Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, κάπου στο 1987, μόλις 8 χρόνια και 6 album, από την πρώτη δισκογραφική εμφάνιση των Three Imaginary Boys ή αλλιώς The Cure, ο υπογράφων έτυχε να είναι στο Λονδίνο συνοδεύοντας μία από τις δύο, πολυαγαπημένες γιαγιάδες του… Έχοντας αφήσει τη γιαγιά μου στο Selfridges για ένα κλασσικό αγγλικό τσάι, πετάχτηκα, σχεδόν απέναντι, στο ονειρικό, για τα τότε δεδομένα HMV, για το checklist των απαραίτητων βινυλίων. Μετά από τη συλλογή αξιόλογου αριθμού LPs, έφτασε η ώρα για την πληρωμή. Στην ουρά (queue), λίγο μπροστά από μένα πήρε το μάτι μου, ένα σκούρο παλτό… μετά από λίγο παρατήρησα ότι ήταν κουμπωμένο μέχρι το λαιμό και έμοιαζε με μια μαύρη μπάλα… Όταν πλέον έφτασε στο ταμείο, ήταν φανερό ότι πάνω από την μαύρη μπάλα βρισκόταν το μαλλί (και η coup) του Robert Smith. Μόλις ολοκλήρωσε λοιπόν την αγορά των δίσκων, γύρισε προς το μέρος μου, για να αποκαλύψει το ιδιαίτερο κατάλευκο βάψιμο, τα smoky eyes και τα έντονα κόκκινα χείλη. Και ναι καθόταν στην ουρά όπως όλοι οι υπόλοιποι με τη γνωστή βρετανική (και εκνευριστική) ευλάβεια.
Την εποχή εκείνη, δεν είχα δώσει τόσο βάρος και σημασία στην μπάντα. Ίσως γιατί υπήρχε πολύ έντονος ο χαρακτηρισμός των Cure-άδων και δεν ήθελα να με βαραίνει… Μόλις επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη και περιέγραψα τα παραπάνω αναλυτικά (βάρος, ύψος, χρώματα κλπ.) στον Ηλία (συμμαθητή μου και φανατικό υποστηρικτή των The Cure) με διαβεβαίωσε ότι είχα δίπλα μου τον Robert (ίσως και Smith). Έτσι γνώρισα, έστω και χωρίς να το καταλάβω τους The Cure από κοντά…
*οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα είναι στη διάθεση σας…

Ας ξεκινήσουμε όμως με τα σαφώς πιο πρόσφατα. Στις 19:15 ο ήλιος ήταν ακόμα ψηλά όπως και η θερμοκρασία. Αυτό δεν πτόησε τους Nothing but Thieves να ξεκινήσουν δυναμικά, παρά την πρωινή επίσκεψη/ανάβαση στην Ακρόπολη. Ακριβώς όπως και την τελευταία φορά στην Ιρλανδία, η μπάντα παρουσιάστηκε «ντροπαλή» με το ερωτηματικό maybe you know us… Γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι το ελληνικό κοινό τους έχει σε εκτίμηση.
Παρά τις αρκετά αντίξοες συνθήκες τα Amsterdam & Is Everybody Going Crazy? μας έβαλαν όλους γρήγορα στο σωστό mood. Η πολύπλοκες συνθέσεις, τα ιδιαίτερα φωνητικά, οι απρόβλεπτοι ρυθμοί και οι ηλεκτρονικές, ροκ, goth ακόμα και 80’s pop επιρροές/μίξεις συνεχίστηκαν με Itch, You Know Me Too Well, Particles, Tomorrow is Closed&If Get High. Κάπου εκεί, έφτασε η κατάλληλη στιγμή για το Sorry, που αφορά μια γενικότερη συγχώρεση. Defective, dumb, bad natured, young… όλα μαζί σε ένα πολύ, πολύ δυνατό μουσικό/συναισθηματικό άθροισμα. Σχεδόν όλοι οι παρόντες σιγοτραγουδούσαν, ως απάντηση στο “maybe you know us, we’re Nothing But Thieves”. Overcome, Stray Dogs,Oh no: He Said What?, Evolutionμε το 2ο και το 4ο από το αναμενόμενο, στις 25 Σεπτεμβρίου 2026, κιθαριστικό album, Stray Dogsπου φαντάζει πολύ ενδιαφέρον. Η παρουσία των Nothing But Thieves έκλεισε με Welcome to The DCC και το «ηρεμιστικό» Impossible. Ένα και μόνο αρνητικό ίσως, η απουσία του αγαπημένου τους (μου) Where Is My Mind? των Pixies που παίζουν αρκετά συχνά στα live… να έχουμε κάτι να περιμένουμε για την επόμενη φορά.

Αναμονή για 45 λεπτά περίπου και στη σκηνή εμφανίζεται, και αυτός ντροπαλός και κάπως εκστασιασμένος, ο Robert Smith… μάλλον όμως ήταν μια «θεατρική» αντιμετώπιση του κοινού από έναν σίγουρα έμπειρο, τραγουδοποιό. Εισαγωγικό Plainsong & συνέχεια με πιο original/vintage Pictures Of You, High, Lovesong και το ιδιαίτερα ευαίσθητο Catch. Το κοινό, που είχε ζεσταθεί αρκετά από την υψηλή θερμοκρασία της ασφάλτου και των Nothing But Thievesανταποκρίθηκε από την πρώτη κιόλας νότα. Μπορεί η συναυλία να μην έγινε sold out αλλά υπήρχε παλμός και ένταση. Burn, Fascination Street, alt.end, Pushλειτούργησαν σαν πρελούδιο των εφηβικών-φοιτητικών-post φοιτητικών-καλοκαιρινών discothèque-αποτυχημένων-θλιμμένων περιόδων που ακόμα ζούμε… και σημαδεύτηκαν από το In Between Days & Just Like Heaven. Yesterday I got so old I felt that I could die… but you ou ou… just like heaven ακόμα 30 χρόνια μετά παράγουν το ίδιο συναίσθημα. Χαρά, λύπη, απογοήτευση, αισιοδοξία… όλα μαζί, έτσι όπως μόνο οι The Cure μπορούν να μεταδώσουν.
Η συνέχεια λίγο πιο σκοτεινή, πιο goth, πιο dark wave… The Last Day of Summer, A Night Like This, Charlotte Sometimes, Play For Today και μια σχετική ηρεμία στον κόσμο.

A Forest, μοναδικό αριστούργημα… εξαιρετικό πάντα. Όπως και 7 χρόνια πριν, στις 17/7/2019, στην Πλατεία Νερού. Δεν μπορώ να σημειώσω κάτι παραπάνω… press play on tape. Shake Dog Shake, From The Edge Of The Deep Blue Sea & Disintegration έκλεισαν τη συναυλία.
Το encore δεν άργησε και πράγματι ήταν εκκωφαντικό και απόλυτα απολαυστικό. Μετά από περίπου 2 ώρες απαιτείται υψηλή προσήλωση. Έτσι και έγινε… Lullaby (για λίγη στάχτη στα μάτια), Hot Hot Hot!, The Walk, The Lovecats, Friday I’m In Love, Close To Me, Why Can’t I Be You. Μια, greatest hits συλλογή και πάρα, μα πάρα πολύ, χορός στην «πίστα».


Φυσικά το finale δεν μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό από το διαχρονικό και πάντα επίκαιρο Boys Don’t Cry, που έκλεισε ιδανικά μια πολύ ωραία βραδιά.

Πριν τη συναυλία υπήρχε ένας προβληματισμός στην ατμόσφαιρα, για την αποτελεσματικότητα του Eden Gallup στο μπάσο. Νομίζω ότι πείστηκε και ο πιο δύσπιστος ότι «το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει…» και έπεσε με πάταγο κάπου στο Forest.


ΥΓ.1. ήταν η μοναδική συναυλία που κατάφερα να μείνω μόνος μου, ενώ λίγο παραπέρα βρίσκονταν ο Φίλιππος, η Λίνα, η Ναταλία, η Χριστίνα & family και ο Τάκης & family. Πραγματικά δεν ξέρω πώς τα κατάφερα…
ΥΓ.2. γίνεται μεγάλη κριτική στις μπάντες που έρχονται στη χώρα μας και είναι κάποιας «ηλικίας». Πιστεύω άδικα εντελώς. Οι μεγαλύτερες μπάντες, συνήθως φέρνουν μαζί τους άρτιο ήχο, καλές παραγωγές, νέες αποδόσεις τραγουδιών και κυρίως εξαιρετική ΜΟΥΣΙΚΗ & ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Οι Smith, Gallup, Gabrels, Cooper & O’Donnell ήταν εκεί παίζοντας αριστοτεχνικά, μιλώντας όσο πρέπει, χορεύοντας όσο χρειάζεται για 2,5 ώρες. Τι άλλο να ζητήσει κανείς?
ΥΓ.3. Χρησιμοποίησα το The Cure αντί απλά Cure ή οι Cure για την έμφαση. Αφορά ΣΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ, δεν είναι απλά θεραπεία…
Κείμενο/Φωτογραφίες: Κωστής Παπαϊωάννου