Παρασκευή, 06 Νοεμβρίου 2015 17:28

Live review: Zola Jesus / Σοφία Σαρρή @ Fuzz Club, 5/11/2015

Written by 


H αλήθεια είναι ότι δεν πήγα με μεγάλες προσδοκίες στο Fuzz. Κυρίως, διότι η μουσική της Zola Jesus, αν και είναι γεμάτη ενδιαφέρουσες ιδέες, συχνά θυσιάζει το χαρακτήρα στην προσπάθεια για εμπορική καταξίωση. Η βραδιά τελικά αποδείχθηκε μάλλον επιτυχημένη και πιστεύω ότι οι 500 άνθρωποι που βρέθηκαν στο Fuzz έφυγαν από το χώρο με την αίσθηση ότι είδαν κάτι διαφορετικό από το σύνηθες pop/rock gig.


Ας πιάσουμε όμως το νήμα από την αρχή. Για μένα η πραγματική αποκάλυψη της βραδιάς ήταν η Σοφία Σαρρή, γνωστή στους περισσότερους από την παρουσία της στους post rock Night on Earth και από τις συνεργασίες της με γνωστούς εγχώριους καλλιτέχνες (Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Νίκος Πορτοκάλογλου, Χαΐνηδες). Το μουσικό χαλί που συνόδευε την εξαιρετική φωνή της ήταν ένα μίγμα ambient-trip hop με στοιχεία παραδοσιακής μουσικής που εκφράζονταν κυρίως μέσα από τα έγχορδα. Η μίνι ορχήστρα της Σαρρή ήταν πολύ δεμένη και ο ήχος άκρως επαγγελματικός. Αν μπορούσα να κάνω έναν παραλληλισμό, η Σαρρή και η μπάντα της θύμιζαν αρκετά ελληνική εκδοχή των Portishead με τη φωνή της ερμηνεύτριας να παραπέμπει συχνά σε Björk. Ίσως το μοναδικό μειονέκτημα που εγώ βρήκα στην παρουσία της ήταν ότι η Σοφία, αν και έχει πιθανότατα μεγαλύτερες φωνητικές δυνατότητες, ακολουθεί στα περισσότερα κομμάτια μια πεπατημένη, οι φωνητικές της γραμμές ακολουθούν μια συγκεκριμένη μανιέρα. Μας ενημέρωσε ότι τα κομμάτια που έπαιξε ήταν από το πρώτο της solo δίσκο που θα σπεύσω να αγοράσω. Να προσθέσω, επίσης, ότι έπαιξαν και μια χαριτωμένη και σχετικά ελαφριά διασκευή του υπέροχου Song of the Siren του Tim Buckley, αν και η εκτέλεση της Σαρρή ήταν πιο κοντά στην εκπληκτική διασκευή του κομματιού από τους This Mortal Coil.


Μετά από μικρή αναμονή, εμφανίστηκε επί σκηνής η Zola Jesus, λιτά ντυμένη σε σχέση με άλλες live εμφανίσεις της. Η φωνή της ήταν αψεγάδιαστη και είναι αλήθεια ότι η σκηνική της παρουσία είναι εντυπωσιακή. Χορεύει, κοπανιέται, βηματίζει πάνω-κάτω στη σκηνή σαν αιλουροειδές έτοιμο να επιτεθεί, πετάει κάτω τα μικρόφωνα και χειρονομεί δραματικά. Οφείλω να της αναγνωρίσω ότι κατέβαλε προσπάθεια να μετατρέψει τη σχετικώς «δύσκολη» για μια τυπική συναυλία δική της εκδοχή της synthpop σε rock performance, με την πληθωρική σκηνική της παρουσία και την απόπειρα επικοινωνίας με το ακροατήριο που (ως συνήθως συμβαίνει με τα ελληνικά ακροατήρια, παρά τη δική μας ψευδαίσθηση ότι είμαστε τάχα ενθουσιώδεις), ήταν σχετικά ψυχρό και στατικό.

To set ξεκίνησε υποβλητικά με το opening του τελευταίου της δίσκου, το ομώνυμο Taiga που διαρκεί λίγο, όμως έδωσε μια πρόγευση του τι θα δούμε. Στην αρχή υπνωτικά και σαγηνευτικά, στη συνέχεια με την έκρηξη του κομματιού, χορεύοντας σχεδόν σε κατάσταση επιληψίας θυμίζοντας λίγο θηλυκή εκδοχή του Ian Curtis, η Zola Jesus μας έδειξε τα δύο πρόσωπα που θα επεδείκνυε καθ’ όλη τη διάρκεια της συναυλίας: της ιέρειας και της μαινάδας.


Ωστόσο, αν και έχει και τη σκηνική και τη φωνητική δυνατότητα να εκπληρώσει τους ρόλους αυτούς, δεν τη βοηθά πάντοτε ούτε η μουσική, ούτε η ερμηνεία. Διότι μουσικά η Z.J. σπάνια φτάνει σε ιδιαίτερο βάθος και ενώ θα μπορούσε να αποτελέσει μια σύγχρονη εκδοχή, πχ, των Cocteau Twins, ή μια ηλεκτρονική έκδοση της Siouxsie, εμμένει σε μια σχετικά ελαφριά συνταγή που θέλει τις συνθέσεις να παραπαίουν ανάμεσα στη mainstream electronica και σε άτολμες ηλεκτρονικές ασκήσεις. Φωνητικά, επίσης, ως Αμερικάνα (Ρωσοαμερικάνα, για να είμαστε πιο ακριβείς) συχνά μπολιάζει τις πιο σκοτεινές, θεατρικές της ερμηνείες με φωνητικές γραμμές πιο MOR καλλιτεχνών, τύπου Tori Amos. Υπάρχουν κομμάτια της με εξαιρετικές ιδέες που θα μπορούσαν να αφήσουν ένα στίγμα, αν δεν τα κάλυπτε το mainstream λούστρο. Αναρωτιόμουν χθες βράδυ τι θα μπορούσε να έχει επιτύχει η Zola Jesus στον εναλλακτικό χώρο, πόσο μεγαλύτερο και πιο cult κοινό θα μπορούσε να είχε προσελκύσει αν άφηνε κομμάτια όπως το Hunger, το Skin, το Sea Talk, το Night, να αναπνεύσουν πιο ελεύθερα, να φτάσουν στο συνθετικό και ερμηνευτικό βάθος που θα μπορούσαν.


Για να μην είμαστε άδικοι, η παρουσία της Z.J. ήταν κάτι παραπάνω από αξιοπρεπής. Εκτός από το εναρκτήριο Taiga, η υποβλητική της ερμηνεία στο Nail (στο ξεκίνημα του οποίου έκανε επίδειξη των φωνητικών της δυνατοτήτων χωρίς μικρόφωνο) που «ανάγκασε» το κοινό να τραγουδήσει μαζί της εν χορώ – στην πιο «μαζική» στιγμή της συναυλίας – “set me free”, η σχεδόν ξεσηκωτική electropop του Hunger, το σκοτεινό Night που έκλεισε το κυρίως set και το χιτάκι Vessel που ήταν το τελευταίο κομμάτι της βραδιάς και προκάλεσε την πιο ενεργή ανταπόκριση των μέχρι τότε «αγκυλωμένων» παριστάμενων (ορισμένοι εκ τω οποίων κουνήθηκαν ελαφρώς θυμίζοντας κάπως ανθρώπους που χορεύουν!) ήταν highlights της συναυλίας. Η επιλογή των κομματιών θα μπορούσε να ήταν καλύτερη, από τα 14 κομμάτια τα 9 προέρχονταν από το άνισο τελευταίο της άλμπουμ Taiga, ενώ τα Conatus και Stridulum II είναι σαφώς ανώτεροι δίσκοι από όπου θα μπορούσε να αλιεύσει πιο ενδιαφέροντα κομμάτια.


Για όσους, πάντως, μπορεί να θεωρήσουν ότι τα 14 κομμάτια που έπαιξε η καλλιτέχνιδα είναι λίγα, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η μουσική για live δεν «αντέχεται» για πολύ περισσότερο, ιδιαίτερα από τη στιγμή που η συνοδευτική της μπάντα ήταν μικρή και πολλοί studio ήχοι δεν μπορούσαν να αναπαραχθούν, με αποτέλεσμα αρκετά κομμάτια να μοιάζουν παραλλαγές του ίδιου τραγουδιού. Εν ολίγοις, η Zola Jesus έπαιξε όσο έπρεπε, έπαιξε καλά, ικανοποίησε τους φίλους της, χάρισε λίγες στιγμές απαραίτητης «μαυρίλας» στο πιο dark τμήμα του κοινού και έδωσε τη δυνατότητα τους διάσπαρτους αηδιαστικούς χίπστερς στο ακροατήριο (που, αν και οι μουσικές τους γνώσεις είναι ανύπαρκτες, έχουν την εξαιρετική ικανότητα να πουλάνε τρεντιλίκι στις παρέες τους) να μπορούν σήμερα να επικοινωνήσουν τη συναυλία ως hype γεγονός.

Κι έμειναν έτσι όλοι ευχαριστημένοι (με την εξαίρεση, ίσως, των διοργανωτών που θα περίμεναν λίγο μεγαλύτερη προσέλευση). Καθόλου άσχημα για μια κατά τα λοιπά απρόσωπη, φθινοπωρινή Πέμπτη…

Κείμενο: Γιώργος Χριστόπουλος / Φωτογραφίες: Μιχάλης Κουρής

Γιώργος Χριστόπουλος

 

Ο Γιώργος Χριστόπουλος γεννήθηκε πριν από πολλά πολλά χρόνια μια χιονισμένη Κυριακή του Νοέμβρη (ανήμερα της ...Οκτωβριανής Επανάστασης που με το νέο ημερολόγιο έγινε στις 7 Νοεμβρίου) στην πόλη Mönchengladbach, κοντά στα γερμανοολλανδικά σύνορα. Ωστόσο πάντα αναγνώριζε ως ...πατρίδα μια ακόμη βορειότερη ευρωπαϊκή πόλη, το μουντό, βροχερό και αραχνιασμένο Manchester, όπου πέρασε (με αχώριστη σύντροφό του τη ...Boddingtons)  κομμάτι της ανέμελης νιότης του πατώντας τα άγια χώματα που είχαν διαβεί οι Smiths, οι Joy Division και οι New Order, οι Stone Roses και οι Happy Mondays, οι Inspirals και οι Charlatans κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ....

Όταν δεν εργάζεται αόκνως για να σώσει τους συναδέλφους του ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς από τα νύχια των εργοδοτών τους (αλήτης εργατοπατέρας γαρ...), θα τον βρείτε βουλιαγμένο σε ένα καναπέ να μελετά κοινωνιολογικές θεωρίες, να διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα ή να παίζει ατέλειωτες ώρες Football Μanager στο pc. Συνήθως με μια παγωμένη pils ανά χείρας...

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα