Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2021 11:29

The Syn - Flowerman: Rare Blooms from The Syn (Grapefruit, 2021)

Written by 

Ακούγεται νοσταλγικό, αλλά, για μια στιγμή, γιατί δηλαδή να μην είναι; Το καλοκαίρι του 1967 στο Λονδίνο προφανώς ήταν υπέροχο και δη από μουσικής πλευράς. Τότε που ο πόλεμος είχε ξεχαστεί από εκείνους που δεν είχαν ακόμα επάνω τους νωπές τις πληγές του και η flower-power αισιοδοξία - ευδαιμονία ήταν διάχυτη, κυρίως μέσα από τις τέχνες. Από τα μέσα της δεκαετίας αυτής είχε ξεκινήσει ένα χωρίς προηγούμενο μουσικό «ανακάτεμα» με την ψυχεδέλεια να κρατά την κουτάλα και τους ήχους των mod και της Motown να κάνουν θαύματα. Μια τέτοια μπάντα ήταν και οι The Syn, που κατά κάποιον τρόπο μπορούμε να πούμε ότι εξελίχθηκαν στους Yes και, παρά τη σύντομη βιοτή τους, έμειναν στη μνήμη λόγω των θεατρικών παραστάσεών τους στο θρυλικό Marquee Club.

Η ιστορία αυτή έρχεται και πάλι στην επικαιρότητα στις 8 Οκτωβρίου λόγω της κυκλοφορίας του Flowerman: Rare Blooms from The Syn, στο οποίο έχουν συγκεντρωθεί τα τέσσερα τραγούδια των δύο singles που κυκλοφόρησαν στη Deram, δηλαδή τα Created By Clive, Grounded, Flowerman και 14 Hour Technicolour Dream, όπως και διάφορες σπάνιες ηχογραφήσεις από την εποχή εκείνη, ένα απόσπασμα πρόβας του αγαπημένου της μπάντας The Gangster Opera, δύο πρωτόλειες εκδοχές των Flowerman και Merry-Go-Round, δύο τραγούδια από τη συλλογή στη Narsquijack από το 1974, το Grounded παιγμένο το 2004, καθώς και δύο παλιά τραγούδια από την εποχή που οι The Syn λέγονταν The Selfs. Τέλος, υπάρχουν επίσης μεταγενέστερα της μπάντας demos των Nardelli, Pryce Jackman και Squire, από την προσπάθειά τους να στήσουν μια εταιρεία, εκμεταλλευόμενοι την αναγνωρισιμότητα του τελευταίου λόγω της συμμετοχής του στους Yes.

Ο Phil Collins, τακτικότατος θαμώνας του Marquee Club, έχει δηλώσει πως οι The Syn ήταν “a great live band”. Η αλήθεια είναι ότι η βραχύβια αυτή μπάντα δεν έγινε γνωστή στην εποχή της ως μέλος της περίφημης Swinging London club scene, αλλά λίγο αργότερα, μετά την επιτυχία των Yes, όταν οι φίλοι τους έψαχναν τις απαρχές του ήχου των μελών τους. Μια δεκαετία αργότερα είχε κορυφωθεί η ζήτηση για τα σπάνια singles του Καλοκαιριού της Αγάπης, με αποτέλεσμα τα δύο παραπάνω των The Syn να κοστολογούνται για πολύ μεγάλα ποσά. Όπως αποδείχτηκε όμως πολύ αργότερα, το ενδιαφέρον για την μπάντα δεν περιοριζόταν στους συλλέκτες των δίσκων τους, αλλά αφορούσε κυρίως τη μουσική τους, αφού ακόμα και ύστερα από τέσσερις δεκαετίες δεν είχαν ξεχαστεί, αλλά επανενώθηκαν και ηχογράφησαν νέο υλικό, που θα ξανακυκλοφορήσει προσεχώς.

Κεντρική φιγούρα της μπάντας ήταν ο αρχικά ντράμερ και μετέπειτα τραγουδιστής Steve Nardelli, που λάτρευε τους The Beatles, The Animals και The Who, ο οποίος πήρε την απόφαση να φτιάξει ένα συγκρότημα, αφού είδε στο Marquee Club τους μακρυμάλληδες The Yardbirds να παίζουν με τον κοντοκουρεμένο Eric Clapton. Πρώτη τους απόπειρα υπήρξαν οι High Court, που ήταν επηρεασμένοι από το R&B και ειδικότερα τους Lead Belly και Sonny Boy Williamson. Κυριότεροι αντίπαλοί τους στο Kingsbury ήταν οι The Selfs, όπου έπαιζαν οι Chris Squire, Andrew Jackman και Martyn Adelman. Τα δύο συγκροτήματα πήραν μέρος σε ένα διαγωνισμό ταλέντων στο Country Club του Hampstead, στο οποίο οι The Selfs πήραν την πρώτη θέση παίζοντας το Heatwave των Martha and the Vandellas, έχοντας ήδη κυκλοφορήσει μια διασκευή του I Can’t Explain των The Who. Επειδή όμως το Kingsbury δεν ήταν και… χαώδες, οι δύο μπάντες ενώθηκαν μέσα στο 1965 κρατώντας το όνομα The Syn και παίζοντας τραγούδια της Tamla Motown.

Το να παίζεις τότε τέτοια μουσική δεν ήταν τόσο συνηθισμένο και έμοιαζε πολύ στιλάτο, ιδιαίτερα αν είχες στις τάξεις σου μέλη που μπορούσαν να κρατούν καλά τα δεύτερα φωνητικά, όπως οι Andrew Jackman και Chris Squire, που είχαν κολλήσει ένσημα στη σχολική χορωδία. Εκτός αυτού, η rhythm section των Martyn Adelman και Chris Squire τα πήγαινε περίφημα, ο John Painter είχε αναλάβει την κιθάρα, ο κιμπορντίστας Andrew Jackman ήταν ο κύριος συνθέτης, ο πιο καταρτισμένος μουσικά και ο άνθρωπος που έσβηνε πάντα τις φωτιές που άναβαν. Το γκρουπ, που ήταν πολλά υποσχόμενο, πήρε ως μάνατζερ τον Paul Korda και έκλεισε το στούντιο, όπου μέσα σε κακές συνθήκες, που δεν εμπόδισαν πάντως να κρυφτεί το ταλέντο του Chris στο μπάσο, έγινε η πρώτη τους ηχογράφηση: το Merry-Go-Round.

Το 1966 ήρθε η συμφωνία να περιοδεύσουν μαζί με το αγαπημένο ντουέτο των κοριτσιών The Truth, με τους οποίους οι The Syn συνυπήρξαν κάπως επεισοδιακά. Τρομερή όμως στιγμή ήταν η για φιλανθρωπικούς λόγους κοινή εμφάνισή τους με τους Peter B’s Looners, δηλαδή τη μπάντα του λατρεμένου μου Peter Bardens (Camel), όπου επίσης έπαιζαν οι Mick Fleetwood και Peter Green! Μάλιστα, οι δύο μπάντες είχαν τόσο αρμονική συνεργασία, που τζάμαραν μέχρι τις τρεις μετά τα μεσάνυχτα, όταν τους έδιωξαν δια της βίας οι διοργανωτές! Στην πορεία έγιναν αλλαγές μελών, με τους Peter Banks και Gunnar Hákonarson να αντικαθιστούν τους John Painter και Martyn Adelman αντίστοιχα, που τα βρόντηξε για μια κοπέλα την οποία είδε σε μια στάση λεωφορείου και ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα, παρά τις προσπάθειες του Nardelli να τον μεταπείσει.

Μαζί με τη νέα σύνθεση ήρθε το καλοκαίρι του 1966, η άνθιση του Swinging London, δύο νέοι μάνατζερ και πολλές οι εμφανίσεις στο Marquee Club, αρχής γενομένης από τις 26 Αυγούστου στο πλευρό των Gary Farr & The T-Bones. Κι ενώ οι απαιτήσεις αυξάνονταν, η ανάγκη για πρωτότυπο υλικό, σε συνδυασμό με τη δεδομένη κληρονομιά της Tamla και τη μεσουρανούσα ψυχεδέλεια, γέννησε όμορφα τραγούδια όπως τα The Kids are all Dancing, Gangster Opera, 14 Hour Technicolour Dream, Mr Whites White Flying Machine, HelpIma Pop Star και Flowerman. Αρχικά έπαιζαν ως support σε διάφορα συγκροτήματα, όπως οι Pink Floyd, The Who, Cream και ο Jimi Hendrix, για τον οποίο ανοίγοντας οι The Syn έπαιξαν δύο φορές το σετ τους! Όμως, από τον Απρίλιο και μετά όλα τα Σάββατα ήταν μόνο δικά τους.

Πλέον, οι συνθήκες είχαν ωριμάσει και έπεσαν οι υπογραφές με τη νεοσύστατη Deram, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την ηχογράφηση του επτάιντσου Created By Clive με B-side το Grounded στα Marquee Studios, που βρίσκονταν στο πίσω μέρος του κλαμπ, η οποία κυκλοφόρησε στις 23 Ιουνίου του 1967. Η μπάντα όμως προτιμούσε να δίνει θεατρική διάσταση στη μουσική της, παρουσιάζοντας mini pop-operas, όπως τη The Gardener and the Flowers, κατά την οποία εμφανιζόταν με κοστούμια λουλουδιών. Σχετικό αποκορύφωμά τους υπήρξε η εμφάνιση στο φεστιβάλ του Windsor μαζί με τους Small Faces, The Animals, The Move και Tomorrow, όπου έπαιξαν την όπερα Flowerman ενώπιον πενήντα χιλιάδων θεατών.

Κατόπιν ήρθε και το single Flowerman, που τα πήγε καλύτερα στη Γαλλία και τη Γερμανία, φέρνοντας απανωτές εμφανίσεις σε Γαλλικό έδαφος. Η επικείμενη όμως αποχώρηση του Gunnar αποτέλεσε μάλλον την αρχή της διάλυσης της μπάντας, παρά την αντικατάστασή του από τον Chris Allen, αφού έβγαλε στην επιφάνεια διαφωνίες που μέχρι τότε δεν είχαν θεωρηθεί ως σοβαρές. Ο Steve δεν είχε όρεξη να τραγουδήσει άλλο με τη μπάντα και άνοιξε το πρώτο από την επερχόμενη αλυσίδα μαγαζί με είδη ρουχισμού, το ενδιαφέρον του Andrew για την κλασική μουσική είχε αναθερμανθεί, οι Chris Squire και Peter Banks αποφάσισαν να αφιερωθούν στον όλο flower-power τρόπο ζωής, μέχρι να φτιάξουν τους Mabel Greer’s Toyshop από τους οποίους προήλθαν οι Yes και ο Allen πήγε να συγκατοικήσει με μια κοπέλα, χωρίς έκτοτε να δώσει σημεία ζωής. Η διάλυση όμως δεν αποδείχτηκε οριστική, αφού επανενώθηκαν για λίγο το 1974 και κυκλοφόρησαν μέσω της Narsquijack τα τραγούδια που υπάρχουν και εδώ Cadillac Dreams και Sunset Boulevard Lament. Το 2003 ξεκίνησε η άτυπη δεύτερη φάση των The Syn, κατά την οποία δραστηριοποιήθηκαν έντονα, παίζοντας ζωντανά και κυκλοφορώντας νέο υλικό.

 

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα