Μοιάζει απίστευτο, αλλά είναι απόλυτα αληθινό. Όσοι κατά καιρούς εργάστηκαν στον ευρύτερο μαγικό και "παρανοϊκό" σύμπαν της μουσικής, σίγουρα έχουν να διηγηθούν τουλάχιστον δυο - τρεις ιστορίες που έχουν ως κεντρικό θέμα το ότι κάποιοι τύποι που έβγαλαν καλά λεφτά από τη μουσική, είχαν από ελάχιστη έως καμία απολύτως σχέση με αυτήν, όντας απλά επιχειρηματίες με καλή όσφρηση της αγοράς.
Μια παράπλευρη τέτοια περίπτωση είναι του σχετικού μεν με τη μουσική, αλλά "άσπονδου φίλου" κάθε μορφής rock, Hillel “Hilly” Kristal. Αυτός άνοιξε το 1970 στη Νέα Υόρκη το κλαμπ "Hilly's on the Bowery", αλλά το έκλεισε πριν καλά - καλά περάσουν δύο χρόνια, για να ανοίξει ένα άλλο το Δεκέμβριο του 1973 με την ονομασία "CBGB and OMFUG", που προέκυψε από τα ακρωνύμια των μουσικών ειδών που θα παίζονταν ζωντανά σε αυτό, δηλαδή "Country, Bluegrass, Blues and Other Music For Uplifting Gourmandizers". Με άλλα λόγια, αυτό που όλοι γνωρίζουμε απλά ως CBGB. Χαρακτηριστική μάλιστα έχει μείνει η δήλωση του Kristal προς τον Joey Ramone: "Κανείς δεν πρόκειται να σας γουστάρει, αλλά εγώ θα σας ξαναφέρω". Βέβαια, αυτό μόνο καλή όσφρηση της αγοράς δεν το λες, αλλά σίγουρα ο τύπος κατόρθωσε να ξεγελάσει τον καλικάντζαρο στην άκρη του ουράνιου rock τόξου και να πάρει το θησαυρό. Μέσα στον πρώτο ενάμιση χρόνο είχαν παίξει στο CBGB οι Television (Μάρτιος 1974), Ramones (Αύγουστος), Blondie (Οκτώβριος), Patti Smith (Φεβρουάριος 1975) και Talking Heads (Ιούνιος). Από αυτούς, μόνο η Smith εξακολούθησε να εμφανίζεται μετά το φθινόπωρο του 1977, έχοντας γλαφυρά δηλώσει: "Ύστερα, απογειώθηκα και πήγα στην άκρη της πόλης στο CBGB, στο προπύργιο των άγνωστων, για να βρεθώ με τους δικούς μου ανθρώπους".
Στο κλαμπ αυτό συνυπήρξαν παλιά και νέα μουσικά είδη, όπως no wave (Sonic Youth, Mars, DNA, Bush Tetras), post-punk (Ritual Tension, Unknown Gender, Khmer Rouge), mutant funk και R&B (James Chance & The Contortions, Mink DeVille), art-rock (R.L. Crutchfield’s Dark Day, The Revelons, Erasers, Jeff and Jane Hudson) hardcore punk (Minor Threat, Bad Brains, Vatican Commandos, Beastie Boys),αλλά και power pop (Sorrows, The dBs, The Rudies, The Miamis, The Paley Brothers). Στην πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσα συλλογή CBGB / A New York City Soundtrack 1975-1986 γίνεται δια χειρός του συγγραφέα Rob Tannenbaum (I Want My MTV) μια μοναδική ιστορική αναδρομή που δεν περιλαμβάνει μόνο εκείνους που καταξιώθηκαν ή έγιναν γνωστοί, αλλά και όσους επίσης άξιζαν αλλά περιορίστηκαν σε μια κυκλοφορία μικρής ή μεγάλης διάρκειας. Ο Jimmy Destri των Blondie είχε πει "Το CBGB ήταν ένας μέρος για βρώμικους ανθρώπους". Για να δούμε τι εννοούσε...
Η δεκαετία του '70 ήταν πολύ δύσκολη για του κατοίκους της Νέας Υόρκης. Υπήρχε ήδη διαμορφωμένη μια ευρύτερη τάση στα μουσικά δρώμενα, αρχής γενομένης από το Woodstock Music & Art Fair, που ήθελε τις σημαντικές εξελίξεις να συμβαίνουν μακριά από τα αστικά κέντρα. Ο Δήμος βρισκόταν στα όρια της χρεωκοπίας με τους υπαλλήλους του να κάνουν λευκές απεργίες μαζί με τους πυροσβέστες και τους υπαλλήλους καθαριότητας, ο κατά συρροή δολοφόνος Son of Sam απέφευγε τη σύλληψη συνεχίζοντας για πολύ καιρό το έργο του, ενώ κατά τη διάρκεια μιας πολύωρης διακοπής ρεύματος επακολούθησε χάος εμπρησμών και λεηλατήσεως καταστημάτων. Όσα περιέγραψαν οι εμβληματικές ταινίες Taxi Driver και Dog Day Afternoon δεν ήταν αποκυήματα φαντασίας, αλλά αποτύπωναν μια ρεαλιστική πλευρά της πραγματικότητας. Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση, μόνο έκπληξη δεν ήταν το ότι οι άγριοι δρόμοι της πόλης "γέννησαν" ένα κλαμπ σαν το CBGB. Τα ενοίκια ήταν φτηνά για όσους επέλεγαν δωμάτια χωρίς ανέσεις, οι δουλειές πλήρωναν σχετικά καλά για απλή επιβίωση, ενώ έβρισκες να αγοράσεις φτηνά κάθε λογής κλεμμένα στο Astor Place του East Village. Με άλλα λόγια, εκεί ήταν ο παράδεισος των ποιητών, μουσικών και επίδοξων σκηνοθετών των '70s, που δεν είχαν ακαδημαϊκά πιστοποιητικά στο βιογραφικό τους.
Ο Hilly Kristal άνοιξε στο #315 της οδού Bowery, που σύχναζαν αλκοολικοί και πορτοφολάδες, το μπαρ - πρόδρομο του CBGB, κάτω από ένα φτηνό ξενώνα. Ο χώρος του ήταν στενός, αλλά μακρύς, μάλλον υποφωτισμένος, χωρούσε τριακόσια πενήντα στριμωγμένα άτομα και ήταν πλημμυρισμένος στα ντεσιμπέλ. Η Debbie Harry έχει πει ότι "Η κουζίνα του ήταν γεμάτη από λίγδες, αρουραίους, μύγες, σκουλήκια και κόπρανα", ενώ η τουαλέτα δεν είχε πόρτες. Με άλλα λόγια, ήταν το "τέλειο" μέρος για να ανθίσει μια μουσική αντίδραση, αυστηρά και μόνο σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής. Ο Hilly ήταν ένας τριναταοκτάρης τρομακτικός τύπος, γιος μεταναστών Ρωσοεβραϊκής καταγωγής και πρώην πεζοναύτης, που μανάτζαρε στα '60s τους Village Vanguard. Το "Hilly's" βρισκόταν στο Greenwich Village, αλλά σύντομα έκλεισε μετά από τις διαμαρτυρίες των γειτόνων για υπερβολική φασαρία, οπότε βρήκε στέγη για το νέο του εγχείρημα στην παραπάνω σαφώς πιο ανεκτική περιοχή, ανοίγοντας το "Hilly's on the Bowery". Αρχικά, όπως είπαμε και παραπάνω, δεν υπήρχε χώρος για rock bands, αλλά σύντομα η επιχειρηματική πλευρά του Hilly το οδήγησε να διαχωρίσει το "θέλω" από το "συμφέρον" του. Η αρχή έγινε με headliners τους Television, ενώ είχε ήδη μετονομαστεί το κλαμπ σε CBGB, που έπαιξαν μαζί με την Elly Greenberg (country-blues) και τον Erik Frandsen (folk), λαμβάνοντας αμοιβή $1!
Τις καθημερινές συνήθως βρίσκονταν από τριάντα έως ογδόντα άνθρωποι μέσα στο κλαμπ, κάτι που -συμφωνα με την πορτιέρισσα Roberta Bayley, άλλαξε δραστικά μετά τη φωτιά που εκδηλώθηκε στο μαγαζί προσφέροντας αφορμή για μεγάλη δημοσιότητα, που είχε ως αποτέλεσμα την εκθετική αύξηση του κοινού του. Το 1984 οι συνθήκες άλλαξαν δραστικά στην πόλη, με τον νεοεκλεγέντα συντηρητικό Δήμαρχο Ed Koch να επιβάλλει τη νομιμότητα, επιφέροντας καίριο χτύπημα στη Διονυσιακή νυχτερινή ζωή του κλαμπ, μαζί με την αύξηση των κρουσμάτων AIDS, αλλά και τα καινούργια κλαμπ που άρχιζαν να ξεφυτρώνουν. Σταδιακά η πορεία της αίγλης του CBGB έβαινε φθίνουσα, μέχρι που το 2006 το CBGB έκλεισε και δέκα μήνες αργότερα ο Hilly Kristal έχασε την τελική μάχη με τον καρκίνο των πνευμόνων. Λίγο πριν κλείσει, η Patti Smith είχε δηλώσει ότι "Ο Hilly ήθελε τους ανθρώπους που κανείς άλλος δεν ήθελε". Σήμερα στη θέση του βρίσκεται μία μπουτίκ, που πουλάει τζην για $500 και δερμάτινα μπουφάν για $3,500.
Στο CBGB έπαιξαν εκατόν δύο μπάντες, διαμορφώνοντας μια cult σκηνή - οικοσύστημα, που κατά κύριο λόγο ήταν στενά δεμένη με το punk. Από την τετραπλή πληρέστατη συλλογή "CBGB / A New York City Soundtrack 1975-1986" κάποια πολύ λίγα ονόματα που ενδεχομένως περιμένετε, όπως των The Shirts, Swans, Wowii, The Fast, Fuse, 8 Eyed Spy, δε θα τα συναντήσετε λόγω του ότι δε συμφώνησαν να παραχωρήσουν τα σχετικά δικαιώματα. Υπάρχουν όμως πάρα πολλά και εξαιρετικά ενδιαφέροντα και ομολογώ ότι, εκτός από τα λεγόμενα Big Five ονόματα που έγιναν ευρύτατα γνωστά, τις εντυπώσεις κερδίζει η ευχάριστη έκπληξη εκείνων που πιθανότατα έμειναν μακριάαπό τα φώτα της δημοσιότητας. Ας επισημάνουμε όμως αναλυτικότερα μερικές από τις καλύτερες στιγμές της κυκλοφορίας αυτής.
Όπως είπαμε, τα αυτονόητα εύσημα ανήκουν στους Big Five. Άλλωστε, δε χρειάζονται συστάσεις για τις συμμετοχές των Television (See No Evil), Ramones (Beat On The Brat), Blondie (Picture This), Patti Smith (Free Money) και Talking Heads (A Clean Break - Let's Work). Φυσικά, συναντάμε και μερικά ακόμα πολύ γνωστά στους χώρους τους συγκροτήματα σε υπέροχες στιγμές, όπως τους The Dictators - (I Live For) Cars And Girls, The Dead Boys - Ain’t Nothing To Do, The Brats - Be A Man, The Planets - Come On Up (μέχρι τώρα ακυκλοφόρητο), Suicide - Ghost Rider, The Cramps - Garbage Man, Minor Threat - Straight Edge, Bad Brains - Banned In D.C., Sonic Youth - The World Looks Red και τους καταιγιστικούς Beastie Boys - Egg Raid On Mojo. Τέλος, αξιόλογες είναι και οι συμμετοχές των Erasers - It Was So Funny (That Song That They Sung), Milk ‘N’ Cookies - Not Enough Girls (In The World), The Heartbreakers - Born To Lose, Testors - You Don’t Break My Heart, Pure Hell - I Feel Bad, Richard Hell & The Voidoids - The Kid With The Replaceable Head, Neon Leon - Rock 'n’ Roll Is Alive (μέχρι τώρα ακυκλοφόρητο σε μορφή CD), Revelons - The Way (You Touch My Hand) και των The Rattlers - On The Beach (που αγαπούν πολύ τους Ramones).


