Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2026 07:53

FISCHER-Z - Word Paradise / The United Artists Records & Liberty Recordings (Cherry Red Records, 2026)

Written by 

Με τους Fischer-Z συμβαίνει κάτι που μόνο συνηθισμένο δεν το λες. Είναι ένα συγκρότημα που έγραψε όμορφα κατά κύριο λόγο pop τραγούδια, μερικά από τα οποία γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, αλλά ίσως όχι στο βαθμό που τους άξιζε. Τόσο όμως αυτά, όσο και αρκετά άλλα που έμειναν σε μια σχετική "αφάνεια", είχαν τη δυναμική και την ποιότητα να τρυπώνουν μέσα σου και να κερδίζουν σταδιακά και αθόρυβα την εκτίμησή σου και τη θέση που πάντα τους άξιζε. Όταν επανέρχεσαι για να ακούσεις ακόμα κι εκείνα που από την αρχή είχες εκτιμήσει, διαπιστώνεις μια μεστότητα ήχου που τα κάνει διαχρονικά και απόλυτα χαρακτηριστικά της εποχής που κυκλοφόρησαν. Γι' αυτό ίσως και είναι περισσότερο από ό,τι νομίζεις συνδεδεμένα με γλυκά και πολύχρωμα συναισθήματα, αν και γεννήθηκαν στην (επίσης πανέμορφη) μουσική καταχνιά των '80s.

Αυτήν την κάπως ασυνήθιστη "διαδικασία ωρίμανσης" θα έχετε την ευκαιρία να διαπιστώσετε για πρώτη ή για πολλοστή φορά με την τριπλή ανθολογία Word Paradise / The United Artists Records & Liberty Recordings που κυκλοφορεί στις 24 Απριλίου, μέσα από την οποία παρουσιάζεται η χρυσή εποχή των Fischer-Z μέσω των τριών πρώτων τους άλμπουμ, δηλαδή των World Salad (1979), Going Deaf for a Living (1980) και Red Skies Over Paradise (1981), αλλά και τα bonus tracks και B-sides που τα συνοδεύουν. Ταυτόχρονα, η κυκλοφορία αυτή έχει και εορταστικό χαρακτήρα, αφού συμπίπτει με τα πενήντα χρόνια από το ξεκίνημά τους.

Η καρδιά των Fischer-Z άρχισε να χτυπά το 1977, δηλαδή την εποχή που το punk παραέσυρε με την ορμή του τα μουσικά δρώμενα. Ιθύνων νους του συγκροτήματος ήταν ο αειθαλής φρόντμαν, τραγουδοποιός, τραγουδιστής και κιθαρίστας John Watts, ο οποίος κάνοντας φέτος έναν απολογισμό της στάσης του δήλωσε ότι δεν ένιωθε άνετα όταν τον θεωρούσαν ενταγμένο στον παραδοσιακό rock ‘n’ roll χώρο, αφού πάντα γοητευόταν από τους outsiders: "Το punk μας βοήθησε πάρα πολύ. Ήταν ιδανικό για εμένα, διότι αγκάλιαζε όλους τους ανένταχτους κι εγώ πάντοτε εμπνεόμουν από ανθρώπους ασυνήθιστους και διαφορετικούς. Μου αρέσουν οι Ray Davies, Lou Reed και Alex Harvey, αλλά κυρίως έχω επηρεαστεί από τους Beat ποιητές, τον Andy Warhol και το μυθικό τζαζίστα George Melly".

Ο Watts σχημάτισε τους Fischer-Z με το συμφοιτητή του στο Brunel University κιμπορντίστα Steve Skolnik την εποχή που σπούδαζαν κλινική ψυχολογία. Οι δυο τους έβαλαν αγγελία στο  Melody Maker αναζητώντας δύο ακόμα μέλη και έτσι συμπλήρωσαν τη σύνθεση της μπάντας ο μπασίστας David Graham και ο ντράμερ Steve Liddle. Λίγο πριν τελειώσει το καλοκαίρι του 1977 οι Fischer-Z άρχισαν να εμφανίζονται ζωντανά και να έρχονται αντιμέτωποι με επιθετικές τάσεις κάποιων καθαρόαιμων punk ακροατηρίων, που θεωρούσαν τη μουσική τους πολύ soft για το γούστο τους. Ανάλογα όμως περιστατικά δεν ήταν δυνατό να αποθαρρύνουν τον Watts, ο οποίος έχει δηλώσει σχετικά: "Μη ξεχνάτε ότι (λόγω των σπουδών μου) ήμουν εκ των πραγμάτων κολλητός με ψυχοπαθείς. Γι' αυτό ανέβηκα σε ένα βαν και ξεκίνησα να παίζω σε επαρχιακά punk clubs. Η επιθετικότητα από το κοινό δε με ενοχλούσε καθόλου, παρά το ότι κάποιες φορές αντιμετώπιζα ακραίες αντιδράσεις στη μουσική μας, όπως να σβήνουν τσιγάρα στα πόδια μου".

Ουσιαστικά, η αναμφισβήτητα μελωδική μουσική που έγραφε ο Watts δεν ήταν δυνατό να θεωρηθεί ενταγμένη στον punk χώρο, παρά τις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού πολύ όμορφες εξαιρέσεις, κι αυτό έγινε αντιληπτό  εξαρχής. Βέβαια, υπήρχε αυτή η αινιγματική ονομασία του γκρουπ που σου δημιουργούσε αμφιβολίες, αλλά αυτή απλά παρέπεμπε στη μονάδα επαλήθευσης στατιστικών στοιχείων Fisher Z Distribution και επιλέχτηκε από τον Watts επειδή ακριβώς δε σήμαινε κάτι ιδιαίτερο, οπότε δε θα γινόταν ποτέ παρωχημένη. Με την παραπάνω αρχική σύνθεση το συγκρότημα ηχογράφησε τους τρεις πρώτους δίσκους του, πιστοποιώντας στην πράξη ότι η μουσική του έτεινε σαφώς προς την pop, το new wave και τη reggae, αν και τα δύο άλμπουμ κυκλοφόρησαν μέσω της United Artists Records, που είχε συνδεθεί με τους Buzzcocks, Dr. Feelgood και The Stranglers και το τρίτο μέσω της Liberty Recordings.

Το Σεπτέμβριο του 1978 ντεμπουτάρισαν με το υπέροχο Wax Dolls, το οποίο σύντομα διαδέχτηκε το Remember Russia, με τα δύο αυτά singles να αποδειχτούν αρκετά για να τους εξασφαλίσουν προσκλήσεις από τον John Peel για την κορυφαία επιδραστική εκπομπή του στο  BBC Radio 1 και για να εμφανιστούν στην επίσης πολύ επιδραστική τηλεοπτική εκπομπή The Old Grey Whistle Test. Ενώ λοιπόν η απήχηση που γνώριζε η μπάντα ανέβαινε σταθερά, στις 4 Μαΐου του 1979 ήρθε η πρώτη μεγάλης διάρκειας κυκλοφορία τους με τίτλο Word Salad σε παραγωγή του Mike Howlett (Gong) και με εξώφυλλο σχεδιασμένο από τον George Hardie της αξεπέραστης Hipgnosis, ο οποίος μεταξύ άλλων είχε φτιάξει και εκείνα του ντεμπούτου των Led Zeppelin, του Wish You Were Here των Pink Floyd και του Sheet Music των 10cc. Πλέον, με τα τραγούδια αυτού του δίσκου, δεν ήταν δυνατό να υπάρξει σύγχυση σχετικά με το ύφος της μπάντας, που εκτός από pop και new wave, εκδήλωνε περιστασιακά την αγάπη του για τη reggae (Remember Russia, Billy & the Motorway Police). Φυσικά, υπήρχε ενσωματωμένο το πρώτο single Wax Dolls, το εθιστικό Pretty Paracetamol (aka First Impressions), τα αληθινά υπέροχα Acrobats και Spiders, όπως και τα Headlines και Nice To Know.

Η μεγαλύτερη όμως επιτυχία του και ταυτόχρονα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στο πέρασμα του χρόνου τραγούδια τους είναι το κλασικό pop-reggae single The Worker, που ο Watts εμπνεύστηκε από την εργασιακή καθημερινότητα του πατέρα του. Με αυτό εξασφάλισαν τη μοναδική εμφάνισή τους στην εκπομπή Top Of The Pops, αλλά, απόλυτα φυσιολογικά για τον Watts, η μπάντα γνώρισε μεγαλύτερη επιτυχία στην Ευρώπη, εκτός όμως Βρετανικών συνόρων: "Έχω παρατηρήσει πως, αν κατάγεσαι από μια χώρα στην οποία τα αγγλικά είναι η δεύτερη γλώσσα, τότε δίνεις περισσότερη σημασία στους στίχους. Ως στιχουργός παθιασμένος με τους στίχους, έτσι μπορώ να δικαιολογήσω το γιατί ήμασταν περισσότερο δημοφιλείς σε χώρες όπως οι Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ισπανία και Πορτογαλία. Επίσης, έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι δημοσιογράφοι της εποχής ήταν πιο εκλεκτικοί και ασχολούνταν ευρύτερα με τις τέχνες, οπότε μπορούσαν να εκτιμήσουν καλύτερα ένα τύπο σαν εμένα που έδινε σημασία στους στίχους". 

Το επόμενο άλμπουμ τους, που είχε τίτλο Going Deaf for a Living, κυκλοφόρησε το Μάιο του 1980. Την προσεγμένη παραγωγή υπέγραφε και πάλι ο Mike Howlett, ο οποίος συνέβαλε τα μέγιστα για μια σχεδόν ισάξια συνέχιση του ντεμπούτου τους, που δεν κράτησε απλά, αλλά αύξησε τη δημοτικότητα των Fischer-Z. Σε αυτό υπήρχαν δύο από τις καλύτερες στιγμές της όλης πορείας τους. Η μία ήταν το θρυλικό Room Service, που έμπρακτα αποδείκνυε την αγάπη του Watts για τους χιουμοριστικους στίχους και η άλλη το τρομερό So Long, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε Ευρώπη και Αυστραλία και υπήρξε ένα από τα πρώτα τραγούδια που παίχτηκαν κατ' επανάληψη στο MTV. Ο Watts είχε δηλώσει σχετικά: "Πάντοτε άκουγα πολύ τη μουσική της Τζαμάικα, dub, blue beat και όλα τα σχετικά. Στην πραγματικότητα ξεκίνησα κι εγώ στα δεκαπέντε μου χρόνια ως ντράμερ και πάντα αγαπούσα το ρυθμό της reggae. Θυμηθείτε όμως, ότι τότε ήταν η εποχή που θεωρείτο απαράδεκτο να παίζουν reggae λευκοί μουσικοί. Οι The Police υπήρξαν η πρώτη μπάντα που κέρδισε το δικαίωμα να το κάνει, όπως κάναμε κι εμείς αργότερα". Μερικά ακόμα τέτοια τραγούδια στο δίσκο είναι τα Haters, Pick Up/Slip Up, όπως και το υπέροχο Crazy Girl, που συνυπάρχουν αρμονικότατα με τα Limbo, Crank και Four Minutes in Durham (With You). Το Going Deaf for a Living πήγε εξίσου καλά με το προηγούμενο, είχε ακόμα ένα πολύ χαρακτηριστικό εξώφυλλο που υπέγραφε ο Phil Jude, ο οποίος είχε μεταξύ άλλων επιμεληθεί και αυτά του New Clear Days των The Vapors και του La Folie των The Stranglers.

Επόμενη κυκλοφορία τους ήταν το Red Skies Over Paradise, που αποδείχτηκε το πιο επιτυχημένο από εμπορικής πλευράς. Ουσιαστικά όμως, δεν είχε τόσα πολλά όμορφα τραγούδια όσα τα προηγούμενα δύο άλμπουμ, πατώντας πάνω στη σταθερή βάση της δημοτικότητας που είχε δικαιολογημένα κατακτήσει το συγκρότημα. Βγήκε στις προθήκες των δισκοπωλείων το Μάρτιο του 1981, σε συμπαραγωγή των John Watts και Richard Manwaring, ενώ οι Fischer-Z είχαν απομείνει τρίο, μετά την αποχώρηση του Steve Skolnik, με τον Watts να αναλαμβάνει και τα πλήκτρα. Σε αντίθεση με τη γνώμη που διατύπωσα παραπάνω, ο Watts θεωρεί αυτό το άλμπουμ ως το πιο πλήρες από τα τρία που είχαν κυκλοφορήσει μέχρι τότε. Στιχουργικά αποδείχτηκε πολύ επίκαιρο, λόγω της επικρατούσας ψυχροπολεμικής έντασης, με τραγούδια όπως το Red Skies Over Paradise (A Brighton Dream), το Berlin και το Cruise Missiles, αλλά και στίχους σαν τον “Down in the bunkers, under the sea / Men pressing buttons don’t care about me” να πιάνουν τον παλμό της ανησυχίας και της διαμαρτυρίας αρκετού κόσμου. Ανάμεσα στα τραγούδια του ξεχωρίζουν τα Battalions of Strangers, Right Hand Men, Marliese, Bathroom Scenario και Wristcutter’s Lullaby.

Για την προώθηση του δίσκου οι Fischer-Z περιόδευσαν εκτεταμένα στην Ευρώπη, παίζοντας μαζί με κορυφαία ονόματα της εποχής, όπως των The Police, Dire Straits, James Brown και τον Bob Marley. Μάλιστα ο Watts έχει δηλώσει ότι λόγω της επιβεβαρυμένης κατάστασης της υγείας του Bob, δυστυχώς δεν είχε την ευκαιρία να τον γνωρίσει καλά, παρά μονάχα να αστειευτεί μια φορά μαζί του μιλώντας για την οργάνωση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα με τους Wailers. Κι ενώ όλα έδειχναν ότι το μέλλον θα ήταν ευοίωνο, το ότι ο John Watts ήταν επιφορτισμένος με διπλό εκτελεστικό ρόλο στη μπάντα, την τραγουδοποιία, την παραγωγή και τις δημόσιες σχέσεις, τον έκανε να κηρύξει το μάλλον πρόωρο τέλος της μπάντας και να ξεκινήσει προσωπική καριέρα. Μάλιστα, σε πολύ πρόσφατες δηλώσεις του ανέφερε: "Ήμασταν μια ανάσα από το να γνωρίσουμε μεγαλύτερη επιτυχία, αφού τότε είχαμε μεγαλύτερη απήχηση ακόμα και από τους U2. Αν όμως δεν είχα πάρει αυτήν την απόφαση, δε θα ήταν δυνατό να αποκτήσω οικογένεια. Δε θα είχα τα πέντε παιδιά μου, που ακόμα με αγαπούν, ούτε και θα μπορούσα να εξακολουθώ να κάνω αυτά που κάνω σήμερα".  

Βέβαια, όπως αποδείχτηκε, ο Watts δεν τα παράτησε, αλλά έκανε μια μικρή παύση, κυκλοφορώντας τους δύο σόλο δίσκους One More Twist (1982) και The Iceberg Model (1983), αναλαμβάνοντας για λίγο καιρό το ρόλο του φρόντμαν των The Cry κατά την κυκλοφορία του Quick Quick Slow (1984) και επανασχηματίζοντας τους Fischer-Z, με τους οποίους κυκλοφόρησε το Reveal (1987) και έκτοτε εξακολουθεί να είναι δισκογραφικά ενεργός, έχοντας κυκλοφορήσει συνολικά εικοσιέξι δίσκους και μέχρι στιγμής παίξει ζωντανά περίπου τέσσερις χιλιάδες φορές.

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα