Print this page
Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2019 13:55

Live Review: Orange Goblin / Sadhus (The Smoking Community) @ Fuzz Live Music Club, 21/9/2019

Written by 

Οι Βρετανοί Orange Goblin συνεχίζουν να επισκέπτονται τακτικά τη χώρα μας καταφέρνοντας κάθε φορά να στήσουν ένα heavy rock party, όπως μόνο αυτοί ξέρουν να κάνουν! 

Οι Sadhus (The Smoking Community) θεωρούνται (και είναι) συνήθεις ύποπτοι για το opening ανάλογων συναυλιών ξένων συγκροτημάτων. Με αρκετά χρόνια ήδη πίσω τους έχουν την κατάλληλη εμπειρία για να το κάνουν καλά. Μπορεί ο «λασπώδης» ήχος τους να απευθύνεται κυρίως σε όσους είναι μυημένοι στο είδος και να αποθαρρύνει όσους δεν αρέσκονται σε τόσο heavy ακούσματα (ακόμα κι αν πηγαίνουν σε live των Orange Goblin), παρ’ όλα αυτά και στη συγκεκριμένη περίπτωση έφεραν εις πέρας το έργο τους με τρόπο επιτυχή. Η ανταπόκριση του κόσμου στις παροτρύνσεις του Σταύρου ώστε να γίνει φασαρία μαρτυρούσε πως αρκετοί είχαν έρθει και για αυτούς. Από εκεί και πέρα, η 45έπτη εμφάνιση τους διέθετε την απαραίτητη κλιμάκωση ώστε να διατηρήσει το ενδιαφέρον των θεατών, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που δημιουργήθηκαν μικρά pit. Αν ανήκες σε αυτούς που τους αρέσουν και το support και οι headliner, τότε η συγκυρία ήταν προφανώς ιδανική.

Ως γνήσιοι Άγγλοι οι Orange Goblin εμφανίστηκαν στην ώρα τους (υπό τους ήχους του It’s a Long Way to the Top), όντας όμως όχι φλεγματώδεις, όπως οι περισσότεροι συμπατριώτες τους, αλλά σε τρελό mood για πάρτι. Κι όπως σε κάθε σωστό πάρτι υπάρχει κάποιος που είναι η «ψυχή» του, έτσι κι εδώ υπήρχε αυτός που είχε τον ανάλογο ρόλο και δεν ήταν άλλος από τον θηριώδη Ben Ward (πραγματικά βλέποντας τον στη μεγάλη σκηνή του Fuzz έμοιαζε ακόμα πιο ογκώδης, πραγματικός γίγαντας!). Είχαν μάλιστα ένα λόγο παραπάνω να είναι ευδιάθετοι μιας και ο ντράμερ Chris Turner (ο οποίος παρεμπιπτόντως καλλιεργεί εμφάνιση ναυαγού, εν αντιθέσει με τον μπασίστα Martyn Millard, τον οποίο θα μας πάρει καιρό για να τον συνηθίσουμε χωρίς την μακριά του κόμη…) είναι ξανά μαζί τους, μετά την περιπέτεια που είχε με την γραφειοκρατία, η οποία του στέρησε τη δυνατότητα να ακολουθήσει την μπάντα στην Αμερικάνικη περιοδεία, με αποτέλεσμα να είναι για πρώτη φορά στα 25 χρόνια καριέρας της μπάντας απών από το drum kit.

Οι πρώτες νότες του Scorpionica ήταν ό,τι έπρεπε για να μας βάλουν κατευθείαν στο κλίμα. Βέβαια από τα πρώτα λεπτά διαπιστώσαμε πως ο ήχος ήταν αρκετά «μπουκωμένος» (κάπως λογικό αν σκεφτούμε πως το γκρουπ παίζει πάντοτε στα κόκκινα), κάτι που δεν θα άλλαζε δραματικά στη συνέχεια, χωρίς όμως να επηρεάσει την διάθεση κανενός.

Το συγκρότημα προτίμησε από την πιο πρόσφατη δουλειά του, το περσινό The Wolf Bites Back, να παίξει μόνο 3 κομμάτια (το ομώνυμο, το Sons of Salem και το Renegade), αφήνοντας περισσότερο χώρο στο set για παλιότερο υλικό κάτι που φυσικά δεν δυσαρέστησε κανένα. Ποιος άλλωστε δεν ήθελε να ξανακούσει έπη σαν το Blue Snow, Time Travelling Blues και Quincy the Pigboy; Ακόμα και το ντεμπούτο τους Frequencies from Planet Ten του 1997 εκπροσωπήθηκε με ένα κομμάτι, το Sarumans Wish, φυσικά (για αυτούς που αγαπούν τόσο το hard rock όσο και τους μύθους της Μέσης Γης), ενώ την τιμητική του είχε το A Eulogy for the Damned (2012) καθώς παίχτηκαν 4 συνθέσεις από αυτό (The Filthy & the Few, The Fog, Stand for Something και Red Tide Rising). Σοφή επιλογή εκ μέρους τους, μιας και το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι το καλύτερο από αυτά που κυκλοφόρησαν την τρέχουσα δεκαετία. Σε κάποιο σημείο μάλιστα δεν παρέλειψαν να αποτίσουν φόρο τιμής στο κορυφαίο rock & roll γκρουπ όλων των εποχών, όπως δήλωσε ο Ward, τους Motorhead, παίζοντας μια κολασμένη διασκευή στο No Class, τονίζοντας πόσο πολύ λείπουν σε όλους.

Το καλύτερο όλων ήταν πως τα κομμάτια παίζονταν σχεδόν non stop αφού με το που τελείωνε το ένα, ο κιθαρίστας Joe Hoare δεν καθυστερούσε να εξαπολύσει το riff του επόμενου στη σειρά. Όχι ότι στα ελάχιστα κενά βαρεθήκαμε, φρόντισε για αυτό ο Ward, η αλληλεπίδραση του οποίου με τον κόσμο είναι κάτι το μοναδικό. Είναι γνωστό άλλωστε από χρόνια ότι είναι ένας από τους πλέον χαρισματικούς frontmen του heavy rock (πρέπει να είσαι εντελώς αρχάριος για να μην το γνωρίζεις…). Αστειεύτηκε με το κοινό κάμποσες φορές, χάρισε σπαρταριστές ατάκες, κοπανήθηκε σαν έφηβος, ενώ σε κάποια στιγμή «απαγχονίστηκε» με το καλώδιο του μικροφώνου σαν άλλος Lee Dorrian… Βέβαια οι Orange Goblin είναι σπουδαίοι ως σύνολο. Αυτοί οι τέσσερις μουσικοί παίζουν μαζί από την πρώτη μέρα, οπότε το δέσιμο τους επί σκηνής είναι απίστευτο. Λειτουργούν εδώ και χρόνια σαν μια αλάνθαστη μηχανή ακριβείας. Είναι πράγματι εντυπωσιακό ότι αυτή η μπάντα έχει αντέξει 25 ολόκληρα χρόνια. Ακόμα και στους ίδιους φαίνεται τρελό, όπως δήλωσε ο Ward στη συνέντευξη που μας παραχώρησε.

Τα πράγματα είναι απλά: αν πας σε συναυλία των Orange Goblin και δεν περάσεις καλά, τότε κάτι δεν κάνεις σωστά στη ζωή σου. Η δεδομένη αγάπη της μπάντας για τη χώρα μας συν το γεγονός πως τα live τους είναι ο ορισμός της διασκέδασης, είναι ικανοί λόγοι για να αναμένουμε κάθε επίσκεψη τους. Ήδη ανυπομονούμε για την επόμενη!

Κείμενο: Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος

Φωτογραφίες: Μιχάλης Κουρής (Orange Goblin), Χρήστος Λεμονής (Sadhus The Smoking Community)

Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος

 

 

Ο Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος γεννήθηκε στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 (συγκεκριμένα τη χρονιά για την οποία έχει τραγουδήσει ο Jimi Hendrix), όταν πια οι Joy Division είχαν πάψει ήδη να υπάρχουν από καιρό (ευτυχώς υπήρχαν οι New Order!). Μετά από χρόνια αναζητήσεων ανακάλυψε αυτό που έψαχνε σε μια έρημο, έκτοτε λατρεύει οτιδήποτε σχετίζεται με τους Kyuss. Πιστεύει ότι αν δεν υπήρχε το rock & roll θα έπρεπε να το έχουμε ανακαλύψει. Επίσης, είναι βέβαιος ότι ο Έλβις ζει κάπου ανάμεσα μας… 

Latest from Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος

Related items