Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018 21:00

Live Review: Bryan Ferry @ Ωδείο Ηρώδου Αττικού, 11/9/18

Written by 

Κανονικά θα ήθελα να ξεκινήσω το κείμενο με “συγχαρητήρια” προς τον ίδιο μου τον εαυτό, διότι παρά την καταγεγραμμένη συναυλιακή μου εμπειρία (ως μέρος του κοινού πάντοτε, εννοείται) δεν είχα δεήσει να δω ζωντανά τον Bryan Ferry σε καμία από τις επισκέψεις του στην Ελλάδα, ούτε καν πρόσφατα με τους Roxy Music, οι οποίοι μάλιστα έπαιζαν τότε σε απόσταση αναπνοής από το σπίτι μου (Γήπεδο Καραϊσκάκη, τις ωραίες εποχές που ο πρόεδρος το έδινε για συναυλιακά events). Αναζητώντας όμως στο αρχείο μου τις φορές που μας έχει επισκεφτεί ο κομψότερος rock τραγουδιστής, διαπίστωσα πως ως σόλο καλλιτέχνης ανέβηκε τελευταία φορά στο Λυκαβηττό το 2004, το "πρόσφατο" που νόμιζα ότι μας ήρθαν οι Roxy Music ήταν "μόλις" το 2006 (“πλάκα κάνεις, το θυμάμαι σαν πρόπερσι”, μπορεί να λέτε κι εσείς τώρα φωναχτά) την ίδια μέρα μαζί με 2-3 ακόμη άλλες ξένες μετακλήσεις σε άλλους χώρους (θυμαμαι σίγουρα Toto στο Λυκαβηττό και Iggy & The Stooges στο Θέατρο Βράχων!) και μετά… λήξις. Οπότε ας δικαιολογηθώ εν μέρει… Έκτοτε, ο 60άρης Bryan Ferry πρόσθεσε (όπως και όλοι μας) 12 χρόνια στην πλάτη του, όμως εκείνος τουλάχιστον παρέμεινε ευθυτενής και φέτος ταξιδεύει ανά την Ευρώπη κουβαλώντας μαζί του μία εξαιρετική μπάντα και ένα λιτό αλλά υπέροχο light show. Η ανακοίνωση του Θεάτρου Δάσους της Θεσσαλονίκης ως μοναδική (ως τότε) ελληνική ημερομηνία της περιοδείας προετοίμασε τους “πρωτευουσιάνους” οπαδούς του για άβολο (λόγω της καθημερινής, όχι για κανένα άλλο λόγο) ταξιδάκι-εξπρές στη συμπρωτεύουσα, αλλά ευτυχώς για την τσέπη μας και δυστυχώς για τις αεροπορικές εταιρίες, η διοργανώτρια Didi Music ήρθε να σώσει την κατάσταση με το Ωδείο Ηρώδου Του Αττικού.

Το αρχαίο ρωμαϊκό ωδείο κάτω από τον βράχο της Ακρόπολης κατέχει ιδιότητες γνωστές σε όσους έχουν παρακολουθήσει έστω και ένα (μουσικό, για την περίπτωσή μας) event εκεί, ιδιότητες που δεν θα βαρεθούμε να παρατηρούμε, να αξιολογούμε και να επανεξετάζουμε σε κάθε επίσκεψή μας εκεί. Πρόκειται για έναν χώρο αν μη τι άλλο εντυπωσιακής ομορφιάς που αναδεικνύει τους άξιους καλλιτέχνες, άλλοτε όμως “καταπίνει” τους μικρούς το καλλιτεχνικό δέμας μουσικούς. Στην περίπτωση του Bryan Ferry δεν θα περίμενε κανείς να συμβεί το δεύτερο και πράγματι, ο χώρος ανέδειξε και με το παραπάνω την ευγενική υφή της μουσικής του. Ακόμη και οι πιο “αλήτικες” στιγμές των Roxy Music (π.χ. το εκρηκτικό Re-Make/Re-Model, το Virginia Plain, ή ακόμη και το Editions Of You που έβαλε την τελεία στο σετ) δεν ακούγονταν εκτός θέματος στο Ηρώδειο. Και γιατί άλλωστε θα πρέπει ο χώρος να ταιριάζει μόνο στους “μεγαλοπρεπείς” ή τους “ευαίσθητους” ήχους; Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια με κάποιες μεγάλες συναυλίες (ενδεικτικά Jethro Tull, Sivert Hoyem και φυσικά το θρίαμβο των Foo Fighters για τον οποίο είχαμε να γράψουμε - και γράψαμε - πολλά) η ψαλίδα μεταξύ του rock και των “εγκεκριμένων” συναυλιών “τύπου Ηρωδείου” έχει σχεδόν κλείσει. Κάποιοι, όχι πάντα άδικα, θα αντιτάξουν το επιχείρημα πως το rock πλέον αποτελεί μουσειακό μουσικό είδος, όπου βέβαια η ανταπάντηση “και τι τελικά είναι rock;” είναι αρκετή για να ανάψει συζητήσεις χωρίς άκρη στο κουβάρι τους.

Λίγο πριν μπει στα λόγια του εναρκτήριου The Main Thing, ο Bryan Ferry εισήλθε στην σκηνή χωρίς υπερβολικές φανφάρες & εισαγωγές με τον αέρα της αυταπόδεικτης πλέον αξίας του, χαιρετώντας το κοινό σαν να συναντούσε παλιούς καλούς φίλους. Μετά από 50 σχεδόν χρόνια πορείας στην ευρύτερη pop/rock μουσική, έχοντας πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα δίσκων είτε ως solo είτε με τους Roxy Music, τι άλλο να παρουσιάσει αυτός ο άνθρωπος πέρα από τον ίδιο τον εαυτό του και την ιστορία του; Καταχειροκροτήθηκε φυσικά από το κοινό που γέμισε το Ηρώδειο (η διοργάνωση ανακοίνωσε sold out λίγο πριν την έναρξη της συναυλίας) και κράτησε στο μεγαλύτερο μέρος της συναυλίας την κεντρική θέση της σκηνής, με εξαίρεση όταν αναλάμβανε τα πλήκτρα λίγο πιο αριστερά του. Όσοι περιμέναμε τον Ferry να μην έχει χάσει το απαράμιλλα κομψό στυλ του, δεν απογοητευτήκαμε. Κατά αντιστοιχία με περιπτώσεις όπως του Leonard Cohen, ένας εξαιρετικά καλοντυμένος άνθρωπος, έστω και ως ρόλος (κατά δήλωσή του, αν και ο ρόλος και η προσωπικότητα σχεδόν ταυτίζονται στην περίπτωσή του) αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο όσο προχωράει η ηλικία του. Και χωρίς τρομακτικές στυλιστικές υπερβολές, εννοείται - αρκούσε ένα κουστούμι με κομψή φόρμα και ένα ανοιχτό πουκάμισο (οι θιασώτες της μόδας θα αντιληφθούν περισσότερα στις σχετικές φωτογραφίες). Από τα λοιπά, κυρίως η όψη του προσώπου του έφερνε κάπως σε άνθρωπο που διανύει την όγδοη δεκαετία της ζωής του. Η φωνή του, έστω κι αν σε δυνατοτητες και σκέρτσο πλέον εύλογα και ευνόητα δεν θα μπορούσε (και δεν μπόρεσε) να ανταγωνιστεί τις δισκογραφικές του επιδόσεις σε προηγούμενες δεκαετίες, διακατεχόταν από μία classy ζεστασιά που μόνο σε αυτήν την “πίστα” ζωής και εμπειρίας μπορεί να επιτευχθεί. Άραγε οι γυναίκες-φανς του σήμερα, ανεξαρτήτως ηλικίας, θα ούρλιαζαν για χάρη του ή θα του πετούσαν τους στηθόδεσμούς τους αν η συναυλία γινόταν σε άλλο χώρο εκτός Ηρωδείου, πιο “rock” και πιο φιλόξενου σε κοινωνικά μη ορθές συμπεριφορές;

Η συνοδεία του Ferry ήταν μία μπάντα άρτια δεμένη και οι ενορχηστρώσεις (υποθέτω έργο του πληκτρά και band leader Richard Cardwell;) πλησίαζαν τις αυθεντικές, πάντα με την απαραίτητη προσαρμογή για τη ζωντανή απόδοση. Και η σύνθεση της μπάντας του πάντως δικαιολογούσε τη μυθολογία που τον θέλει εκλεκτικό λάτρη των γυναικών, καθώς τα (εντυπωσιακά) κορίτσια της μπάντας υπερτερούσαν των αγοριών με το βραχύ 4-3. Κάθε μέλος στάθηκε βράχος στα καθήκοντά του. Τα δεύτερα φωνητικά των σοκολατένιων κυριών Bobbie Gordon και Hannah Khemoh συνόδευαν ιδανικά τον Bryan Ferry και αναδείχθηκαν σε πρωταγωνίστριες στα μάτια του κοινού. Το rhythm section των Jerry Meehan (μπάσο) και Luke Bullen (ντραμς) έδωσε σε πολλές περιπτώσεις τα σαγόνια στο χέρι σε όσους ήθελαν να προσέξουν και τα επιμέρους στοιχεία σε σχέση με το συνεκτικό όλον. Σε όλη τη συναυλία η συνεργασία τους παρείχε το καλύτερο δυνατό υπόβαθρο για τους υπόλοιπους μουσικούς, ενώ και ξεχωριστά τα μίνι soli τους ήταν ουσιαστικότατα. Την παράσταση έκλεψαν, αναμενόμενα, το αισθαντικό σαξόφωνο (και κλαρινέτο) και η elegant παρουσία της Jorja Chalmers, παρουσία ταιριαστή δίπλα στον Ferry αλλά και με παίξιμο ζεστό και sexy. Σίγουρα παρακολουθήσαμε, παρά την ηλικία του πρωταγωνιστή, μία sexy συναυλία (η ερώτηση της δεύτερης παραγράφου προς τις κυρίες ισχύει ακόμη, υπόψη).

Το απίθανο light design προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις και στο μέγεθος ενός μεγαλοπρεπούς και “έντονου” χώρου όπως το Ηρώδειο και είναι σίγουρο πως η ομάδα του light designer Matt Arthur υπερέβαλε εαυτόν για να ανταποκριθεί στις ανάγκες που δημιουργεί ένας τέτοιος χώρος. Σε έναν ιδιότυπο συσχετισμό, πέρα από τις τελευταίες περιοδείες του Ferry από το 2015, ο Matt Arthur ήταν αρχηγός του lighting crew στην περιοδεία των Chemical Brothers το 2011! Εδώ και τώρα, ο φωτισμός έφτιαχνε συναισθήματα, γέμιζε το χώρο με φως και χρώματα εν κινήση στις έντονες στιγμές ή τον καταμαύριζε για τις πιο εσωτερικές, με λίγα στοχευμένα φώτα να αναδεικνύουν σιλουέτες. Οι φωτογραφίες είναι φυσικά ενδεικτικές. Ο τεχνητός φωτισμός οπωσδηποτε αρκούσε, αλλά και ο καιρός συνέβαλε με τον τρόπο του, καθώς μπορεί μεν να μην έβρεξε (ευτυχώς) μέσα στο Ηρώδειο, αλλά στις παρακείμενες περιοχές οι κεραυνοί έστησαν το δικό τους light show που είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια κατά τη διάρκεια σχεδόν του μισού live!

Περιμένετε φυσικά να γράψω κάτι και για τα κομμάτια που ακούστηκαν... Από νωρίς λοιπόν ξεκίνησαν τα “γνωστά” για να ζεσταθεί το κοινό, όμως και οι μεγάλοι fans και οι περιστασιακοί ακροατές της δισκογραφίας του Bryan Ferry σίγουρα βρήκαν πολλά σημεία επαφής στο setlist της συναυλίας. Όσοι δεν περίμεναν περισσότερο να ακούσουν κομμάτια εποχής Roxy Music, δεν υπήρχε περίπτωση να έμειναν ανικανοποίητοι! Τα απόλυτα highlights, πάντως, πάντοτε μιλώντας για τις πραγματικά μεγάλες στιγμές της συναυλίας, άργησαν να έρθουν. Εξαιρετικά τα Slave To Love και Don’t Stop The Dance, και το Ladytron βεβαίως, αλλά από το Out Of The Blue και έπειτα απέκτησα την αίσθηση πως η “μηχανή” άρχισε να βρίσκει τον ρυθμό της. Η μουσική κοιλίτσα προς το μέσο της συναυλίας, εκεί που κυρίως ερμηνεύονταν κομμάτια της προσωπικής πορείας του Ferry, καλύφθηκε εν μέρει από τις πραγματικά όμορφες ερμηνείες του και εν μέρει από την υποβλητική ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε από τη χημεία ανάμεσα στο φωτισμό της συναυλίας και στο αρχαίο ωδείο. Δεν ήταν άσχημα, αλλά η συναυλία δεν απογειώθηκε ακόμη. Ίσως προετοιμαζόταν το έδαφος για τα πραγματικά καλά, που ξεκίνησαν από τη διασκευή στο Don’t Think Twice, It’s Alright. Η ακουστική κιθάρα του εξαίρετου Chris Spedding, η φωνή του Bryan Ferry, η φυσαρμόνικα και το αρμόνιό του έδωσαν νέα πνοή στο κομμάτι του Bob Dylan και το αποτέλεσμα ήταν το έντονο χειροκρότημα του κοινού. Ακολούθησαν οι δύο, κατά το γράφοντα πάντα, καλύτερες στιγμές της συναυλίας. Η έτσι κι αλλιώς εκπληκτική μεταχείριση που έτυχε το My Only Love συνοδεύτηκε από ένα μαγευτικό κιθαριστικό σόλο, για να κλείσει με αρμονίες με το σαξοφωνο και τα πλήκτρα του Ferry - συγκλονιστικό το αποτέλεσμα κι ας μην πρόκειται για τα καλύτερα κομμάτια των Roxy Music. Κάτι που σίγουρα είναι το σκοτεινό αριστούργημα In Every Dream Home A Heartache. Backlight στον Brian Ferry που καθόταν στα πλήκτρα του, ησυχία απόλυτη στο κοινό και στα υπόλοιπα όργανα… έως τους στίχους “I blew up your body, but you blew my mind”, που προλόγισαν ένα οργανικο πανδαιμόνιο αντάξιο της στουντιακής εκτέλεσης. Από εκείνο το σημείο και μέχρι το τέλος του κανονικού σετ δεν υπήρξε επιστροφή: μονάχα Roxy Music σε εξαιρετικές εκτελέσεις με γνήσιο μουσικο πάθος από τη μεριά του Ferry και της μπάντας του. If There Is Something και το σαξόφωνο της Chalmers κάνει διάλογο με την κιθάρα του Spedding και κυρίως τα πλήκτρα του Ferry. Re-Make/Re-Model και ευκαιρία για ένα πρώτο mini solo από όλους τους μουσικούς. More Than This και Avalon εκτελέστηκαν σχεδόν κολλητά χωρίς διακριτό κενό μεταξύ τους, για να κλείσουμε με τους rock δυναμίτες Love Is The Drug (υπάρχει κανείς που να μην έχει κινηθεί κάπου, κάπως, κάποτε στο ευφυές groove του;) και Virginia Plain (που όπως πιθανώς γνωρίζετε, κυκλοφόρησε μονάχα ως single και περιλαμβάνεται ως επίσημο μέρος του ντεμπούτου των Roxy μόνο στα CD και στις μεταγενέστερες επανεκδόσεις), όπου μάλιστα είχαμε και την μοναδική ως τότε απόδειξη της ανάδρασης κοινού και μουσικών, όταν αποκρίθηκε εν χορώ σωστά στην προφανή ερώτηση που έθεσε ο Bryan Ferry: “What’s her name?”.

Η αποχώρηση των μουσικών ήταν υπερβολικά σύντομη για να γίνει ουσιαστικά αντιληπτή, αλλά και το κοινό δεν θα μπορούσε να αφήσει να υπάρξει μεγάλο κενό μεταξύ κανονικού set και encore (εννοείται πως οι ενστάσεις για την λειτουργικότητα και τη χρησιμότητα του “encore” ισχύουν και εδώ, όπως και σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις...). Η συναυλία ξαναξεκίνησε πάντως όσο δυναμικά έκλεισε, αφού η διάσημη διασκευή στο Let’s Stick Together του Wilbert Harisson είχε οργανικά την κατάλληλη ενέργεια για να κρατήσει την up διάθεση του κοινού. Είμαι σίγουρος πως οι παλαιότεροι εξ υμών θα θυμούνται ακόμα τη διαφήμιση που επένδυε η συγκεκριμένη διασκευή! Από διαφήμιση είχα μάθει ως παιδί και τη διασκευή στο Jealous Guy του John Lennon, που - ας μου επιτραπεί η “ιεροσυλία” - κανονικά θα πρέπει πλέον να “κατοχυρωθεί” στον Ferry με τον τρόπο που το Hurt του Trent Reznor έχει πια περάσει στην κοινή γνώση ως κομμάτι του Johnny Cash - τόσο “μέσα” στο κομμάτι είχε πέσει ο αγαπητός Bryan! Το Ηρώδειο βάφτηκε μπλε όταν ακούστηκαν οι πρώτες νότες του κομματιού, οι αναπτήρ…. συγγνώμη, οι οθόνες των κινητών άναψαν, οι αγκαλιές γέμισαν και οι σκέψεις κατευθύνονταν προς συγκεκριμένα πρόσωπα, άλλωστε ο καθείς όλο και κάπου θα είχε να αφιερώσει το συγκεκριμένο κομμάτι. Το sing-along σφύριγμα του Ferry προς το τέλος του κομματιού ήταν αναμενόμενα ανθρώπινο, εκεί που τα συναισθήματα βαραίνουν και αποφεύγουν να γίνονται λέξεις… Η συναυλία, βέβαια, “όφειλε” να κλείσει με πιο ξεσηκωτικούς ρυθμούς και το ρόλο αυτό ανέλαβε το glam rock Editions Of You, αν και κατά την προσωπική μου άποψη δεν ήταν απαραίτητο, καθώς δεν πρόσθεσε κάτι ξεχωριστό στο setlist και τη συνεκτικότητά του. Δεν πειράζει, ακούσαμε ακόμη ένα κομμάτι από το δεκαράκι For Your Pleasure! Προσωπική έλλειψη: το Do The Strand που παιζόταν σε αρκετές ημερομηνίες της παρούσας τουρνέ, αλλά έπεσε θύμα της διάθεσης του Ferry για συνεχείς μικροαλλαγές στα σετ του (και μπράβο του φυσικά). Αποχωρήσαμε με την ηχογραφημένη εκτέλεση του Johnny And Mary, που αρκετοί παρόντες εμφανίστηκαν με διάθεση να το ακούσουν και ζωντανά. Την επόμενη φορά, κυρίες και κύριοι, η οποία ελπίζουμε να υπάρξει και ας φτάσει τα 80 ο αγαπημένος Δανδής. Θα αποτελεί ακόμη και τότε υπόδειγμα κομψότητας, θα χορεύει απαλά και θα τραγουδάει με αγνή αγάπη για τη μουσική κι ας μην τον βοηθάει η ηλικία του.

Κείμενο / Φωτογραφίες: Μιχάλης Κουρής

Μιχάλης Κουρής

 

 

Για τον Μιχάλη Κουρή καλύτερα από οποιονδήποτε μιλάνε τα σημειώματα στο ψυγείο του: "Δεν πεινάω δεν πεινάω" "Να έρχεσαι κάθε πέντε λεπτά να με βλέπεις" "Μην πίνεις άλλο" "Δεν μπορείς να πας σε όλα τα live". Ακούει τα πάντα και δεν εννοεί "ακούω ραδιόφωνο" - στον ελεύθερό του χρόνο είναι αφουγκραστής των συμπαθών ζώων σε ζωολογικό κήπο του εξωτερικού που εύλογα επιθυμεί να παραμείνει μυστικός.

Website: www.soundgaze.gr
Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα