Η παρουσία της Anna von Hausswolff θα αποτελούσε το ιδανικό "πέρασμα" από τη μουσική του Baxter Dury στο δρόμο για την αναμενόμενη μυσταγωγία των Nick Cave & the Bad Seeds. Μόνο που μια μη προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε, μας στέρησε τη δυνατότητα να απολαύσουμε όχι μόνο τη μουσική της, αλλά και την -κατά κάποιον τρόπο- παράλληλη με εκείνη των Αυστραλών λατρεμένων του ελληνικού κοινού ευρύτερη καλλιτεχνική αναζήτησή της.
Baxter Dury
Ο Baxter Dury δεν έδειξε να πτοείται καθόλου από την αιφνίδια αυτή τροποποίηση του line-up, ξετυλίγοντας το ταλέντο του και προσπαθώντας να πείσει ακόμα και τους πιο δύσπιστους για τον "αντισυμβατικό" μουσικό του χαρακτήρα. Βέβαια, κατά τη γνώμη μου, ο χαρακτηρισμός αυτός θα ταιριάζει πολύ περισσότερο στον πατέρα του, από ό,τι στον ίδιο. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία.
Το μεγαλύτερο μέρος του σετ του περιλάμβανε τραγούδια από το σχετικά πρόσφατο άλμπουμ του Albarrone, όπως και γνωστά τραγούδια από τη δισκογραφία του. Οι χορευτικές και μη πάντα προσηλωμένες στην pop πτυχές της μουσικής του Baxter έντυσαν τη σκηνική του παρουσία με στυλ και υποστήριξαν το φλεγματικό του χιούμορ. Ξεχώρισαν τα Night Chancers, Cocaine Man, Alpha Dog και Miami, με τον Baxter να λικνίζεται στους ρυθμούς της μουσικής, δείχνοντας άνετος και χαρούμενος.
Δεν ένιωσε όμως μονάχα αυτός όμορφα, αλλά και το κοινό, που προετοιμαζόταν για μια ακόμα ξεχωριστή συναυλιακή εμπειρία, που αυτή τη φορά έμελλε να είναι το ίδιο συγκλονιστική, λιγότερο σκοτεινή και πολύ περισσότερο αναγωγική.
Nick Cave & the Bad Seeds

Ύστερα από τόσα χρόνια και τόσες εκδηλώσεις λατρείας του Αθηναϊκού κοινού στο πρόσωπο του Nick Cave, κρίνω ως περιττή κάθε σύσταση όχι μόνο του ίδιου, αλλά και των σταθερών συνοδοιπόρων του Bad Seeds. Κι αυτή η λατρεία εκδηλωνόταν καθόλη τη βραδιά με τον Cave να φωνάζει κάθε λίγο και λιγάκι εκστατικά "f@ckin' Athens"!

Η βραδιά τα είχε όλα. Από το κλασικό From Her to Eternity μέχρι το Wild God. Είχε επίσης τέσσερις μοναδικές συμμετοχές στα δεύτερα φωνητικά και ειδικότερα του T Jae Cole και των ντυμένων στα ασημί λαμέ υπέροχων Janet Ramus, Miça Townsend και Wendi Rose, που προσέδωσαν μια μοναδική gospelατμόσφαιρα στον τελικό ήχο. Πέρα από τα συνηθισμένα, πλήκτρα έπαιξε και πάλι η Carly Paradis, ενώ μετά την πληθωρική προσωπικότητα του Cave έλαμψε ξανά ο Warren Ellis. Κι εδώ δεν υπάρχει καμία απολύτως έκπληξη.

Λίγα δευτερόλεπτα πριν το ρολόι δείξει 21.00' η σκηνή άρχισε να γεμίζει αθόρυβα, με τον Cave να πετάγεται πανέτοιμος σαν σίφουνας μπροστά μας σφίζοντας από ενέργεια, παρά το κλασικό κοστούμι με γιλέκο που φορούσε στην τόση ζέστη, λες και η συναυλία βρισκόταν στα μισά της διάρκειάς της. Βλέποντάς τον, η πρώτη σκέψη που σου ερχόταν στο νου ήταν ότι έμοιαζε να ανυπομονεί για όσα θα ακολουθήσουν, ενώ κατά την πορεία δεν σου έμενε η παραμικρή αμφιβολία ότι αυτό ήταν αλήθεια. Θα μου πείτε, ύστερα από τόσα χρόνια πάνω στη σκηνή, είναι δυνατόν να απολαμβάνει τόσο πολύ μια συναυλία; Η απάντηση είναι καταφατική, δεδομένου ότι, όπως σαφέστατα ο ίδιος δήλωσε τρεις φορές μέσω των στίχων του, ζει τη στιγμή σαν να είναι η τελευταία, αναμένοντας την πολυπόθητη ειρήνη. Η επαφή του με το κοινό ήταν κυριολεκτικά άμεση, είτε με διαρκείς χειραψίες κατά τις ακατάπαυστες μετακινήσεις του, είτε με υπογραφές αυτογράφων ενώ τραγουδούσε. Κυρίως όμως γινόταν κατά τις αρκετές φορές που παραδιδόταν στα τεντωμένα χέρια κάποιων που στέκονταν στις πρώτες σειρές, οι οποίοι τον κρατούσαν γονατιστό πάνω από τα κεφάλια τους, ενώ εκείνος τραγουδούσε. Πιο διαδραστική σχέση, δε γινόταν!

Ας ξεκινήσουμε... αλλιώς! Κατά την προσωπική μου άποψη το τραγούδι της βραδιάς ήταν (αν πω "μακράν" το τερματίζω;) η καθαρόαιμη ροκιά του Jubilee Street με τη σταδιακή κορύφωσή της και το κρεσέντο στο τέλος. Η ευρισκόμενη σε εξέλιξη απογείωση είχε μόλις φτάσει στο ζενίθ της. Το χειροκρότημα που ακολούθησε ήταν πράγματι πολύ θορυβώδες. Όσο για την πιο "αδύναμη" στιγμή, πιστεύω πως αυτή ανήκει στο ένα από τα encore Wide Lovely Eyes. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι ήταν παραγγελιά από τη σύζυγό του (πιθανότατα επειδή είναι γραμμένο γι' αυτήν) συγκαταβαίνουμε στον ανείπωτο πόνο που έχει βιώσει και συγχωρούμε (χωράμε μαζί, δηλαδή) την ομολογουμένως τρυφερή παρουσία του στο σετ.

Μιλώντας πριν για πολύ έντονη ανταπόκριση του κοινού, αναφέρουμε και κάποιες ακόμα στιγμές που αυτή κορυφώθηκε, αφού πάντα κυμαινόταν σε υψηλά επίπεδα. Η αρχή χρονικά έγινε με το From Her to Eternity, που ακολούθησε την εντυπωσιακή εισαγωγή στη βραδιά του Get Ready for Love, το οποίο ο Cave ερμήνευσε με πολύ πάθος, λέγοντάς μας στο τέλος "Thank you Athens. You're beautiful people". Πραγματικό χάος έγινε στο Tupelo, με τα υποβλητικά ντραμς και τα κρουστά να αποδίδουν τρομακτικά το "beating of their blood", ενώ ο Cave μέσα σε ένα κατακλυσμό λευκών φώτων ζητούσε από το Θεό να σώσει το Tupelo από τα νύχια του θηρίου. Μία από τα ίδια έγινε στο (κατά τη γνώμη μου δεύτερο κορυφαίο της βραδιάς) Hollywood, που προλόγισε ως πολύ σημαντική γι' αυτούς μεγάλης όμως διάρκειας σύνθεση, με τους στίχους της να προβάλλονται στην οθόνη. Επίσης, στο Joy, που ερμήνευσε εμφανώς συγκινημένος, ενώ το άστρο του Warren Ellis φώτιζε για τα καλά τη σκηνή.

Και, όχι, δεν ξέχασα τις κλασικές αξίες που ανέκαθεν ξεσήκωναν το κοινό. Απλά τις άφησα για μετά, ως αυτονόητες. Αυτές ήταν το The Mercy Seat με το χαοτικό φινάλε και τον Cave κάθιδρο πλέον να βγάζει το σακάκι του, όπως και το Papa Won't Leave You, Henry που έφερε τον Nick όρθιο μέσα στο κοινό, ενώ σταγόνες ιδρώτα έσταζαν από το μέτωπο του γκαζωμένου Ellis την ώρα που σόλαρε με την κιθάρα του. Τα άλλα δύο τα περιμένατε ακόμα πιο σίγουρα. Το Red Right Hand, που ξεσήκωσε από την πρώτη κυριολεκτικά νότα τον κόσμο, με τον Cave να γρονθοκοπεί στην πορεία το πιάνο του και να παροτρύνει το κοινό να τραγουδά με "λα λα λα" το σκοπό της μουσικής, όπως και το The Weeping Song με το υπέροχο σόλο βιολί του Warren.

Φυσικά, δεν εννοώ καθόλου ότι το Wild God, όπου ο Nick ούρλιαζε τον προβαλλόμενο με τεράστια γράμματα στην οθόνη στίχο "bring your spirit down" δε χειροκροτήθηκε πολύ, κάτι που έγινε και στο Henry Lee, που ερμήνευσε μαζί με την Janet Ramus, υπό τις επευφημίες του κόσμου. Ακούσαμε επίσης το O Children, το Rings of Saturn που μας ιντρίγκαρε για άλλη μια φορά η σκέψη να το τραγουδήσει ντουέτο με τον Stuart A. Staples και το βγαλμένο ζωντανά πιο gospel από ό,τι στο στούντιο Hiding All Away. Το άλλο (rock) gospel ήταν ένα από τα δύο τραγούδια που δίσταζαν να παίξουν. Λόγος γίνεται για το υπέροχο Train Long-Suffering, το οποίο όπως μας πληροφόρησε ο Nick, κατάφεραν να παίξουν σωστά ενώπιόν μας ύστερα από τέσσερις αποτυχημένες προγενέστερες προσπάθειες. Το άλλο ήταν ένα από τα δύο επιπλέον τραγούδια που έπαιξαν, που προλόγισε λέγοντας ότι μάλλον θα το "σκοτώσουν" (κόσμια παράφραση της λέξης που χρησιμοποίησε) και ήταν το City Of Refuge, ενώ το δεύτερο "απρογραμμάτιστο" ήταν το Nobody’s Baby Now.

Δύο ακόμα πολύ σημαντικά για τη μπάντα τραγούδια, όπως δήλωσε ο Cave ήταν το Carnage και το Bright Horses, που χαρακτήρισε ως μανιφέστο. Κι όταν η μπάντα μας αποχαιρέτησε, ο Nick έμεινε μόνος μπροστά στο πιάνο του, παρακαλώντας μας να τραγουδήσουμε μαζί του τον επίλογο του Into My Arms. Ακούγοντάς τον στις 23.33' να λέει "But I believe in love / And I know that you do too", είπα μέσα μου "Αμήν, ρε μάγκα!" και πήρα γεμάτος όμορφα συναισθήματα το δρόμο για το σπίτι.
Κείμενο: Τάκης Κρεμμυδιώτης / Φωτογραφίες: Μιχάλης Κουρής