Print this page
Τρίτη, 17 Απριλίου 2018 11:00

Record Shuffle #16: Typhoon, Pale Seas, Soccer Mommy, Nerina Pallot, Hotel Books

Written by 

Typhoon – Offerings (Roll Call Records, 2018)

Πάνε δεκατρία χρόνια από τότε που ο Kyle Morton κυκλοφόρησε μαζί με τη μουσική κολλεκτίβα του, τους Typhoon, το φερώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους. Το όνομά του κάθε άλλο παρά τυχαία προτάχθηκε, αφού, παρά τα εναλλασσόμενα και πολυάριθμα μέλη που απαρτίζουν κατά καιρούς το συγκρότημα και παλαιότερα έφταναν τον αριθμό δώδεκα, ο τραγουδοποιός και στιχουργός Morton είναι εκείνος που κυρίως ευθύνεται για τον ήχο τους. Οι Typhoon είναι μια ψαγμένη μπάντα από το Portland, την πατρίδα των παμμέγιστων Wipers, η οποία παίζει ομιχλώδες και συχνά επιβλητικά κλειστοφοβικό rock, που αναζητά μέσα στο σκοτάδι το δρόμο για να βγει σε φωτεινότερα μέρη. Συνηθίζουν να τραγουδούν για απολύτως εσωτερικές καταστάσεις, πράγμα που κάνουν και στο Offerings, όπου προσπαθούν να κατανοήσουν τη ματαιότητα της ύπαρξης, εξερευνούν τις δυνατότητες ανθρώπινης επικοινωνίας και περιγράφουν δυστοπικές καταστάσεις, γεννημένες από τη απώλεια της μνήμης. Μην τρομάζετε, όμως: είναι ειλικρινείς σ’ αυτό που κάνουν και χρησιμοποιούν για μάρτυρες το Δάντη και το Samuel Beckett. Είναι όσο πρέπει σοβαροί, πότε πότε γίνονται πομπώδεις, αλλά σίγουρα θα κερδίσουν την προσοχή σου. Όπως λίγο - πολύ έκαναν στα πρώτα τους βήματα οι Arcade Fire και οι Beirut.

Με την κληρονομιά του White Lighter (2013) παρούσα και τον πήχη ψηλά, οι Typhoon μέσω του Offerings αποδεικνύουν ότι μπορούν να πάνε ακόμα καλύτερα, χωρίς να ανήκουν συνειδητά και αποκλειστικά σε κανένα μουσικό πλαίσιο. Παντρεύουν τα έγχορδα με τα κρουστά μέσα από πολύ προσεγμένες rock ενορχηστρώσεις, δημιουργώντας έναν τελικό ήχο που παραπέμπει άμεσα σε concept αισθητική. Ο ίδιος ο Morton έχει δηλώσει πως το άλμπουμ αυτό χωρίζεται σε τέσσερις μουσικές ενότητες: τις Floodplains, Flood, Reckoning και Afterparty. Τα απολογητικά και ενίοτε σπαρακτικά φωνητικά του κρύβουν όση αλαζονεία χρειάζεται για να μεταλλάσσουν τις ατέλειές τους σε συνειδητή στάση και έκφραση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα του ύφους του άλμπουμ αποτελούν το Beachtowel, το Empiricist, το ατμοσφαιρικό και εφιαλτικό μαζί Wake, με την post-punk κιθάρα του, το Rorschach που φέρνει τον Bush πλάι με τον Bon Iver και τους Arcade Fire, καθώς και τα πολύ καλά Unusual και Ariadne που έχουν αναφορές στους My Morning Jacket.

 

 

Pale | Seas – Stargazing for Beginners (Abbey Records, 2017)

Έξι χρόνια χρειάστηκαν μέχρι να βγάλουν το ντεμπούτο μεγάλης διάρκειας άλμπουμ τους οι Βρετανοί Pale | Seas. Κάπως ασυνήθιστο, έτσι; Αλλά δεν είναι το μόνο. Το Stargazing for Beginners μπορεί να είναι ολοκαίνουργιο, αν και οι βάσεις του τέθηκαν το 2015, πλην όμως έχει αυτούσιο το πρώτο single που κυκλοφόρησαν το 2012, δηλαδή το Bodies και το b-side του My Own Mind σε καινούργιες όμως εκτελέσεις, όπως και το EP του 2014 Places to Haunt. Η ηχογράφησή του έγινε μόνο κατά τις νυχτερινές ώρες στο μεσαιωνικό Chale Abbey του Isle of Wight. Σύμφωνα μάλιστα με τον frontman Jacob Scott, τα περισσότερα τραγούδια ηχογραφήθηκαν με την πρώτη, προκειμένου να αποτυπωθεί η αρχική έμπνευση των δημιουργών τους. Η μπάντα όμως, θέλοντας να διασκεδάσει τις όποιες φήμες για υφέρπον θρησηκευτικό υπόβαθρο, παρήγγειλε το εξώφυλλο του δίκου στο Ρώσο καλλιτέχνη Denis Forkas Kostromitin, ο οποίος έφτιαξε κάτι που φέρεται να παραπέμπει στην αλχημεία, τη μαγεία και το μυστικισμό. Το αξιόλογο και συχνά πανέμορφο αποτέλεσμα οφείλεται και στη δουλειά των παραγωγών Chris Potter (The Verve) και Paul Butler (Michael Kiwanuka, Devendra Banhart).

Όπως ήταν αναμενόμενο, το Stargazing for Beginners είναι ένα κατά βάση indie-rock άλμπουμ. Αυτό αποδεικνύεται από το εισαγωγικό Into the Night, που ξεκινά ατμοσφαιρικά με synths και σκοτεινιάζει στη συνέχεια, έχοντας εμφανή την κληρονομιά των 80’s και τη rhythm section των Dream Syndicate. Επίσης, από το In a Past Life, που θυμίζει τους Puressence, το Bodies που παντρεύει το 90’s girl indie rock με τους Sad Lovers & Giants και το Animal Tongue που αγαπά τους Heart Throbs και έχει υπέροχο μπάσο του Michael Bishop που παίζει και εκτός rhythm section. Θα μπορούσε όμως να πει κανείς πως ο δίσκος είναι new wave και post-punk, δεδομενων των My Own Mind, Head Slow και του Someday, που θυμίζει τους Cure και τους Simple Minds. Πέρα όμως από αυτά, υπάρχουν το Blood Return με τη 70’s singer – songwriter αισθητική των Simon & Garfunkel, αλλά και το ονειρικό φερώνυμο του δίσκου που έχει κάτι από 4 AD. Στο τέλος, το αργόσυρτο και καθαρτικό Evil is Always One Step Behind, που αποτελεί φόρο τιμής στους GY!BE, μας οδηγεί άμεσα σε επανακρόαση, αναδεικνύοντας ακόμα περισσότερο τις λοιπές συνθέσεις του δίσκου. 

 

 

Soccer Mommy – Clean (Fat Possum Records, 2018)

Η γεννημενη στην Ελβετία και ήδη κάτοικος Nashville νεαρή τραγουδοποιός και ερμηνεύτρια Sophie Allison ουσιαστικά ντεμπουτάρει με το Clean, αφού οι προηγούμενες κυκλοφορίες της ήταν η περυσινή συλλογή Collection, που, πέρα από μερικά νέα τραγούδια, περιείχε επιλεγμένες στιγμές από τα τρία D.I.Y. EPs της. Εδώ όμως υπάρχουν μόνο καινούργια τραγούδια. Κι όσο αρχικά δεν ακούγεται πολύ κολακευτικός ο όρος bedroom-recorded pop για την έως τώρα δουλειά της, τόσο εκφραστικός και ιδιαίτερος μπορεί να μοιάζει στη συνέχεια.

Οι στίχοι, όπως είναι πλέον αναμενόμενο δεδομένης της ηλικίας της Allison, αφορούν κυρίως τα συναισθήματα μιας νεαρής γυναίκας, όπως στο Cool, όπου εκφράζεται ο θαυμασμός της σε μια γυναίκα που είναι αντικείμενο του πόθου και κατασπαράζει τους άντρες ή στο Your Dog, με το οποίο διεκδικεί την ελευθερία της μέσα σε μια σχέση: “I don’t wanna be your f... dog, that you drag around”. Τώρα, γιατί εγώ νιώθω πως από μια γωνία ο Iggy Pop, που μας σύστησε το μεγαλειώδες I Wanna Be Your Dog, θα χαμογελά με νόημα; Μη νομίσετε όμως πως η Allison είναι επιφανειακή ή φανατισμένη. Ο στίχος “I choose to blame it all on you, cause I don’t like the truth” νομίζω πως μπορεί να σας πείσει ότι το υπόβαθρο κάθε άλλο παρά σαθρό είναι.

Το Still Clean αποτελεί κλασικό παράδειγμα 80’s singer – songwriter σύνθεσης, με έντονα χαρακτηριστικά του ήχου της Cherry Red Records. Στο πλαίσιο της ίδιας δεκαετίας κινούνται οι επιρροές του single Cool, που εστιάζεται κατά κύριο λόγο στις θρυλικές και ανεπανάληπτες Marine Girls, όπως και εκείνες των Last Girl και Skin, που φέρνουν άμεσα στο νου την Edie Brickell. Στις πιο up beat εξαιρέσεις του βασικού lo-fi ύφους του δίσκου ανήκει το άλλο single Your Dog, που έχει πιο «πειραγμένη» κιθάρα και κάποιες αναφορές στους Sad Lovers & Giants, ενώ διαφέρει επίσης το μικρής διάρκειας ορχηστρικό και ευαίσθητο Interlude. Στις καλές στιγμές του άλμπουμ ανήκουν και το Flaw, στο οποίο η αρχική νωχελικότητα δίνει τη θέση της σε ένα διακριτικό ξέσπασμα, αλλά και το Blossom (Wasting All My Time), που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει συμπεριληφθεί στο Collection.

 

 

Nerina Pallot – Stay Lucky (Idaho Records, 2017)

Η Nerina Pallot με το Stay Lucky αποδεικνύει περίτρανα ότι, παρά τον υπαινιγμό του τίτλου του, δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Θέλετε να γίνω σαφέστερος; Ο έκτος δίσκος της είναι σαφώς καλύτερος από τον έτσι κι αλλιώς καλό προηγούμενο, τον The Sound and the Fury. Κι αυτό όχι μόνο επειδή η Λονδρέζα τραγουδοποιός και ερμηνεύτρια δείχνει να έχει περισσότερη αυτοπεποίθηση στην εμηνεία της, αλλά επειδή υπάρχουν και καλά pop τραγούδια. Κατά τη γνώμη μου, η μουσική της, ιδιαίτερα στο άλμπουμ αυτό, δεν έχει να κάνει με οποιαδήποτε indie μορφή της pop (πολύ περισσότερο της -soft- rock), αλλά με μια όμορφη «αναβίωση» της ποιοτικής πλευρά της pop των 70’s και των 80’s. Στην προκειμένη, μάλιστα, περίπτωση, το εύρος των φωνητικών της αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τόσο τις up tempo συνθέσεις, όσο και τις μπαλάντες, με καθοριστική τη συνεισφορά του πιάνου σε όλες τις συνθέσεις, αλλά και τα πιο διακριτά από ποτέ έγχορδα. 

Η αισθητική του δίσκου γίνεται αντιληπτή με τον καλύτερο τρόπο μέσω του εισαγωγικού Juno, του οποίου τα βιολιά δε μπορεί να μη σου προκαλέσουν μια γλυκιά νοσταλγία για τα μοναδικά 70’s. Η όλη όμορφη αίσθηση συνεχίζεται με το Bring Him Fire, που θα κάνει περήφανους τους όψιμους Fleetwood Mac και ιδίως την Christine McVie, παρά τα λοξοκοιτάγματα στην Tina Charles. Η κληρονομιά των Fleetwoods γίνεται αντιληπτή και στο Man Didn’t Walk on The Moon, σε μια εμηνεία που παραπέμμπει στη Sam Brown, ενώ στο Come into My Room η, ομολογουμένως μικρή αλλά υπαρκτή, ποιοτική πλευρά της Olivia Newton John αποτελεί ευχάριστη έκπληξη. Με το Better παντρεύονται με μοναδικό τρόπο οι Hooverphonic με τη Basia, τη στιγμή που οι αναφορές στη Julia Fordham με τα Heart is a Lonely Hunter, Bird και το φερώνυμο του άλμπουμ τραγούδι κρατούν ψηλά το επίπεδο, κάνοντας για τα καλά πέρα τους νοσταλγούς του Fires.

 

 

Hotel Books – Equivalency (Hassle Records, 2017)

Στην Αμερική η talk music ή spoken word music είναι αρκετά διαδεδομένη εδώ και μια δεκαετία, ιδιαίτερα ως μέρος της ευρύτερης σκηνής που συνδέεται τις λεγόμενες Χριστιανικές μπάντες. Η τάση λοιπόν να δημιουργούνται συγκροτήματα με στίχους συχνά επικεντρωμένους σε θρησκευτικά ζητήματα, δεν έχει πλέον να κάνει τόσο με το metalcore, αλλά με μουσική στην οποία δεσπόζουν οι σχεδόν απαγγελόμενοι στίχοι, που αποτελούν ένα είδος slam poetry. Με άλλα λόγια, αφήγηση αυστηρά προσωπικών στιγμών, καταστάσεων και συναισθημάτων, που ο καλλιτέχνης εκφέρει με υπερβάλοντα συναισθηματισμό.

Στην κατηγορία αυτή μπορείτε να εντάξετε και τους Hotel Books από το Porterville της Καλιφόρνια, στο πλευρό των Levi The Poet, Listener και mewithoutYou, με μία όμως επιφύλαξη: ότι αυτοί, και μάλιστα περισσότερο από ποτέ στο νέο τους δίσκο, ξεπερνούν τα στενά όρια του μουσικού αυτού είδους, προσθέτοντας διακριτικές μεν αλλά εμφανείς επιρροές από pop-punk και emo-revival. Βέβαια, ο Cam Smith, που δημιουργει μόνος πίσω από το όνομα Hotel Books και συνοδεύεται από άλλους μουσικούς μόνο στις ζωντανές του εμφανίσεις, δεν είναι και πολύ χαρούμενος, όταν τον εντάσσουν στην emo αναβίωση, θεωρώντας ως κύρια επιροή του τους The Click Five, που δεν έχει παραλείψει να ευχαριστήσει στις τρεις, πλέον, επίσημες κυκλοφορίες του.

Το Equivalency δείχνει σαφώς τις επιρροές του Smith από το indie rock και την ambient, έχει συχνές μελωδικές γέφυρες, αλλά και αρκετά σημεία που η αφήγηση των στίχων μετατρέπεται σε τραγούδι. Χαρακτηριστικότερες στιγμές είναι τα Celebration, I Knew Better, but did Nothing, Fears we Create, όπου τραγουδά ο Chase Huglin και Take Very Litle, όπου συμμετέχει ο Chris Bernstorf. Η ερμηνεία είναι συχνά φορτισμένη, οι στίχοι κάποιες φορές αφοπλιστικοί, κατά τα πρότυπα που ο ίδιος ο Smith έχει, δηλαδή τον Aaron Weiss των mewithoutYou και τον Isaac Brock των Modest Mouse.

 

Τάκης Κρεμμυδιώτης

Latest from Τάκης Κρεμμυδιώτης

Related items