Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018 11:15

Live Review: Martyn Bates @ Death Disco, 16/6/18

Written by 

Μια χρονική περίοδο σαν κι αυτή, τα «οικογενειακά τηγάνια» πέφτουν στα κεφάλια των ανδρών, όταν τα έτερα ημίσεά τους πληροφορούνται πως το Σαββατόβραδο ο καλός τους (μετά από μερικά χρόνια γάμου, ο τόνος του επιθέτου συνήθως αναβιβάζεται στην πρώτη συλλαβή) δε μπορεί να βγει μαζί τους, επειδή θα παρακολουθήσει μουντιάλ. Στην περίπτωσή μου τα πράγματα αρχικά έδειχναν χειρότερα, αν αναλογιστείτε ότι η συγκεκριμένη έξοδος και το μουντιάλ συνέπιπταν αφενός με τη γιορτή της και αφετέρου με το live του πολύ, μα πολύ, αγαπημένου Martyn Bates. Ε, αν κι εγώ τραγουδούσα, ως όψιμος Bob Marley, για τα δικαιώματά μου (στη συναυλία), δε θα άξιζε το καρούμπαλο;

Πάνε κάμποσα χρόνια που ένας φίλος μου είπε, κοιτάζοντας απλανώς τον απέναντι τοίχο, ότι δε θα μπορούσε να φανταστεί τίποτα χειρότερο (μα, τίποτα) από το να μπει ένα μεσημέρι στο σπίτι του μετά τη δουλειά και να βρει τη γυναίκα του να ακούει Ελληνική μουσική. Αν πω ότι ο τρόμος του ήταν απόλυτα κατανοητος και μεταδοτικός, θα ήμουν εκτεθειμένος ανεπανόρθωτα; Τέλος πάντων, αν ενώσετε αυτές τις δύο καταστάσεις, μάλλον (αν και δύσκολα) θα καταλάβετε γιατί το βράδυ της 16ης Ιουνίου στεκόμουν ικανοποιημένος μπροστά από τον Martyn και μάλιστα με το κεφάλι μου σώο και αβλαβές.

Χωρίς καρούμπαλο, λοιπόν, και έτοιμος να παρασυρθώ από τη φωνή του Martyn Bates στα γεμάτα συναισθήματα μονοπάτια που πρωτοδιάβηκα πίσω στα όντως πανέμορφα 80s, έφτασα αρκετή ώρα πριν το «ραντεβού» μας. Οφείλω να πω ότι είχα δει τη μοναδική συναυλία των Eyeless in Gaza στο Gagarin το 2006, όπως και εκείνη του Martyn Bates στο Drugstore το 2013, οπότε ήξερα καλά τι με περιμένει. Οι σόλο εμφανίσεις του Martyn, δηλαδή -για να ακριβολογούμε- αυτές χωρίς τον Peter Becker, έχουν το χαρακτηριστικό ότι επιτρέπουν στα φωνητικά του να γίνουν ακόμα πιο σημαντικά απ’ ό,τι στην πραγματικότητα είναι. Κι αν αμφιβάλλει κάποιος για την κατάσταση που αυτά βρίσκονται σήμερα, τον πληροφορώ ότι δεν υπολείπονται σε τίποτα! Τι κι αν προς στιγμή, κατά την ερμηνεία του Inky Blue Sky, πνίγηκε προς στιγμή; Η συνέχεια ήταν συναρπαστική. Μαζί με τον Martyn ήταν στη σκηνή καθόλη τη διάρκεια του live η Elizabeth S., που τραγούδησε και έπαιξε μπάντζο, μελόντικα, ντέφι (με το πόδι) και φυσαρμόνικα, αλλά και ο Alan Trench, που τους συντρόφευσε από τα μισά και πέρα με την ηλεκτρική κιθαρα του.

Στο σημείο αυτό παίρνει το λόγο το παράπονο εκφράζοντας τη λύπη του που δεν ακούστηκαν τα συγκλονιστικά Seven Years και No Noise. Έρχεται όμως αμέσως ο κυρίαρχος πολύ ευχαριστημένος εαυτός μου και βάζει τα πράγματα στη θέση τους, αφού η βραδιά ήταν πολύ καλή και χωρίς αυτά.

Ο Martyn και η Elizabeth ξεκίνησαν στι 23.05’ με a capella εισαγωγή του Misborn / I am the Blues, που μας έβαλε στο κλίμα με τον καλύτερο τρόπο. Το κοινό ζεστάθηκε με το δυναμικό The Decoration και φάνηκε γενικά περισσότερο εκδηλωτικό στις ανάλογα δυνατές στιγμές που μας χάρισαν το εξαιρετικό Hallucination, το καταπληκτικό Lines on Fire, το Voice from the Tracks, αλλά και τα Belong (Weaving Yr Weary Way on) και Centerpiece που, ήθελες δεν ήθελες, σε έκαναν να σκεφτείς τους 16 Horsepower με το ροκάδικο μπάντζο τους. Οι ηπιότερες στιγμές που επιλέχτηκαν ήταν κι αυτές κομμένες και ραμμένες στις δυνατότητες της «μπάντας» με εξέχουσες το Lowlands, το πολύ συναισθηματικό Rhyme of Miracles (Shown – Taken – Let You See) και το Gift / Caustic που «πάντρεψε» όμορφα ατην ηλεκτρική με την κλασική κιθάρα. Η αναμενόμενη ποιητική διάσταση της βραδιάς εκπροσωπήθηκε κυρίως με το μελοποιημένο ποίημα The Mountain Tomb του W. B. Yates, το Born Tomorrow που ο Martyn προλόγισε απαγγέλοντας τους στίχους του και το folky Wait and See με τις Ιρλανδικές επιροές.

Υπήρξαν ακόμη δύο τραγούδια που ο Martyn έπαιξε keyboards, αντί κλασική κιθάρα, το πολύ ατμοσφαιρικό Inky Blue Sky, όπου τον πρόδωσε προς στιγμή η φωνή του και το Picture the Day, πριν την έναρξη του οποίου μας είπε ότι ελπίζει να μην τα κάνει θάλασσα (η περίφημη κατάρα του keyboard song). Το τραγούδι που πήρε το περισσότερο χειροκρότημα ήταν το παλιό καλό Still Air, που τραγουδήθηκε από ψυχής, με τη μελόντικα να έρχεται απευθείας από το παρελθόν. Στις 00.18 υποτίθεται πως η συναυλία τελείωσε, αλλά ποιος είχε διάθεση για τυπικότητες; Το Soft Spoken Lies ξεκίνησε με τους μουσικούς να έχουν μείνει στις θέσεις τους και έσβησε υπέροχα τέσσερα λεπτά αργότερα, κάνοντάς μας να νοσταλγήσουμε (απολύτως δικαιολογημένα) τις παλιές εκείνες νύχτες που ο κόσμος σταματούσε για λίγο το χρόνο για να μαγευτεί από όσα είχαν να πουν μουσικοί με ευαισθησία, πολλές φορές υπέρμετρο συναισθηματισμό και αρκετό ταλέντο. Μια νύχτα σαν κι αυτού του Σαββάτου. 

 

Κείμενο - Φωτογραφίες: Τάκης Κρεμμυδιώτης

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα