Την ίδια ώρα του Σαββατόβραδου που έπαιζαν ζωντανά στο κοινό της Αθήνας οι Iron Maiden, οι Clutch παρουσίαζαν το δικό τους απολαυστικό σετ, σε πολλούς, όπως αποδείχτηκε, φίλους τους δεκατρία χιλιόμετρα πιο μακριά. Κι αυτοί οι φίλοι αποδείχτηκαν συνεπείς στο ραντεβού τους, όχι μόνο φτάνοντας εγκαίρως στο Floyd για να απολαύσουν την αγαπημένη τους μπάντα από το Maryland, αλλά αρκετοί από αυτούς για να παρακολουθήσουν και την εμφάνιση των ΛΔΛΜ (aka ADAM).
Η μουσική του Αθηναϊκού κουαρτέτου των ΛΔΛΜ στο άτυπο πρώτο μέρος του σετ του περιλάμβανε τα πιο δυνατά τραγούδια του, ενώ στο δεύτερο τα κάπως πιο ήπια και σίγουρα ψυχεδελικότερα, όπως τα γνωρίσαμε μέσα από τα See No Evil, Hear No Evil, Speak No Evil, SUN και The Sun That Never Comes: Live at MBS Studios, δίνοντάς μας επίσης μια πρόγευση από το επερχόμενο αλμπουμ του. Δεν έχει σημασία να εντάξουμε τον ήχο τους σε κάποιο συγκεκριμένο είδος, δεδομένου ότι οι αρκετές αναφορές και επιρροές τους, όπως διαπιστώσαμε για μια ακόμα φορά, ξεκινούν από το ευρύτερο alternative metal, το stoner και το alternative rock και φτάνουν μέχρι το post, space και psychedelic rock. Το δε όχι και τόσο αυτονόητο στη χώρα μας γεγονός της τήρησης του προγράμματος ήταν κάτι το πολύ ευχάριστο, αποδεικνύοντας τη συνέπεια του διοργανωτή και το "σεβασμό" του απέναντι στο κοινό, σε αντίθεση με τη σταδιακά όλο και αυξανόμενη καταπάτηση του (ξανα)νομοθετημένου κανόνα περί απαγόρευσης του καπνίσματος (και) σε ανάλογους χώρους. Some Things Never Change, που τραγουδούν και οι Supertramp, ιδιαίτερα στη χώρα μας.
Οι ΛΔΛΜ ξεκίνησαν να παίζουν στις 20.48', δύο λεπτά νωρίτερα από την προγραμματισμένη ώρα έναρξης το καλοδουλεμένο σετ τους. Κατά τη γνώμη μου, σε μερικές από τις πιο σκληρές συνθέσεις τους, τα φωνητικά του κιθαρίστα Παναγιώτη Χαλουλάκου ακούγονταν αρκετά δυνατά, με αποτέλεσμα να βγαίνουν σε πρώτο πλάνο και να "καλύπτουν" ως ένα σημείο τη μουσική, αλλά αυτό άλλαξε σύντομα. Τα παιδιά το ευχαριστήθηκαν πολύ, το ίδιο και εμείς, με τον Γιάννη Φουρίκη πότε να γκαζώνει και πότε να κάνει ταξιδιάρικο τον ήχο της κιθάρας του, τον Θάνο Μικρόπουλο να παίζει "γεμάτα" το μπάσο του όχι μόνο όταν σολάρει και τον Μάνο Πανικίδη να κλέβει -για μένα- την παράσταση με το πολυδιάστατο ντραμ σετ του. Όλοι τους, εκτός από καλή "χημεία" είχαν πολλή ενέργεια, που χειροκροτήθηκε θερμά από τον κόσμο, ενώ μας αποχαιρέτησαν στις 21.24' για να δώσουν τη θέση τους στους headliners.

Οι τριανταπεντάρηδες πλέον Clutch (παιδιά, να τα εκατοστήσετε ως συγκρότημα, όπως κι εμείς ως ακροατές για να συνεχίζουμε να σας ακούμε) έδειξαν για μια ακόμα φορά την αγάπη που έχουν για το κοινό της χώρας μας. Και πώς να μην έχουν, εδώ που τα λέμε. Όταν βλέπουν τόσο πολλούς ανθρώπους να τραγουδούν τους στίχους τους, να μιμούνται με τη φωνή τους τις κιθαριστικές εισαγωγές μερικών τραγουδιών τους και να απολαμβάνουν τη μουσική τους, η διαδραστική αυτή αγαπητική σχέση δε θα μπορούσε να μην ήταν αμφίδρομη. Δεν απομένει σχεδόν τίποτα νέο να γράψει κάποιος για τον αναπόφευκτα συμπαθή και σταθερά αεικίνητο Neil Fallon, του οποίου τα φωνητικά παραμένουν άψογα και κομβικά για τον τελικό ήχο της μπάντας (με τη βοήθεια αρκετής ποσότητας νερού καθόλη τη διάρκεια του σετ), τον βιδωμένο στο πάτωμα εξαιρετικό κιθαρίστα Tim Sult που κινεί μόνο το πόδι που πατάει στα πετάλια, τον μπασίστα Dan Maines που κάτι μου λέει ότι είναι ερωτευμένος με τη jazz και τον ντράμερ Jean-Paul Gaster που προσπαθεί σοβαρά να ακούγεται μόνος του ως rhythm section. Ανέκαθεν υπήρξαν και θα είναι ένα συγκρότημα φτιαγμένο για να παίζει ζωντανά και να βιώνει μαζί με το κοινό την αγάπη του για το δυνατό rock. Επειδή η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, ιδιαίτερα όταν σχετίζεται με μια μπάντα που έχει έναν πραγματικά μεγάλο αριθμό εναλλασσόμενων τραγουδιών που παίζει ζωντανά, περίμενα ανυπόμονα να ακούσω το Neil να λέει: "They arrive on a sunny day...", αλλά δυστυχώς αυτή τη φορά η μέρα δεν αποδείχτηκε ηλιόλουστη. Τι να πω; Ίσως δε χωρούσαν στις αποσκευές τους χίλιες Les Pauls και άλλες τόσες Jazzmasters...
Πριν καν το... καλησπέρα, που έγινε στις 22.03', ο κόσμος φώναζε και χειροκροτούσε τη μπάντα κι αυτό συνεχίστηκε καθόλη τη συναυλία, οπότε δεν υπάρχει λόγος να το επαναλαμβάνουμε. Οι Clutch μπήκαν εξαρχής τόσο δυνατά, λες και βρίσκονταν στη μέση του σετ, με το The Mob Goes Wild και συνέχισαν με το Subtle Hustle. Είπαμε ήδη ότι και ο κόσμος ήταν πολύ ζεστός, αλλά μάλλον δεν ήταν προετοιμασμένος να τους ακούσει τόσο νωρίς να παίζουν τη ροκιά X-Ray Visions, την οποία διαδέχτηκε χωρίς καμία διακοπή το φοβερό και τρομερό Firebirds!, με ψυχή βγαλμένη από την καρδιά των '70s. Κι αν με ρωτάτε αν αυτή η στιγμή ήταν η καλύτερη της βραδιάς, ο μόνος λόγος που δε θα απαντήσω κοφτά με ένα ξερό "ναι", οφείλεται στο ότι δε θέλω να αδικήσω τις επίσης εξαιρετικά εκτελεσμένες Crucial Velocity, The Regulator και Spacegrass, κατά τις οποίες σημαντικό μέρος του κοινού τραγουδούσε, χτυπούσε ρυθμικά παλαμάκια και... δε μπορούσε να μείνει ακίνητο με τίποτα. Μιλώντας για τις πιο ανεξίτηλες στιγμές της βραδιάς, δε θα μπορούσα να παραλείψω την κορυφαία για μένα, που ήταν... δύο παιγμένες χωρίς διακοπή, δηλαδή τις Big News I και Tim Sult vs. the Greys. Εκεί ο Dan ξεχείλωνε εκστατικά τις χορδές του μπάσου για να βγάλουν όσο πιο καθαρόαιμα γινόταν jazz ήχο, τη στιγμή που ο Tim (προφανώς νιώθοντας την τιμή που του έκανε ο τίτλος του δεύτερου τραγουδιού) τερμάτισε την παραμόρφωση στην κιθάρα, ενώ τα δύο μέλη της rhythm section έπαιζαν αυτόνομα! Κι όλα αυτά ίσχυνα μέχρι να ακούσουμε τα δύο encore, όπου αβίαστα επίσης ξεχώρισαν τα αναμενόμενα ως διαμαντάκια της βραδιάς Electric Worry και Fortunate Son (διασκευή του τραγουδιού των CCR), που προκάλεσαν χάος.

Νομίζετε πως ξέχασα το πολύ, μα πολύ, αγαπημένο μου Earth Rocker; Πλάκα μου κάνετε; Απλά, για να είμαι δίκαιος, δεν το συμπεριέλαβα στα κορυφαία εκτελεσμένα της βραδιάς (δε μιλάω της δισκογραφίας τους) επειδή πιστεύω πως θα μπορούσαν να το είχαν παίξει πολύ καλύτερα. Τι να κάνουμε; Ύστερα από τόσα χρόνια, έχουμε και κάποιες απολύτως δικαιολογημένες απαιτήσεις... Το σετ είχε ακόμα τα Slaughter Beach, The Soapmakers, όπως επίσης τα πιο κλασικά Drifter ReturnsκαιNosferatu Madre. Μετά από το τελευταίο ακούσαμε το πρώτο "ευχαριστώ πολύ", το Walking in the Great Shining Path of Monster Trucks και τη στιλάτη ροκιά του D.C. Sound Attack, κατά την οποία ο Neil έπαιξε φυσαρμόνικα και κουδούνα. Λίγο πριν τις 23.10' που τελείωσε το Spacegrass ο Neil έφυγε πρώτος από τη σκηνή και μετά από τρομερό μπιζάρισμα η μπάντα βγήκε ξανά για να παίξει τα δύο encore που προαναφέρθηκαν.
Ο κόσμος, όπως αναμενόταν, τα εκτίμησε (και τα τραγούδησε) ιδιαίτερα, ο Neil ανανέωσε το ραντεβού του μαζί μας και ζήσανε όλοι αυτοί καλά κι εμείς... το ίδιο καλά.
Κείμενο/ Φωτογραφίες: Τάκης Κρεμμυδιώτης

