχέση με εκείνη του Dilation είναι πιο ζεστή και πιο αναγωγική. Τραγούδια όπως το Bloodflow, που αποχαιρετούν οποιαδήποτε μελαγχολική τάση, μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Ειδικότερα αυτό, που έχει κάτι από τους πρώιμους Stereo Nova και δείχνει την πλευρά της pop που λοξοκοιτάζει προς την κλασική μουσική. Οι πιο αμιγείς neo-classical συνθέσεις είναι το Alice, το Long Forgotten Future, που φέρνει στο νου τον Yann Tiersen, το Honey, που θυμίζει λίγο τους Penguin Cafe Orchestra, το εντυπωσιακό και υποβλητικό From a Distance, που αποτίει φόρο τιμής στον Wim Mertens και το εισαγωγικό 1202, στο οποίο διακρίνει κανείς ψήγματα της κληρονομιάς του Βαγγέλη Παπαθανασίου και αναφορές στα επίσης «πειραγμένα» πλήκτρα του Hauschka. Το πολύ καλό London Bridges είναι όσο συναισθηματικά φορτισμένο χρειάζεται για να γράψει στο δίσκο τον ιδανικό επίλογο.

 

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα