Print this page
Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2021 14:50

Αφιέρωμα: Clan of Xymox - Όμορφες είναι οι σιγαλιές των τάφων…

Written by 

Clan of Xymox

Όμορφες είναι οι σιγαλιές των τάφων…

 

O Ronny Moorings (φωνή, κιθάρα, κήμπορντς), η Anka Wolbert (φωνή, μπάσο, κήμπορντς) και ο Pieter Nooten (φωνή, κήμπορντς) θα ήθελαν κατά βάθος να ζούσαν στο Μάντσεστερ του οποίου οι «μουντάδες» ενέπνευσαν τους ήρωές τους Joy Division. Έλαχε όμως και ζούσαν στο Άμστερνταμ, που μπορεί να μην είναι Μάντσεστερ, αλλά έχει κι αυτό τις συννεφιές του. Προσδοκώντας να δώσουν φωνή στα σκοτεινά τους οράματα και να αποστασιοποιηθούν από την υπόλοιπη μουσική σκηνή της Ολλανδίας, τόλμησαν το 1981 να βγάλουν τις μαύρες τους πλερέζες απ' το μπαούλο και να γράψουν τραγούδια γεμάτα εφιάλτες, μοναξιές, ανασφάλειες και μωβ πένθη (ό,τι δηλ. απασχολούσε τη νεολαία της εποχής…). Ονομάστηκαν Clan of Xymox και πρωτοστάτησαν στη «σκοτεινή» μουσική σκηνή της πατρίδας τους.


(μπροστά από αριστερά: Pieter Nooten, Anka Wolbert, Ronny Moorings.)

Η μουσική τους ξεκίνησε έντονα επηρεασμένη από τα Εγγλέζικα «Γοτθικά» γκρουπς της εποχής (Sisters of Mercy/Cure), αλλά εκεί που οι Sisters κόμπαζαν το πομπώδες μεταλλιζέ στυλ τους και οι Cure γυρόφερναν το θάνατο με τις μουσικές τους ανησυχίες, οι Clan of Xymox επέδειξαν λυρισμό, καλό γούστο, σταθερότητα στον ήχο τους και διάρκεια. Τα τραγούδια τους είχαν συγκεκριμένη συνταγή με κυρίαρχο το χαρακτηριστικό ριφ στα πλήκτρα (οι κιθάρες σπανίζουν, χωρίς να σημαίνει κάτι αυτό…) και τους αυστηρούς σαν καρδιογράφημα καλπάζοντες ρυθμούς των drum machines, και χαρίζουν την αίσθηση της οικειότητας, της σιγουριάς ότι, παρά το προβλέψιμο των συνθέσεών τους, εκείνοι είναι πάντα εκεί, ο κόσμος να χαλάσει.

Και εάν προσθέσετε τους χιλιοακουσμένους αλλά πολύτιμους ψυχικούς στίχους / παιάνες, προς την αγάπη, τη μοναξιά, τα όνειρα και όλα τα υπόλοιπα της darkwave-ικής θεματολογίας που καρφώνονται στο κεφάλι και στην ψυχή και δεν βγαίνουν με τίποτα έξω, καταλήγουμε σε ένα γκρουπ που δικαίως ενσωματώνεται μέσα στην πρώτη πεντάδα των πρωτεργατών του «σκοτεινού» ήχου κι ας μην είναι Εγγλέζοι!! Κι όταν μάλιστα αδιαφορούσαν (όπως και η πλειοψηφία των dark γκρούπς) για την εικόνα τους παραλείποντας τελείως την φωτογραφία τους στους δίσκους (τουλάχιστον σε αυτούς που ακολουθούν), μην προσφέροντας στους φάν τους εικόνα αλλά μελοποιημένο πόνο, αυτός είναι και ο κύριος λόγος του ότι συνεχίζουν έως τις ημέρες μας, καθόσον λίγοι από τη «σπορά» του Γοτθικού Παραπετάσματος πέτυχαν και τα δύο.

Βέβαια το «ρεζουμέ» της πορείας τους είναι τούτη η πρώτη περίοδος που εξετάζουμε εδώ:

 

1.) Subsequent Pleasures (mini–lp, 1983)

Track listing: Going Round - Moscoviet Musquito - Strange 9 to 9 - Call It Weird - Abysmal Thoughts.

(ανεξάρτητη κυκλοφορία)

Παραγωγή: Clan of Xymox

 

Σκοτάδι πηχτό, κραυγές μέσα από σπηλιές, οράματα σε βαλτώδη έλη το ξημέρωμα και οι Cure και οι Joy Division (τους οποίους τιμούν με τον τίτλο του δίσκου «επακόλουθες απολαύσεις») μας προστάζουν να ξαπλώσουμε στο χώμα ακούγοντας την γη χωρίς να μας νοιάζει τίποτε άλλο, παρά μόνο το μοναχικό μελαγχολικό κορίτσι που στέκεται κάτω από το δέντρο ατενίζοντας με ένα άδειο βλέμμα το βουνό απέναντι λίγο πριν ξυραφιάσει τις φλέβες της. Μια-δυο φράσεις επαναλαμβάνονται συνεχώς μέσα στα τραγούδια αλλά δείχνουν ότι δεν θα αργήσουν να δέσουν – όχι όμως εδώ. Τα κήμπορντς κυριαρχούν και δείχνουν ότι ήρθαν για να μείνουν, αφήνοντας τις κιθάρες να κεντούν ελαφρά και η ηχογράφηση είναι πάμπτωχη και άθλια.

Ένα συνθι επαναλαμβάνει δυο - τρεις νότες συνέχεια στο Going Round και τα λυπημένα φωνητικά ηχούν άκρως απελπισμένα, αφήνοντας μια βαθιά μελαγχολία να σε κυριεύει, θυμίζοντας πολύ τα αντίστοιχα Ελληνικά γκρουπ της εποχής (οι λάτρεις της θρυλικής Creep θα βρουν πολλές αναμνήσεις εδώ, άλλωστε ήταν και η εποχή τέτοια…). Το δε Strange 9 to 9 δεν είναι τίποτε άλλο παρά μελοποιημένες σκέψεις ενός πιτσιρίκου ντυμένου στα μαύρα κάτω από τοίχους πολυκατοικιών ένα βροχερό απόγευμα με σκυμμένο κεφάλι, να μην σκέφτεται τίποτε παρά μόνο δράμα κλάμα και απελπισία λίγο πριν το τέλος. Δεν φτιάχνεις όμως μουσική μοιρολογώντας με τις κιθάρες συνέχεια στο μινόρε… Από τον πάτο του πηγαδιού μια μπάσα γκρίζα φωνή μέσα σε πηχτά σκοτάδια μας κηρύττει την ιδεολογία του ερέβους και μας καλεί μέσα σε λυγμούς να την ακολουθήσουμε στο Abysmal Thoughts,μπαίνοντας και στα χωράφια των Eyeless in Gaza, αλλά δεν κατορθώνουν τίποτε ιδιαίτερο όταν υπάρχουν οι Eyeless in Gaza…

Δυο μόνο είναι οι στιγμές που «λένε»: το Moscoviet Musquito με το μπάσο – καταπέλτης (φοβερή η Wolbert), δείχνοντας την άπλετη επιρροή των Joy Division πάνω τους, το οποίο κυκλοφόρησε αργότερα (1987) σε άλλη μίξη στην πολύ καλή συλλογή της 4AD «Lonely Is an Eyesore» και το outtake των Bauhaus (εάν το έλεγαν αυτοί θα ήταν χάρμα!) Call It Weird με τα σύνθια του να μας παρασύρουν σε έναν λαβύρινθο φόβων.

Σχετικό είναι και το εξώφυλλο της Anke Wolbert (λέγεται ότι το original artwork για το sleeve design της έγινε σε 500 αντίτυπα τυπωμένα με το χέρι!!) με ένα ξαπλωμένο άγαλμα (;) σε ροζ και μαύρες ανταύγειες (αργότερα κυκλοφόρησε με το πλήρες όνομα της μπάντας που εδώ το «κουτσούρεψαν» σε Xymox και με αλλαγμένο μαύρο εξώφυλλο).

Μέτρια προσπάθεια αλλά μην ξεχνάμε ότι το έκαναν μόνοι τους και μόνο γι΄ αυτό δείχνουν ότι δεν το έβαλαν κάτω και ότι δεν θα μας αφήσουν ήσυχους…

(**½)



2) Clan of Xymox (1985)

Track listing : A Day - No Words - Stumble and Fall - Cry in the Wind – Stranger - Equal Ways - 7th Time - No Human Can Drown.

(4AD CAD 503)

Παραγωγή : Clan of Xymox - Ivo Watts-Russell

 

Τι δίσκος! Τι δίσκος! Τους ανακάλυψε ο Brendan Perry των Dead Can Dance (που έπαιξαν support γι΄ αυτούς) και έπεισε τον Ivo να τους υπογράψει στην 4AD εκστασιασμένος από τα «…icy, throbbing keyboards, bummed-out vocals, chilly, robotic percussion, gloomy, ethereal guitars and unusual, cryptic song titles» που στολίζουν τούτο το μνημειώδες έργο κατά το ίντερνετ και που αποκαλύπτει την χρυσή ωριμότητά τους, τον έρωτά τους για τον ήχο της 4AD και τον απρόσμενο ενθουσιασμό τους που ηχογραφούν γι' αυτήν κάνοντας πράξη τα όνειρά τους!! Είναι μια εκπληκτική σπουδή στο dark wave κλίμα της εποχής, που για μένα θα έπρεπε να είναι δίπλα ακριβώς από το αντίστοιχο λήμμα στο λεξικό - και όλα αυτά πολλά χρόνια πριν βγουν οι emo που και αυτοί σίγουρα θα τους έχουν σαν αρχιερείς τους!

Μια ματιά και μόνο στους τίτλους αρκεί για να μας προϊδεάσει το τι θα ακούσουμε. Δύσκολα ξεχωρίζεις τα λόγια, δεν υπάρχουν ουρλιαχτά, όλα λέγονται χαμηλόφωνα, μουντά, κουρασμένα και νωχελικά, όχι όμως και η μουσική που εδώ κυλάει αβίαστα με την πληθώρα των συνθεσάιζερ και τις πινελιές από τις κιθάρες πνιγμένες μέσα στα γρήγορα μετρονομικά κρουστά για να στολίσει τούτο το τούλι με δάκρυ, πόνο, απόγνωση και μηδενισμό για τα πάντα… 

Οι Cure του 100 Years και του A Strange Day πρέπει σίγουρα να ζήλεψαν με το σκοτεινό, υπόγειο, κεντημένο με τα κήμπορντς A Day,μια από τις δύο καλύτερες στιγμές του δίσκου, μια περιπλάνηση σε μια συννεφιασμένη αρρωστημένη μέρα σ' ένα ανήλιαγο δάσος δίπλα στον βάλτο και σιωπή. Θανατερή σιωπή… Ένας απόλυτος ύμνος στη μοναξιά, την απόγνωση («…που είσαι όταν σε χρειάζομαι τόσο μακριά, είναι απλά μια μέρα δεν έχει καμία σημασία») και το απόλυτο τίποτα που δεν περιμένει κανένας να έρθει… Τα ίδια ισχύουν και για το Cry in the Wind με φωνή μουντή, ζαρωμένη, κουρασμένη έτοιμη να ξεσπάσει σε αναφιλητά και σπαρακτικούς λυγμούς. Αντίθετα το 6λεπτο Equal Ways με τα όμορφα συνθεσάιζερ του σε ταξιδεύουν, όχι σε πένθη, αλλά σε όνειρα. 

Οι New Order, εάν παρέμεναν στο πνεύμα του παλιού τους γκρουπ (το οποίο ευτυχώς δεν έκαναν…), θα έβγαζαν κομμάτια σαν το No Words με το εκπληκτικά μελωδικό μπάσο να κρατάει την μπαγκέτα για να υποτάξει τα υπέροχα κεντήματα στα κήμπορντς.

Εδώ όμως «βγάζουν τη μουσούδα τους» και τα πρώτα «electro dance anthems» σύμφωνα με το Melody Maker, τα οποία αργότερα θα καθιερωθούν στον ήχο τους, αλλά όχι με τη μορφή του Stumble and Fall ας πούμε, όπου μέσα στην εκκλησιαστική ατμόσφαιρα κάτω από κλαίουσες ιτιές, η αύρα αποκαλύπτει ένα σημείωμα αυτοκτονίας του αφηγητή του τραγουδιού με το οποίο μας εκλιπαρεί να τον σπρώξουμε για να παραπατήσει και να πέσει σε μαύρα ερέβη για να μην ξαναγυρίσει ποτέ πια, ή του 7λεπτου Stranger που σίγουρα θα γνώρισε επιτυχία στα «μαύρα» ροκ κλαμπς της εποχής, καθώς μετά από μια υποβλητική νεκρική ψαλμωδία αλλάζει μέσα στα πολύχρωμα κρόσσια των κήμπορντς. 

Η δεύτερη κορύφωση του δίσκου είναι το εκπληκτικό 7th Time με ένα μπάσο – λάστιχο και πάλι που είναι το μπαλκόνι για τα ανθισμένα «λιωμένα» συνθεσάιζερς, κιθάρες - βελονιές και απέλπιδα φωνητικά και εδώ νομίζω ότι ακούω τους Art of Parties ή τους Reporters της ένδοξης Ελληνικής σκηνής της εποχής! Ακούστε το και θα καταλάβετε… Ήταν αυτό που έκανε τον John Peel να τους παίξει συνέχεια στην εκπομπή του το Φθινόπωρο του 1985 και να βαφτίσει την μουσική τους ως «darkwave» (ναι! Αυτός ήταν!). «…Θέλω απλά να σε κρατήσω \ θέλω απλά να σε αγγίξω» ψελλίζουν τρεκλισμένα καθώς χάνονται μέσα στην απελπισία του No Human Can Drown κι από ένα ράγισμα της τεφροδόχου αφήνουν λίγες στάλες ελπίδας να κυλήσουν κάνοντας ελάχιστα την ψυχή να αναθαρρήσει με μια σχισμή φωτός στο σκοτάδι… 

Η μετάβασή τους στην 4AD έφερε αφενός μεν ένα υπέροχο εξώφυλλο του Vaughan Oliver με κάποιες μαριονέτες έργο ενός παρανοϊκού πίσω από κάγκελα σε ένα «λασπωμένο» φόντο και αφετέρου την απόλυτη μεταμόρφωσή τους σε έναν δίσκο  - τομή για τις σκοτεινιές της εποχής εκείνης (ή και κάθε εποχής αν θέλετε…)

(****)



3) Medusa (1986)

Track listing: Theme I – Medusa – Michelle - Theme II – Louise – Lorretine - Agonised by Love – Masquerade - After the Call - Back Door.

(4AD CAD 613)

Παραγωγή : Clan of Xymox - John Fryer

 

Για άλλη μια φορά η γραφιστική τελειότητα της 4AD αποκαλύπτεται στο εξώφυλλο του Vaughan Oliver με μια ανθρώπινη φιγούρα μόλις που αχνοφαίνεται να ξεπροβάλλει αποκαμωμένη μέσα στο λυκόφως από ένα βάλτο (ή από ένα τάφο;).

Η τελειότητα όμως αγγίζει και τη μουσική τους με τούτο το έργο τους που κατά το Sounds «…every track sounds like the finale to a brooding epic overture» και κατά το Melody Maker «…is a bright flash of hope in these blackout days» και τούτο το τελευταίο αληθεύει πέρα για πέρα: αποκολλούνται από τα ανήλιαγα ερέβη και εκτοξεύονται σε ουράνιες στρατόσφαιρες προσεγγίζοντας την υπέρτατη νιρβάνα, μετουσιούμενοι σε σοβαρούς αυτόνομους έντεχνους συνθέτες με την συνδρομή του παραγωγού John Fryer (στενού συνεργάτη του Ivo) και για πρώτη φορά τους σημαδεύει ο έρωτας από τα γυναικεία ονόματα των τίτλων (μάλλον πήγαν να μιμηθούν τους Cocteau του Treasure;).

Και πάλι τα φωνητικά είναι το μεγάλο μείον τους, όμως η μουσική τους φροντίζει και σε αποζημιώνει: το μπάσο είναι εκπληκτικό στα χάσματα που ανοίγει για να τα γεμίσουν με τους ζεματιστούς χυμούς λάβας τα πλήκτρα και δικαίως θεωρείται το αριστούργημά τους όταν περιέχει κομμάτια σαν το Theme I, ένα κέντημα σωστό που μας μπάζει στον παραμυθένιο κόσμο τους. Παραμένουν πιστοί στο πνεύμα των This Mortal Coil και των Cocteau Twins και με κομμάτια σαν κι αυτό τολμούν να τους κοιτάξουν στα ίσια. Το μόνο που τους λείπει είναι η φωνή, αλλά δεν υπάρχει χώρος για φωνή σε τούτο το τρίλεπτο ρουμπίνι. Η δεύτερη κορώνα του δίσκου Back Door δείχνει ακριβώς την μετάβασή τους από τα goth και death μονοπάτια σε όμορφες ποπ στιγμές … 

Δύο μόνο είναι οι γαλήνιες οάσεις εδώ: το Masquerade, όπου ακούμε τη «βουή» από μια παρέλαση μασκαράδων με βουβές ψαλμωδίες σε έναν αναγεννησιακό πανηγύρι ίσως μέσα στους τοίχους ενός ασύλου ανιάτων (!!) που μόνο οι Shriekback του Oil and Gold το έφτασαν και το 6λεπτο After the Call,όπου τα πλήκτρα παίζονται από σειρήνες σαγηνεύοντας ακόμα μια φορά τις αισθήσεις μας με τις περιπλανήσεις τους σε άγνωστες θάλασσες και τις εξερευνήσεις τους στους αστερίες και τα κοχύλια μαγεμένων βυθών…

Στο ομώνυμο 6λεπτο Medusa τα δυσδιάκριτα φωνητικά πιότερο αφαιρούν παρά προσθέτουν στην ηλεκτρονική ψαλμωδία του με υπέροχο μπάσο και πλήκτρα, ενώ το Agonised by Love βαδίζει όπως είναι φυσικό στα χνάρια των Mission και Sisters of Mercy. Μας εκπλήσσουν όταν κλέβουν το βασικό θέμα από το Love’s Theme του Barry White στο Louise βάζοντας έναν κρούνερ να τραγουδάει γεμάτο χυμούς και πόθο γι' αυτήν πάνω σε ένα κλαδί κυπαρισσιού στο δειλινό και στο ινστρουμενταλ Lorretine χαρίζουν μια ωδή (ή έναν επικήδειο;) στην κοπελιά του τίτλου (ή μήπως στο φάντασμά της;) με πλήκτρα γεμάτα πόνο, φλόγα και ελπίδα για κάτι καλύτερο.

Το καλύτερο άλμπουμ τους που δεν ξεπέρασαν ποτέ, γι' αυτό και τα κομμάτια του είναι ακόμα και σήμερα περιζήτητα στις συναυλίες τους, χώρια που το παίζουν ολόκληρο… Από αυτά τα Theme I και After the Call επανηχογραφήθηκαν από τον Pieter Nooten και τον Michael Brook στο πολύ καλό άλμπουμ τους Sleeps with the Fishes του 1987 σε μια πολύ πιο αέρινη και «ασπόνδυλη» εκτέλεση.

Τι νιάτα ζήσαμε με δίσκους σαν κι αυτόν που μου τα θυμίζει πονεμένα αλλά και χορτάτα…

(****)



4) Twist of Shadows (1989)

 

Track listing: Evelyn – Obsession – Craving - Blind Hearts - The River - A Million Things – Tonight – Imagination - In the City – Clementina.

(Wing 839 233-1)

Παραγωγή : Greg Walsh - Peter Walsh

 

Βγήκε στην θυγατρική της Polygram Wing Records και έφτασε στο 165 του Billboard με συγκομιδή 300.000 αντίτυπα έως σήμερα!! Ένα ηλεκτρονικό mid-tempo κυριαρχεί σε όλο τον δίσκο και μόνο η μελωδία αλλάζει στα τραγούδια γεμίζοντάς τα λούστρο, μπριλάντια και λάμψη που μας τυφλώνει και ώρες – ώρες δεν μπορούμε να δούμε ούτε τα βασικά, αλλά οι κιθάρες του Moorings λασκάρουν λίγο τα λουριά τους. Εδώ πάνε καθαρά για τις φωτεινές πίστες των φοιτητών και των πιο μέινστρημ μονοπατιών του Top of the Pops, εγκαταλείποντας τους νεκρούς στην ησυχία τους τη στιγμή που τα τραπεζικά τους βιβλιάρια άρχισαν να γεμίζουν. Ακόμα και τα φωνητικά, αν και διπλά, είναι πιο προσεγμένα και πιο καθαρά. Και πάλι τα σύνθια έχουν την πρωτοβουλία - την απόλυτη υπεροχή και σοβαρή ευθύνη γι΄ αυτήν τη μεταμόρφωση έχει ο παραγωγός Peter Walsh (έργο του το New Gold Dream των Simple Minds) που προσπάθησε κοπιάζοντας να πετύχει ένα New Gold Dream 2 αλλά… εις μάτην. Πλην όμως και αυτό που βγήκε δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο, χωρίς όμως να αγγίζει την κορύφωση των προηγουμένων. 

Τα Evelyn και Imagination επαληθεύουν το χαρακτηρισμό «…totally danceable in a New Order-ish way» που γράφτηκε για τον δίσκο στο ιντερνετ κι όταν τα ακούμε μας θυμίζει την ομορφιά της ποπ κείνα τα μαγεμένα χρόνια πριν μπουν τα nineties και ο στίχος «…η φαντασία κρατά τις σκιές μακριά» που λένε στο τελευταίο δείχνει και την οριστική ρήξη τους με το γοτθικό παρελθόν τους. Ίσως και γι΄ αυτό επαναφέρουν στο εξώφυλλο το όνομα Xymox…

Το Arditti Quartet επιστρατεύτηκε για να προσθέσει «μελό» έγχορδα στα Tonight και Clementina ό,τι πρέπει για απεριτίφ κατά το σούρουπο για να θαυμάσεις το ηλιοβασίλεμα στην παραλία του Miami, του Αϊ - Προκόπη της Νάξου ή του Mawi (διαλέγετε και παίρνετε…). Η τρίτη ήρεμη στιγμή του δίσκου είναι το The River πλεούμενο πάνω σε συνθια – κούνιες σαν σχεδία σε ένα ποτάμι «λάδι» με μυστήριες όχθες και κλαδιά τιτάνιων δέντρων να περνάνε διαρκεί όμως μόνο τρία λεπτά.

Είπαμε πριν ότι δοκίμασαν την τύχη τους στις ντισκοτέκ της εποχής. Και δεν τα πήγαν κι άσχημα: το In the City με τις καμπανιστές αλά Simple Minds κιθάρες πήγε № 85 στα σινγκλς της Αμερικής και είναι η μεγαλύτερη επιτυχία τους, το Obsession πήγε № 12 στα χορευτικά του Billboard όντας κάτι ποιοτικά ανώτερο από τον Rick Astley (ας πούμε…) και το ελεκτρο – ποπ Blind Hearts πήγε κι αυτό № 9 στα χορευτικά της Αμερικής.

Η μοναδική στιγμή που βγαίνουν λίγες ρίζες από το Medusa είναι το καλό Craving που είναι όμως μόνο μια στιγμή…

Ένα άλμπουμ που μαζί με το επόμενο τους εδραίωσαν στην Αμερικάνικη αγορά και τους χαρακτήρισε ως «…just another lightweight electronic dance band of the post-romantic era» όπως γράφτηκε στον τύπο της εποχής με ένα πολύ ωραίο εξώφυλλο του Vaughan Oliver (γραφίστας της 4AD) με ένα ρολόϊ – λογότυπο της μπάντας μέσα σε ποτάμια μαύρης κόκκινης και ροζ μπογιάς που κυλούν αποχαιρετώντας γλυκά αλλά και με παράπονο αυτά που έφυγαν και δεν ξαναγυρνούν. Μια ανάλαφρη, πολύχρωμη ποπ αλλά για πόσο ακόμα;

(***)

 

5) Phoenix (1991)

Track listing: Phoenix of My Heart/Wild Thing outro - At the End of the Day - The Shore Down Under - Mark the Days - Believe Me Sometimes – Wonderland - Written in the Stars - Dancing Barefoot - Crossing the Water - Smile Like Heaven.

(Polydor 849 293-2)

Παραγωγή : Peter Walsh

 

Και αυτός ο δίσκος με το καφεκίτρινο εξώφυλλο των Chris Thompson - Kevin Davies πήγε № 163 των αμερικάνικων τσαρτς και δεν διαφέρει σε πολλά από τον προηγούμενο παρά μόνο στο ότι εδώ κάνουν θεούς τους Roxy Music και φαίνεται πόσο πολύ δυσκολεύονταν για να τους κρύψουν. Πολύ καλή παραγωγή όμως και ωραία φωνητικά (σε αντίθεση με τα τραυλίσματα των πρώτων τους) αλλά παράπεσε η γυαλάδα εδώ!!

Οι κιθάρες πάντως παίρνουν την πρωτοβουλία σε σχέση με τα πολύχρωμα πλήκτρα που εδώ καταπλακώνονται επιμελώς δημιουργώντας έναν δίσκο που παρ' ότι προσφέρεται για χορό, καταφέρνει και κάνει τη διαφορά σε σχέση με τη χορευτική αναγούλα της εποχής. Καλά έκανε το Melody Maker και έγραψε ότι «…they still have a firm emotional grip, but now they work in a less gloomy space», φτιάχνοντας πολλές φορές χορευτική ποπ του σωρού όπως στα Phoenix of My Heart/Wild Thing outro (№ 16 των χορευτικών τσαρτς και τι το ήθελαν το άγιο Wild Thing των Troggs;) και At the End of the Day, κοπιάροντας ξεδιάντροπα τους Echo and the Bunnymen στο Written in the Stars και κατακρεουργώντας σε ελέκτρο το Dancing Barefoot της Patti Smith. Τι ανοησία είναι αυτή; Ελπίζω να μην τους άκουσε η δημιουργός του γιατί το ξύλο δεν θα το γλύτωναν, παρά μόνο αν λέγονταν Yello…

Υπάρχουν όμως και καλές στιγμές εδώ και δύο από αυτές εμπλουτίζονται με την κιθάρα του Michael Brook: 

Το The Shore Down Under που θυμίζει τους παλιούς Clan of Xymox και το εξάλεπτο Mark the Days που βρωμάει «κιουρίλα». Στο Believe Me Sometimes πάνε βήμα προς βήμα να μιμηθούν την Siouxsie του υπέροχου A Kiss in the Dreamhouse και ειδικότερα του επίσης υπέροχου Melt, ωραία φωνητικά από την Wolbert και στο καλύτερο του άλμπουμ Wonderland μαζί με πινελιές από wah - wah κιθάρες βγάζουν ένα σωστό ποπ κομμάτι που θα μπορούσε να κάνει και επιτυχία από τις αηδίες του σωρού εκείνης της εποχής πάνω στον ρυθμό του Pump up the Volume.

Απομένουν μόνο το ινστρουμενταλ Crossing the Water με αιθέρια πλήκτρα και σοπράνο πινελιές για να μας θυμίσει από πού ξεκίνησαν και ότι οι χαρακιές της 4AD δεν σβήνονται με τίποτε και ξεχωρίζει σαν τη μύγα μέσ' το γάλα λίγο πριν το μέτριο επίλογο του Smile Like Heaven με πολύ φτωχά φωνητικά (λες και ντρέπονται να τραγουδήσουν) παρά τις ωραίες κιθάρες.

Μετά από αυτό οι Wolbert και Nooten έφυγαν αφήνοντας τα κλειδιά στον Moorings για να καταστήσει την μπάντα προσωπικό του πλέον όχημα. 

Αν και είναι για τις ντίσκο, εντούτοις πέφτουν αξιοπρεπώς και δεν ξεπουλιούνται στεγνά …. 

«Phoenix is full of surprises», γράφτηκε. Πούν΄τες;;

(**½)

Αυτοί θα είναι οι Clan of Xymox από δω και πέρα έως τις ημέρες μας σε πιο μεινστρημ μονοπάτια πολύ μακρυά από τα ρέκβιεμ της 4AD, τα οποία φρόνισαν να ξορκίσουν επιμελώς και να ασπαστούν φανατικά την χορευτική ποπ κλίνοντάς την σε κάθε πτώση με τα άλμπουμ Metamorphosis (1992), Headclouds (1993), Hidden Faces (1997), Creatures (2006), Breaking Point (2006), Notes from the Underground, (2007), Farewell (2007), In Love We Trust (2009), Darkest Hour (2011), Kindred Spirits (2012), Matters of Mind, Body & Soul (2014) και Days of Black (2017).

Τελικά δεν είχε καμμία σημασία που οι Clan of Xymox ήταν Ολλανδοί. Κι εκεί έχει συννεφιές. Κι εκεί έχει τάφους…

 

Γιώργος Δ. Δημόπουλος



ΠΗΓΕΣ: 

Wikipedia

YouTube

Discogs

Postwave.gr

Γιώργος Δ. Δημόπουλος

Ο Γιώργος Δ. Δημόπουλος μετά από 35 χρόνια οπτικοακουστικής και έντυπης ενασχόλησης με την μουσική, στούμπωσε και εξερράγη ο ροκ γραφιάς (=θάψιμο με το καντάρι) που έκρυβε μέσα του, από τότε που άκουσε Birthday Party για πρώτη φορά του κόπηκ΄ η αναπνοή και έκτοτε υποστηρίζεται μηχανικά (σαν τον Darth Vader), λατρεύει και επαινεί την Θήβα όπου ζει και εργάζεται(..) και ταυτόχρονα την μισεί και την χλευάζει ανά την γη (τέτοια μαζόχα!!), πιστεύει στον Βάζελο και στα πιτόγυρα και αρνείται να δεχτεί ότι υπάρχει μουσική από το 1993 και δώθε (ΜΗ ΒΑΡΑΤΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙΙΙΙΙ!!!!).

Latest from Γιώργος Δ. Δημόπουλος

Related items