Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017 17:47

Live Review: Covenant / Our Banshee live @ Death Disco 25-3-2017

Written by 

Είναι αλήθεια πως για μεγάλο διάστημα είχα χάσει επαφή με τους Covenant και τoν ΕΒΜ ήχο στο σύνολό του. Ρόλο έπαιξε λίγο η μόδα και λίγο τα μουσικά γούστα και το γεγονός ότι μεγαλώνοντας αλλάζεις γενικότερα. Έτσι, η περιέργεια μου για το live μιας μπάντας που είχα να δω αρκετά χρόνια, ήταν έντονη. Βέβαια, η πληροφορία ότι η προηγούμενη εμφάνιση τους στην Ελλάδα ήταν sold out, προδιέθετε για ένα εξαιρετικό live ενός απόλυτα ενεργού συγκροτήματος, στην προώθηση του ολόφρεσκου δίσκου, The Blinding Dark (κυκλοφόρησε μόλις πριν 5 μήνες). Όπως και –περίπου- έγινε.

Το κοινό ανέλαβαν να ζεστάνουν οι δικοί μας Our Banshee. Περιμέναμε και τους Γερμανούς Head-Less αλλά αυτοί δεν τα κατάφεραν να εμφανιστούν τελικά. Το γκρουπ του Agi Taralas  τα πήγε μια χαρά στο έργο του, αφού πέτυχε να δημιουργήσει απόλυτα ταιριαστή με το ύφος της βραδιάς, του κόσμου και των μουσικών προσδοκώμενων, ατμόσφαιρα. Στη σκηνή ανέβηκε ο Agi με τη συνοδεία ενός μουσικού στα synths . Κινούνται στο Synth/dark electrο ύφος, με βάθος στον ήχο και έμφαση στα 80’s φωνητικά του Agi και αποτέλεσαν για εμένα μια ευχάριστη έκπληξη. Νομίζω, και κρίνοντας από το χειροκρότημα του κοινού, πως δεν ήμουν ο μόνος που έμεινε με καλή εντύπωση. Η εμφάνιση τους είχε διάρκεια περίπου μισής ώρας και από τα 6-7 τραγούδια ξεχώρισα τo μελωδικότατο -και αν κατάλαβα καλά remixed σε λίγο πιο dance εκτέλεση- Answer καθώς και το τελευταίο κομμάτι του set, το Its Not Real.

Η ώρα πέρασε ευχάριστα όμως η ανυπομονησία είχε χτυπήσει κόκκινο. To σημαντικό είναι ότι η πάντα cosy και φιλόξενη Death Disco ήταν σχεδόν γεμάτη, από την αρχή του event και όχι μόνο την ώρα εμφάνισης των Covenant, κάτι που δυστυχώς πλέον είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας στα live. Περίπου στις έντεκα παρά δέκα οι μαυροντυμένοι Σουηδοί, έκαναν την εμφάνιση τους στη σκηνή υπό τις πολύ έντονες επιδοκιμασίες του κοινού. Δεν είχαν βέβαια λόγο να ξαφνιαστούν από την υποδοχή καθότι η Αθήνα αποτελεί αγαπημένο και συχνό, για αυτούς, τόπο εμφανίσεων. Για τις επόμενες περίπου δυο ώρες, θα μας μετέφεραν στον κόσμο της dark/electro μαγείας τους.

Το ταξίδι ξεκίνησε με ένα δεκάλεπτο περίπου εισαγωγικό κομμάτι που “έφτιαχνε ατμόσφαιρα” ενώ ακόμα οι κουρτίνες της σκηνής ήταν κλειστές. Η εμφάνιση της τριμελούς μπάντας, συνοδεύτηκε από χαιρετισμό προς το κοινό, προτροπή να είμαστε “Noisy People” (Μonochrome) και γρήγορο ζέσταμα με το Bullet. Εντυπωσιακότατος - και προφανώς  η χαρά του φωτογράφου - ήταν και ο φωτισμός με ένα φάρο στο πίσω μέρος της σκηνής, που άλλοτε επέτρεπε και άλλοτε όχι, στο λευκό φως να κάνει τα παιχνίδια του περνώντας μέσα από κρύσταλλα και να δίνει την αίσθηση του καλειδοσκοπίου, βοηθώντας σημαντικά στο μουσικό ταξίδεμα του θεατή. Λογικό ήταν να παίξουν αρκετά κομμάτια από το νέο άλμπουμ, έτσι διαδοχικά ακούσαμε τα ενδιαφέροντα Close My Eyes και Cold Reading. Φυσικά σαν καινούρια κομμάτια, θέλουν το χρόνο τους για να “περάσουν” στον κόσμο. Κορυφαία στιγμή του κυρίως set, το επιθετικό και tribal ρυθμού The Edge Of Dawn από το πρώτο τους άλμπουμ, Dreams of a Cryotank (1994) ενώ χάρηκα πολύ που επέλεξαν και το The Replicant, από τον ίδιο δίσκο. Όπως ανέφερε μάλιστα από σκηνής ο τραγουδιστής Eskil Simonsson, αυτό είναι το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησαν στην μακρόχρονη καριέρα τους. Ακούσαμε και το ρυθμικό και πολύ μελωδικό Ignorance and Bliss από το άλμπουμ Leaving Babylon του 2013 αλλά ένα hit το σήκωνε το κλίμα. Έτσι, λίγο πριν το τέλος το venue αναστατώθηκε συθέμελα με το Like Tears In Rain, ενώ το πατάρι στο οποίο έτυχε να βρεθώ στη δεδομένη φάση, άρχισε να χορεύει μαζί μας. Γενικά θα μπορούσα να παρατηρήσω ότι η setlist ήταν αρκετά «ψαγμένη», όμως είναι κάπου λογικό αφού, όπως είπαμε έχουν έρθει πολλές φορές και, σοφά πράττοντας, προσπαθούν να μην επαναλαμβάνονται.

Επειδή βέβαια δε λειτούργησαν όλα στην εντέλεια οφείλω να σημειώσω κάποια πράγματα. Υπήρξαν προβλήματα συντονισμού με τα δευτέρα φωνητικά στην αρχή, τα οποία δε λύθηκαν ποτέ καθ’ ολοκληρίαν. Αρκετές διακοπές για θέματα ήχου αλλά και ολισθηρότητας του δαπέδου της σκηνής, που χρειάστηκε να καθαριστεί προς αποφυγήν ελευθέρας πτώσεως. Για μία τόσο έμπειρη μπάντα, μοιάζουν σχεδόν αδικαιολόγητα ορισμένα δείγματα ερασιτεχνισμού. Παρολα αυτά και εξαιτίας της τόσο δεμένης σχέσης με το ελληνικό κοινό, θεωρώ πως αυτό δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα.

Όμως, το encore ήταν το σημείο που η βραδιά πήρε φωτιά. Τρία τραγούδια με πρώτο το κατασκότεινο Morning Star, ίσως (προσωπική εκτίμηση) το καλύτερο κομμάτι από το The Blinding Dark. Και στο τέλος ήρθε η αποθέωση με τα We Stand Alone και Dead Stars σε extended εκτελέσεις. Ήταν πολύ ωραίο να βλέπεις κόσμο σε κάθε σημείο του venue (ακόμα και σε σημεία που δεν υπήρχε οπτική επαφή με τη σκηνή) να χορεύει με τα χέρια υψωμένα εκστασιασμένος. Η γενιά που μεγάλωσε με το EΒΜ και την ηλεκτρονική μουσική γενικότερα, “τό ’χει” ακόμα. Η συναυλία σε καμία περίπτωση δεν ήταν “ρετρό”, όμως κακά τα ψέματα ορισμένα από τα τραγούδια τους (όπως τα δυο τελευταία) ήταν αυτά που απελευθέρωσαν το κοινό, έφεραν μνήμες μιας δεκαετίας πριν και μας συγκίνησαν όλους περισσότερο. Να’μαστε καλά, να βρισκόμαστε και να βλέπουμε μπάντες τόσο οικείες, τίμιες και φιλικές όπως οι Covenant. Το έχει ανάγκη η γενιά μας να φεύγει από μια συναυλία με το χαμόγελο που είδα στα πρόσωπα όλων κατά την έξοδο.

Dead Stars, Still Burn / Dead Still, Stars Burn

Παρακάτω μπορείτε να δείτε ένα μικρό video από τη βραδιά:


 Κείμενο: Παναγιώτης Ιωαννίδης /  Φωτογραφίες, Video: Βέρα Ιωακειμίδη

Παναγιώτης Ιωαννίδης

Ο Παναγιώτης Ιωαννίδης πρωτοεμφανίστηκε σε αυτό τον κόσμο στα Εξάρχεια λίγες μέρες πριν οι Pink Floyd κυκλοφορήσουν το Wish Υou Were Here, μεγάλωσε στη Γλυφάδα των 80’s. Έντονες οι αντιθέσεις, «ό,τι να’ναι» δηλαδή. Λέξεις κλειδιά: Μουσική, Α.Ε.Κ., hamburgers, ταξίδια στο εξωτερικό, μπύρες, ταινίες, δισκάδικα, waffles στο Queen και όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί αυτών. Βαριέται τις ουρές σε οποιοδήποτε ταμείο/υπηρεσία, όσους προσποιούνται κάτι που δεν είναι, την πολυκοσμία, το ανούσιο hype, την κουτοπονηριά, τις τραπεζοκαρέκλες σε ένα bar. Αγαπημένη ατάκα το «Πάνω απ’όλα η υγεία», την οποία προσπαθεί να μετατρέψει από λόγια σε στάση ζωής.

Με Joy Division, Tool και Underworld στις τρεις αγαπημένες του μπάντες, είναι φανερό ότι η μουσική του πυξίδα είναι απομαγνητισμένη. Ωραία…

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα