Print this page
Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018 13:47

Live Review: Dirtmusic / Alcalica @ Temple, 9/11/18

Written by 

Οι Dirtmusic μπορεί να άργησαν λίγο παραπάνω να έρθουν στη χώρα μας –μιας και τους περιμέναμε αρκετά χρόνια- η έλευση τους όμως συνδυάστηκε με ένα πραγματικά εξαιρετικό δίσκο και μια εμφάνιση αν μη τι άλλο θαυμάσια.

 

Συνδυάστηκε όμως και με ένα δυνατό support από ένα σχήμα που μπορεί να μη βλέπαμε πρώτη φορά, αλλά καταφέρνει να κάνει κάθε του εμφάνιση μοναδική. Ο λόγος για τους Alcalica, οι οποίοι γύρω στις 10:15 ανέβηκαν στη σκηνή του σχεδον γεμάτου Temple, για να κλείσουν τη φθινοπωρινή τους περιοδεία υπό την ονομασία "Flagless Tour". 

Ξεκίνησαν τις συστάσεις με τα “7 Εyes” και το δυναμικό φρέσκο “Laila” με τον Λεωνίδα Δανέζο σε όλα τα ηλεκτρονικά μπλιμπλικια (σ.σ. υπέροχη λέξη) που είχαν καταλάβει τη μισή σκηνή, τα οποία άφηνε μόνο για να τα συνοδέψει με το σαντούρι την Julie Loi στα πολύγλωσσα φωνητικά και την καλίμπα. Για άλλη μια φορά, παρατηρώ πώς αφουγκράζονται το κοινό, και παρουσιάζουν ένα λιγότερο “σκοτεινό” σετ με δουλειές τους από τα 12 χρόνια που μετράνε ως σχήμα και προσπαθώ να μην το συγκρίνω με την τελευταία φορά που τους είδαμε πριν 3 χρόνια, ως main guests του six dogs. Οχι για την ενέργεια που υπήρχε πάνω στη σκηνή, η οποία ξεχύλιζε, όσο για την έλειψη της στους παρευρισκόμενους κάτω από τη σκηνή. Υπήρχε ένα σεβαστό μερίδιο του κοινού που προφανώς δεν ήταν εξοικειωμένο με τον ήχο της μπάντας διατηρώντας ετσι μία ελαφρά ακαμψία τα πρώτα λεπτά. Μετά όμως από το πρώτο νιαούρισμα, το αίμα αρχισε να κυλάει δίνοντας ρυθμική ένταση στα άκρα. Αναφέρομαι φυσικά στο MRAW (ελεύθερη μετάφραση: μιάου), κομμάτι από τον αγαπημένο δίσκο ΥΔΩΡ του 2013. Ίσως να έπαιξε ρόλο και ο ήχος του μπαγλαμά που έκανε την εμφάνισή του ανάμεσα από τα synths, προσφέροντας κάποιες στιγμές οικειότητας ακόμα και στους λιγότερο μυημένους.

Είτε αναφερθούμε στη μουσική γλώσσα είτε στην ομιλούσα, η γλώσσα των Alcalica δεν έχει σύνορα ούτε όρια. Δεν υπάρχει αρχή και τέλος παρα μόνο ανάγκη για επικοινωνία. Ταξιδεύουν εναλασσοντας τα πολυπολιτισμικά μουσικά τους όργανα, σε ρυθμούς που πλέουν μεταξύ dub, drum’n’bass και παράδοσης άλλοτε τραγουδόντας κι άλλοτε απαγγέλοντας, σε Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά ή Γερμανικά.

To set έκλεισε με τα “Vorfreudeκαι “Fly, ενώ απ’οτι έμαθα εκ των υστέρων, σε διάφορα σημεία του ακουγόταν η κιθάρα του Πάνου Παπάζογλου (Μπλέ, Jonny Carbonara, 63 High, κ.α.). Το χειροκρότημα θερμό, και κάποιοι αρκετοί απο εμάς, ήδη εκστασιασμένοι και έτοιμοι για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει.

 

 

Λίγο πριν τις 11:30 η τρετράδα που αποτελεί τη σημερινή μορφή των Dirtmusic, δηλαδή ο σπουδαίος Chris Eckman (δεν χρειάζεται συστάσεις, νομίζω), ο Αυστραλός Hugo Race (με φήμη από τα πολλά project του και φυσικά τη συμμετοχή του στους συμπατριώτες του Bad Seeds), ο Τούρκος Murat Ertel (των Baba Zula) και ο Τσέχος Milan Cimfe  (στα τύμπανα), έκανε την εμφάνιση της στη σκηνή του Temple με ένα μακρυ jam που εξελίχθηκε στο Bi De Sen Söyle, με το οποίο άλλωστε ξεκινούσε το φετινό Bu Bir Ruya. Όπως ήταν αναμενόμενο η πρόσφατη δουλειά τους ακούστηκε ολόκληρη (περιέχει 7 συνθέσεις συνολικά) και αυτό τελικώς ήταν και ένα από τα μεγαλύτερα ατού της συναυλίας τους, μιας και το Bu Bir Ruya είναι πραγματικά ένας έξοχος δίσκος (γράψαμε για αυτόν εδώ) και ίσως ό,τι καλύτερο έχουν παρουσιάσει μέχρι σήμερα. Δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση να υποτιμήσουμε τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, ειδικά αυτές που καταπιάνονται με τις μουσικές από το Μάλι, αρχής γενομένης με το BKO του 2010 (το δεύτερο άλμπουμ τους, με το οποίο τους μάθαμε οι περισσότεροι), αλλά στο Bu Bir Ruya νομίζω κάνουν το κάτι παραπάνω.

Ακόμα καλύτερα έγιναν τα πράγματα από τη στιγμή που το γκρουπ αποφάσισε να παρουσιάσει το νέο του υλικό με ένα τρόπο κάπως διαφορετικό, πιο απελευθερωμένο, με περισσότερο χώρο στον αυτοσχεδιασμό. Έτσι αξιόλογες συνθέσεις, έτσι κι αλλιώς, όπως τo The Border Crossing, απέκτησαν πραγματικά μια ακόμα πιο ενδιαφέρουσα διάσταση. Το κιθαριστικό ντελίριο που δημιουργούσαν οι Eckman και Race, διανθιζόταν από τα “τσαλιμάκια” του Ertel στο ηλεκτρικό σαζί (αν ήταν κάτι διαφορετικό, ας μας συγχωρέσει ο συμπαθής Murat), ενώ στα μετόπισθεν ο Cimfe έκανε ουστιαστικότατη δουλειά στα τύμπανα με το πληθωρικό του παίξιμο (έτρεμε συθέμελα το set από το νέυρο με το οποίο έπαιζε...). Όπως ήταν αναμενόμενο τα κομμάτια ακούστηκαν ένα κλικ πιο δυναμικά και ηλεκτρισμένα, κάτι που ευνόησε τα Safety in Numbers και Love is a Foreign Country (παρότι τους έλειπαν τα γυναικεία φωνητικά), αδικόντας ελαφρώς μονάχα το Go the Distance, η μελωδία του οποίου κάπου χανόταν μέσα στο θόρυβο. Ιδιαίτερη αναφορά χρήζει στην καθηλωτική ερμηνεία του Race στο Outrage, το οποίο αποτέλεσε μια από τις δυνατότερες στιγμές τις βραδιάς και έκλεισε το κανονικό set.

Για το encore επέστρεψαν με μια άκρως κιθαριστική εκτέλεση του Troubles (από τον ομώνυμο δίσκο του 2013), μια από τις έλάχιστες επιλογές από την υπόλοιπη δισκογραφία τους (οι άλλες, αν δεν κάνουμε λάθος, ήταν τα Fitzcarraldo και Black Gravity). Κι αφού υποκλίθηκαν και μας αποχαιρέτισαν, αποχώρησαν για να επιστρέψουν μετά από λίγο λόγω της επιμονής του κόσμου. Ο Eckman δικαιολογήθηκε ότι είναι φρέσκια μπάντα και δεν έχουν πολλά κομμάτια έτοιμα, γι΄αυτό θα έπαιζαν ένα κομμάτι τους ξανά αλλά με διαφορετικό τρόπο και άνευ πρόβας. Έτσι κι έγινε, μιας και ακούστηκε ξανά το Bi De Sen Söyle αλλά σε μια εκδοχή σαφώς διαφορετική και “ξεχειλωμένη”. Κάπως έτσι το live έκλεισε με τον ίδιο τρόπο που ξεκίνησε, δίνοντας μας και την ικανοποίηση του απρογραμμάτιστου encore (στο setlist σίγουρα δεν προβλεπόταν πάντως...), ενώ ταυτόχρονα η διάρκεια του άγγιζε το ικανοποιητικό 90λεπτο.

Το γεγονός πως το γκρουπ είχε ήδη στο ενεργητικό του κάποιες εμφανίσεις είχε ως αποτέλεσμα στη σκηνή να εμφανιστεί δεμένο και άκρως λειτουργικό. Κι αν οι Eckman και Race συνεργάζονται χρόνια οπότε δεν χρειάζονται χρόνο για να βρουν τον κοινό βηματισμό τους, για τον Ertel δεν τέθηκε καν οποιαδήποτε αμφιβολία, “κόλλησε” άψογα μαζί τους, όχι όμως σαν συμπληρωματικός μουσικός αλλά περισσότερο ως πρωταγωνιστής. Το λέμε αυτό γιατί από την πρώτη στιγμή υπήρξε πληθωρικός και υπερδαστήριος επί σκηνής, δίνοντας το δικό του μουσικοχορευτικό show, σε πλήρη αντιδιαστολή φυσικά με τους μονίμως βλοσυρούς (και ακαταμάχητα cool) Eckman και Race. Πέρα από το απαράμιλλο στυλ του (σήμα κατατεθέν αναμφίβολα το χαρακτηριστικό μουστάκι, που φανέρωνε τη χώρα προέλευσης...) συνεισέφερε καταλυτικά στο μουσικό κομμάτι μιας και το σάζι του χρωμάτιζε όλες τις συνθέσεις καταφέροντας παράλληλα να μην χαθεί μέσα στο φασαριόζικο πανδαιμόνιο των κιθαρών (ειδικά στο Bu Bir Ruya, έδωσε ρέστα...). Δεν χρειαζέται να αναρωτιόμαστε γιατί το συγκρότημα του, οι Baba Zula, εμφανίζονται τόσο τακτικά στα μέρη μας, την απάντηση την πήραμε με όσα είδαμε στη σκηνή. Αποδείχθηκε κομβική η απόφαση των Eckman και Race, να τον φέρουν στο σχήμα, για να συμπληρώσει την τριάδα, στη θέση του Chris Brokaw (των Codeine), ενός μουσικού με εντελώς διαφορετκά χαρακτηριστικά.

Είναι λάθος οι Dirtmusic να λογίζονται ως ένα ακόμα side project, οι Eckman και Race σίγουρα δείχνουν οτι δεν το αντιμετωπίζουν έτσι, οι πέντε δίσκοι σε μια δεκαετία το επιβεβαιώνουν εμφατικά. Η απορία είναι πως ο δρόμος δεν τους έβγαλε νωρίτερα στην Ελλάδα, με δεδομένο πως και οι τρεις μουσικοί (Eckman, Race και Ertel) χαίρουν μεγάλης δημοφιλίας στη χώρας μας (μόνο εντύπωση δεν προκάλεσε το γεγονός πως ο χώρος ήταν γεμάτος). Ίσως βέβαια τώρα να ήταν το κατάλληλο timing (που λέμε και στα νεοελληνικά) γιατί καλή η μουσική παράδοση προερχόμενη από το Μάλι αλλά τώρα που έχουν στο ενεργητικό τους ένα δίσκο με σαφή ανατολίτικο προσανατολισμό η συγκυρία έμοιαζε ιδανική (όπως και να το κάνουμε, το ελληνικό κοινό το θέλει το ταξίμ του...). Τα blues της ερήμου φαντάζουν λίγο απόμακρα, ενώ οι δρόμοι της Ανατολής είναι από όλες τις απόψεις κοντινοί. Ακόμα και η θεματολογία του δίσκου μας αφορά άμεσα (ειδικά εμάς, θα λέγαμε), οπότε με βάση όλα τα παραπάνω όλες οι προυποθέσεις έμοιαζαν (και τελικά ήταν) ιδανικές για την παρθενική εφάνιση των Dirtmusic. Το περιμέναμε ως ένα από τα live του φθινοπώρου και τελικά ήταν και με το παραπάνω.

 

Κείμενο: Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος - Shanti Thomaidi

Φψτογραφίες: Shanti Thomaidi 

Soundgaze team

Fix your gaze on music!

Latest from Soundgaze team

Related items