Ο Bob Marley πριν γίνει διάσημος έκανε παρέα με πολλούς φίλους του στην γενέθλια πόλη του το Saint Ann's Bay της Jamaica. Ένας από αυτούς ήταν και το «πατριωτάκι» του Winston Rodney (κιθάρα, φωνή) που γεννήθηκε στις 1 Μαρτίου του 1945 και που μοιραζόταν μαζί του το ίδιο πάθος για την μουσική της Καραϊβικής. Ήταν όμως πολύ διστακτικός να παίξει δημόσια τα τραγούδια του και χρειάστηκε η προσωπική παρότρυνση του Marley να τον «σπρώξει» να φτιάξει την δική του μπάντα κατά τα πρότυπα των συνεχώς ανερχόμενων Wailers και φυσικά με αυτόν leader να γράφει και να τραγουδάει.
Κάπως έτσι ο Rodney έγινε η «ψυχή» των Burning Spear, που φτιάχτηκαν το 1969 και πέραν της μουσικής παράδοσης της πατρίδας του λάτρεψε τον Curtis Mayfield και τον James Brown όπως τους άκουγε από τους Αμερικάνικους Ραδιοσταθμούς όταν ήταν παιδί. Η κυριότερη επιρροή του όμως ήταν ο ακτιβιστής Marcus Garvey, τα κηρύγματα του οποίου του «εμφύσησαν» την λατρεία του «Παναφρικανισμού» και της ανεξαρτησίας της χώρας του, ενστερνιζόμενος και αυτός (όπως όλοι οι Τζαμαϊκανοί) πλήρως το δόγμα των Rastafari που θεωρούσε τον Χαϊλέ Σελασιέ της Αιθιοπίας ως τον ενσαρκωμένο Θεό (Jah) και τον «Λέοντα της Φυλής του Ιούδα» (εξ ου και η απεικόνιση του λιονταριού σε πολλούς δίσκους, αλλά και οι dreadlocks κοτσίδες για να θυμίζουν την «χαίτη» του λιονταριού). Ο τιμητικός τίτλος «Φλεγόμενο Καμάκι» που απονεμήθηκε στον Rodney για αυτήν την προσήλωσή του στην «Μαμά Αφρική» από τον πρόεδρο της Kenya Jomo Kenyatta βάφτισε την μπάντα. Μετά από δύο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν μόνο στην Jamaica, η αναγνώριση ήρθε με τον δίσκο «Marcus Garvey» σαν φόρο τιμής στον μέντορά του και που ήταν η αρχή της συνεργασίας τους με την Island του Chris Blackwell, στον οποίο η reggae χρωστάει τα πάντα για την παγκόσμια αναγνώρισή της. Εκτός από τον ίδιο στην σύνθεση και στα φωνητικά, τον πλαισίωναν οι Black Disciples: Delroy Hines Rupert Willington (harmony vocals), Bobby Ellis (trumpet), Vincent "Trommie" Gordon (trombone, clavinet), Carlton "Sam" Samuels (flute), Herman Marquis (alto sax), Richard "Dirty Harry" Hall (tenor sax), Tyrone "Organ D" Downie (piano, organ), Bernard "Touter" Harvey (piano, organ, clavinet), Earl "Chinna" Smith (lead guitar), Valentine "Tony" Chin (rhythm guitar), Leroy "Horsemouth" Wallace (drums) ο θρύλος Robbie "Rabbi" Shakespeare (bass) και ο Aston "Family Man" Barrett (bass) από τους Wailers του Bob Marley.
Αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει τόσο από τον Marley όσο και σαν αυτόνομο συνθέτη, είναι αφενός η ρασταφάρι θεματολογία του που τηρείται ευλαβικά και αφετέρου η «ιερατική» χροιά της μελωδικής όσο δεν παίρνει «ένρινης» φωνής του που πιότερο διακηρύττει από τον άμβωνα παρά τραγουδάει, γενόμενη αυτομάτως το «σήμα κατατεθέν» της μπάντας και που πολλές φορές επαναλαμβάνει την ίδια φράση στα τραγούδια του για να την εμπεδώσουμε πράγμα που κουράζει λίγο, σε αντίθεση με τον Bob Marley που δεν το έκανε ποτέ... Όπως και να΄χει πάντως η επιτυχία του Marley παρέσυρε και τους Burning Spear στην αναγνώριση, την οποία χρωστούν στα ακόλουθα άλμπουμ που διάλεξα από το σύνολο της δισκογραφίας τους και που αξίζει να έχει κάποιος σε μια ενημερωμένη reggae δισκοθήκη:
1.) Marcus Garvey (1975)

Track listing: Marcus Garvey — Slavery Days — The Invasion — Live Good — Give Me — Old Marcus Garvey — Tradition — Jordan River — Red, Gold & Green — Resting Place.
Island ILPS 9377
Παραγωγή: Lawrence Lindo
Το υπέροχο σκίτσο δυο Αφρικανών ιθαγενών να διασταυρώνουν τα δόρατα τους στο εξώφυλλο κοσμεί το 3ο άλμπουμ τους και αυτό που τους έκανε ευρύτερα γνωστούς ώστε να συμπεριληφθεί στο βιβλίο - λίστα του 1999 «The Rough Guide: Reggae: 100 Essential CDs». Φημολογείται η Island στο ρεμιξ μετέβαλλε την ταχύτητα των κομματιών, πράγμα που δεν άρεσε στον Rodney, αλλά κι έτσι να΄ ναι δεν μας πειράζει καθόλου καθόσον αν τραβήξεις μια ευθεία γραμμή από τα τραγούδια των σκλάβων στην Αφρική ως την Καραϊβική πέφτεις κατευθείαν σε τούτο το αριστούργημα της Reggae! Εδώ ο τύπος δεν τραγουδάει, αλλά διακηρύττει, ψέλνει, ευαγγελίζεται, όπως θέλετε πέστε το!! Ανακατεύει τους Reggae ρυθμούς με αντίστοιχους Αφρικάνικους (ειδικά στα κρουστά) και τα πνευστά παίζουν κυρίαρχο ρόλο (κάτι που δεν απαντάται στον Bob Marley) με μια φωνή τίγκα στο παράπονο και στην απόγνωση και τα τραγούδια δεν ξεπερνούν τα τρία λεπτά, όσο χρειάζεται δηλαδή για να μαγευτούμε και να τα ξανακούσουμε...
Τούτος ο δίσκος είναι η βασική πηγή για κάθε Best Of της μπάντας που κυκλοφορεί ως τις μέρες μας. Και τούτο διότι είναι αδιανόητο να λείπουν κομμάτια σαν το Marcus Garvey, έναν φόρο τιμής στα κηρύγματα του που άρχιζαν με την φράση «…δεν έχω φαΐ να φάω δεν έχω χρήματα να δώσω…», σαν την ιστορική υπενθύμιση της καταγωγής τους Slavery Days που σε λιγότερο από τρία λεπτά λέει περισσότερα για την σκλαβιά από δέκα μανιφέστα ή σαν τα The Invasion και Tradition. Το φλάουτο του Samuels δένει υπέροχα στα Live Good και Give Me, η πίστη στον Garvey που χαρακτηρίζει τον δίσκο αυτοαναιρείται με το Old Marcus Garvey στηλιτεύοντας το πώς ξεθωριάζει με τα χρόνια η ιστορία ενός λαού, η βαθιά θρησκευτική προσήλωση των Τζαμαϊκανών (Κόπτες Χριστιανοί) γεννά κομμάτια σαν το Jordan River για την βάπτιση του Χριστού στον γεμάτο αίμα Ιορδάνη ποταμό, το Resting Place δεν είναι παρά το αραξοβόλι που αναζητά γεμάτος παράπονο και ταλαιπωρημένος από τις κακουχίες της σκλαβιάς και την μόλυνση του πολιτισμού και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει ο ύμνος στα χρώματα της σημαίας τους Red, Gold & Green παρομοιάζοντας τα με εκείνα του ουράνιου τόξου και στολίζοντάς τα με μια υπερφυσική σκέψη μακριά από τις γήινες αντιλήψεις…
Ξέρετε πολλούς Reggae δίσκους να προσφέρουν όλα τα παραπάνω;
(***)
2.) Man in the Hills (1976)

Track listing: Man in the Hills – It's Good – No More War – Black Soul – Lion – People Get Ready – Children – Mother – Door Peep – Groovy.
Island ILPS 9412
Παραγωγή: Lawrence Lindo
Χαρακτηρίστηκε εύστοχα από τον ιστό ως «more pastoral and dreamlike than militant and radical». Πάντως μετά την επιτυχία του προηγούμενου δίσκου (κυρίως στην Βρετανία) με αυτόν ήρθε η παγκόσμια αναγνώριση! Παρόλα αυτά έχουμε να κάνουμε με έναν «δύσκολο» δίσκο που απαιτεί πολλές ακροάσεις για να «σου μιλήσει» σε σχέση με τον προηγούμενο που σε κατακτούσε με το πρώτο άκουσμα.
Γιατί για πρώτη φορά εδώ τα επαναλαμβανόμενα wah – wah φανερώνουν την επιρροή της Stax πάνω του στην αντιπολεμική διακήρυξη No More War και στο Mother όπου αναπολεί την παιδική του ηλικία στην Jamaica (το κυρίως θέμα του δίσκου) με ωραίο σόλο, που όμως δεν επαναλαμβάνεται στα μέτρια Children και It's Good με τα πνευστά να του «κλέβουν την δόξα». Τα τελευταία τα ακούμε ξανά μόνο στο πολύ καλό People Get Ready (όχι το γνωστό των Impressions που το διασκεύασε και ο Marley) με πολύ ωραίο φλάουτο, όπου παρότι τραγουδάει «δεν θέλουμε καυγάδες, σκοτωμούς και πρέζα» είναι ιδανικό για μπιτσόμπαρο... Η χορευτική διάθεση δεν λείπει και από τον φυλετικό ύμνο Black Soul, ενώ το Groovy κουράζει παρά τα ουρλιαχτά και βογγητά του που ακούμε για πρώτη φορά.
Και τούτος όμως ο δίσκος έχει κομμάτια που τροφοδοτούν τα Best Of, όπως το τετράλεπτο Man in the Hills που αναφέρεται στους ανυπότακτους σκλάβους που δραπέτευσαν στο βουνό (σας θυμίζει τίποτε αυτό;) από όπου και ξεκίνησε και το κίνημα των Rastafari, την ωδή στον Χαιλε Σελασιέ Lion και την δίχως φτιασίδια κριτική στην Αστυνομική Βία («Βαβυλώνα» για τους ρασταφάρι) Door Peep όπου και κηρύττουν (σε μετάφραση του γράφοντα): «… Οι αδιάκριτοι δεν θα μπουν σε τούτο τον ιερό τόπο \ όπου οι σοφοί και αληθινοί άντρες \ έπιναν από τούτο το ξέχειλο φλυτζάνι της Ειρήνης \ ούτε ένας δεν θα περάσει, ούτε ένας \ ψέλνουμε να πέσει η Βαβυλώνα \ προσευχηθείτε και ευχαριστείτε \ τον Άγιο Δημιουργό…» και δεν μας αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας!
Δεν μένει παρά το πράσινο κεφάλι ενός μαύρου να ατενίζει το «φλεγόμενο ακόντιο» στο ωραίο εξώφυλλο ενός δίσκου που συνδυάζει την κατήχηση και τον χορό αβίαστα, ανεπαίσθητα και τόσο, μα τόσο εύστοχα…
(***)
3.) Dry & Heavy (1977)
Track listing: Any River - The Sun - It's A Long Way Around - I W.I.N. - Throw Down Your Arms - Dry & Heavy – Wailing - Black Disciples - Shout It Out.
Mango MLPS 9431
Παραγωγή: Winston Rodney
«…Τούτος ο αγώνας \ δεν είναι για τους γοργοπόδαρούς \ αλλά για τους έξυπνους \ γι΄ αυτούς που ξέρουν ότι είναι νικητές \ από μέσα μου το νιώθω ότι είμαι νικητής \ άκου τους τώρα που νίκησα \ σκασίλα μου γι΄ αυτόν τον αγώνα \ δεν νιώθω τίποτα, ούτε περηφάνια…» (μετάφραση του γράφοντα) μας τραγουδάει στο I W.I.N. παραμένοντας πιστός στον «κηρυγματικό» χαρακτήρα και ύφος των προηγούμενων δίσκων, αν και εδώ αρχίζει να δίνει βάση στον χορό και την διασκέδαση, χωρίς όμως να απαρνείται τελείως τόσο την καταγωγή του όσο και το Jah... Σε παρόμοιο κλίμα τραγουδάει «…όχι άλλα δάκρυα, όχι άλλοι λυγμοί, όχι άλλα μοιρολόγια, είμαστε ελεύθεροι…» στο Shout It Out προσδοκώντας να γίνει ο Τζαμαϊκανός Martin Luther King και τα καταφέρνει περίφημα! Έχει πλέον γίνει γνωστός και πέραν της Καραϊβικής θάλασσας, στις συναυλίες που έκανε στο Λονδίνο για την προώθησή του δίσκου τον συνόδευσαν οι Εγγλέζοι «ομογενείς» Aswad, το 1979 συμμετείχε στην ταινία Rockers, με το τραγούδι «Jah no Dead» (τί άλλο περιμένατε;) και το 1980 άφησε την Island και έστησε την δική του Burning Music Production με διανομή από την ΕΜΙ. Τα πνευστά επανέρχονται μαζί με την γνώριμη μουσική του που μαγεύει για άλλη μια φορά. Μόνο που εδώ φαίνεται να προσομοιάζει στον Bob Marley στην μελωδία και στην αρμονία (κάτι που στον επόμενο δίσκο θα πάρει την μορφή επιδημίας), όπως μαρτυρούν τα πολύ καλά Any River, It's A Long Way Around και Wailing.
Και στο εύλογο ερώτημα εάν υπάρχουν και σ΄αυτόν τον δίσκο «πετράδια» να στολίσουν ένα Best Of, απαντούν αναμφισβήτητα «ναι» τα περίφημα The Sun, ο ύμνος στην παγκόσμια ειρήνη που δεν έπαψε ποτέ να οραματίζεται Throw Down Your Arms, το Dry & Heavy με τα μπλουζ σόλα του και το Black Disciples.
Στο εξώφυλλο για πρώτη φορά φιγουράρει το πρόσωπο του Rodney. Το εδικαιούτο άλλωστε…
(***)
4.) Hail H.I.M. (1980)

Track listing: Hail H.I.M. – Columbus - Road Foggy - Follow Marcus Garvey - Jah See and Know - African Teacher - African Postman - Cry Blood Africans - Jah A Guh Raid.
Burning Spear 0C 062-63 753
Παραγωγή: Winston Rodney, Aston «Family Man» Barrett
Όταν από την μία κάθεται στην καρέκλα του παραγωγού ο Aston «Family Man» Barrett από τους Wailers του Bob Marley και από την άλλη το στούντιο ηχογράφησης δεν είναι άλλο από το φημισμένο Tuff Gong επίσης του Marley, αναπόφευκτο είναι όλος ο δίσκος να δανείζεται πολλά από τον τελευταίο προσδοκώντας να αγγίξει το Uprising της ίδιας χρονιάς αλλά μάταια...Όλα πάντως είναι ίδια και τον θυμίζουν: τα τραγούδια, ο ρυθμός που εμπλουτίζεται από εφέ της παραγωγής, η φωνή του (όπου για πρώτη φορά υποβάλλει στ΄ αλήθεια…), οι ενορχηστρώσεις και γενικά τα πάντα! Έχει ωριμάσει, έχει «ψηθεί» και μάλλον βγάζει την καλύτερη δουλειά του μετά το Marcus Garvey! Οι αρμονίες του είναι ασύλληπτες, οι συνθέσεις του υπέροχες και οι κιθάρες επιτέλους παίρνουν μέρος ενεργό στα τραγούδια του που υμνούν τον Σελασιέ (που απεικονίζεται καβάλα στο άλογό του στο εξώφυλλο) και το Jah, έστω και χωρίς σχεδόν πνευστά.
Όπως είπαμε ο Marley «στοιχειώνει» τον δίσκο στα Jah See and Know που ούτε καν συγκρίνεται με τον ύμνο Forever Loving Jah αλλά... το ρεζουμέ είναι το ίδιο: «…Δες και μάθε…», στο αξεπέραστο African Teacher και στο πεντάλεπτο African Postman όπου ανακατεύει τον Τζέιμς Μπράουν, τον Σελασιέ και άλλους όπως έκανε ο Bob Marley στο Punky Reggae Party...
Υπάρχουν όμως και δύο κομμάτια που ο Marley θα σκότωνε για να τα γράψει: το ένα είναι το Follow Marcus Garvey με περίσσιο παράπονο που ανατροφοδοτεί τα διδάγματα του ομώνυμου άλμπουμ του χωρίς να ενοχλεί που επαναλαμβάνει στο 80% του κομματιού τον τίτλο του! Αυτό θέλει να πει και αυτό λέει!! Το άλλο είναι το επίσης πεντάλεπτο μανιφέστο για την πατρίδα του με μπλου κιθάρα Cry Blood Africans.
ΟΛΑ τα κομμάτια του δίσκου είναι περίφημα (σε αντίθεση με τους προηγούμενους που συναντούσαμε και κάποια μέτρια αντίστοιχα) και αποκαλύπτουν την πρόθεσή του να μυήσει στις αρχές του Jah, αλλά με έναν πέρα για πέρα μελωδικό τρόπο που αφενός μας συνεπαίρνει, αφετέρου (και αυτό είναι το λυπηρό) βάζει πλώρη για πιο «ποπ» ακροατήρια... Αυτή την εντύπωση μας δίνουν το ευαγγελικό κήρυγμα στον άρχοντα του ρασταφαριανισμού Hail H.I.M., το Columbus παρότι καυτηριάζει τις ανακαλύψεις του Κολόμβου και τι επίπτωση είχαν στον λαό του, το Road Foggy («…ο δρόμος έχει τόση πολλή ομίχλη, αλλά είναι η Βαβυλώνα…») και το ανεπίδεκτο σχολίων Jah A Guh Raid.
Μπορεί μεν να αποσκοπεί με τούτο τον δίσκο (και τον τελευταίο αξιόλογο της δισκογραφίας του) σε πιο μεινστρημ οπαδούς αλλά τουλάχιστον δεν μεταλλάσσεται όπως ο Jimmy Cliff και ο Bunny Wailer. Είναι λες και περίμενε τον θάνατο του Bob Marley (που επήλθε την επόμενη χρονιά και επέφερε την πτώση του ήλιου της reggae εγκαταλείποντας τους υπόλοιπους διάττοντες κομήτες να καούν μόνοι τους) και επεδίωκε να χριστεί ως ο άξιος διάδοχός του περί των αρχών του Jah...
(****)
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
Το άλμπουμ του 1985 Resistance ήταν υποψήφιο για Grammy, το οποίο τελικά πήρε το Calling Rastafari του 1999 και φυσικά από δω και πέρα παύει να μας ενδιαφέρει και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να βγάζει δίσκους και να περιοδεύει. Εάν όμως αναζητείτε «…A young person’s guide to…» θα πρέπει να ανατρέξετε στα ανωτέρω άλμπουμ. Βέβαια κι ένα Best τους κάνει σαν συνοδεία στην ακρογιαλιά…
Γιώργος Δ. Δημόπουλος.
ΠΗΓΕΣ:
Wikipedia
youtube
discogs

