Άλλη μια επιστροφή στα εφηβικά & φοιτητικά χρόνια… ίσως ένα απωθημένο καθώς το 1991 και το 1995 έβλεπα μόνο σαν “wishful thinking” την κάθοδο στο ΡΟΔΟΝ και το 2020 (35 Years Anniversary) στο ΚΥΤΤΑΡΟ, μου ξεγλίστρησαν χωρίς να πάρω είδηση. Αυτή τη φορά κατάφερα να είμαι εκεί, στην πρώτη μου επίσκεψη στο οικογενειακό, cosy περιβάλλον του Piraeus Club Academy.
Μετά από την αναζήτηση μουσικής παρέας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (στα χνάρια του Nikola Jokic το 2011), περίμενα τον Νίκο Μ. έξω από την «Ακαδημία» κατά τις 21:45. Παραδίπλα μια γνώριμη φιγούρα, ντυμένη στα μαύρα, με μια μπύρα στο χέρι και ομιλούσα την αγγλική. Ναι, ήταν ο Peter Coyne. Πήρα θάρρος και του ζήτησα ευγενικά μια selfie, την οποία όχι μόνο δεν μου αρνήθηκε αλλά στήθηκε σαν τον Original Godfather. Η Boring Wednesday εξελισσόταν πολύ καλά. Η συνέχεια εντός…

Περίπου στις 22:30 βγαίνουν στη σκηνή, μετά τους αξιόλογους Big Nose Attack οι ανανεωμένοι, μετά το 2019, Godfathers. Από την αρχική σύνθεση έχει απομείνει η ψυχή της μπάντας, ο ιδιαίτερος, μοναδικός, ζεστός και ατίθασος Peter Coyne. Μαζί του οι Billy Duncanson τύμπανα, Jon Priestley (1,95μ. ύψος) μπάσο, Richie Simpson & Paul Humphreys κιθάρες, όλοι σε στυλ «ψαγμένο μαύρο».

This is war για να μπει στο κλίμα και ο τελευταίος ακροατής και She gives me love για να αρχίσει η ένταση και τα χοροπηδηχτά απ’όλους μας. OCD, If I only had time, How low is low, Tell me why, I’m not your slave έρχονται να μας θυμίζουν την πορεία των Godfathers από το 1988 μέχρι σήμερα. Για να συμπληρωθούν από Unreal world με ευθεία αναφορά στα παγκόσμια πολιτικά/πολεμικά δρώμενα, I want you, I can’t sleep tonight, Lay that money down, Drag me down again και Love is dead που περνούν «νεράκι».

Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε επιπλέον με το αντιδραστικό και εντελώς punk, Cause I said so και στη συνέχεια Obsession, This Damn Nation (λογοπαίγνιο με το ομόηχο damnation – καταδίκη), I want everything που μας ταξίδεψαν πίσω στις αρχές του μουσικού ταξιδιού των Godfathers σε ένα εντελώς διαφορετικό Ηνωμένο Βασίλειο. Σε περιβάλλον υψηλής ανεργίας, ιδιωτικοποιήσεων και γέννησης των «γιάπιδων»… Και επειδή οι ανανεωμένοι Godfathers δεν ήθελαν να μας αφήσουν σε ησυχία… Birth, School, Work, Death. Ο «ύμνος» του έφηβου για το τι έρχεται, του ενήλικου για το τι αρχίζει, του μεσήλικα για το τι περνάει και του ώριμου που αναλογίζεται πώς έφτασε στα 54, και αυτό το ρημάδι το τραγουδάκι βγάζει πάλι νόημα όπως πριν 37 χρόνια… I kissed Margaret Thatcher shoes (and still) don’t know where to go…
Έτσι έκλεισε «τυπικά» η συναυλία. Στο τύποις encore, μετά από 120', ο κατεργάρης Coyne, βγήκε στη σκηνή με τη μάσκα του μεγαλύτερου τραγικού γελωτοποιού, σήμερα, Donald -the King- Trump, για να μας ενημερώσει ότι I despair, όπως και όλοι εμείς.

Το επόμενο, μάλλον το αγαπημένο μου, Walking talking Johnny Cash blues, που ταίριαξε απόλυτα με το t-shirt μου (Johnny Cash, 1932-2003 The Man In Black). Αμερικανιές από έναν Άγγλο γεννημένο στο Νότιο Λονδίνο, που ζει στην Σκωτία και τραγουδάει για “blues” (μελαγχολίες) με έναν θλιμμένα, χαρούμενο τρόπο. Στο μυθικό κόσμο της συναυλίας, είμαι απολύτως σίγουρος ότι ο Peter (Coyne) μάλλον κατάλαβε μετά από τη selfie μας, την αφοσίωση μου στο παραπάνω τραγούδι και αποφάσισε να το παρουσιάσει στο κλείσιμο. Δεν βλέπω άλλη επιστημονική εξήγηση.
Ακολούθησε το κάπως άοσμο και κάπως pop, This is your life. Με τις πρώτες νότες ξεκίνησε μια αναστάτωση στη σκηνή, στην πλευρά του Paul Humphreys. Μια χορδή της κιθάρας έσπασε… ο Paul κατάφερε, με ένα χέρι και κρατώντας τη νέα χορδή με το στόμα, να αλλάξει την κομμένη και να είναι έτοιμος για ένα αναπάντεχο τέλος. Μάστορας με τα όλα του. Fight for your right, ναι βέβαια, αυτό των Beastie Boys, που όσοι είστε μεταξύ 45 και 55, σίγουρα έχετε φωνάξει πολλές φορές.
Πολύ, πολύ, πολύ ευχάριστη η όλη εμφάνιση των Godfathers. Σε ένα ζεστό και φιλικό venue. Είναι από τις συναυλίες που γνωρίζεις ότι θα αισθάνεσαι πολύ καλύτερα μετά… ιδιαίτερα μετά από μια αναπάντεχη, 2004 era, συνάντηση με τον Σπύρο, πάλι στο πεζοδρόμιο παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής.
Κείμενο / Φωτογραφίες: Κωστής Παπαϊωάννου


