Όσοι φίλοι των ευρύτερων post-punk και darkwave χώρων βρέθηκαν στο Gagarin 205 Live Music Space το Σαββατόβραδο της 15ης Νοεμβρίου είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν μια ακόμα πολύ ενδιαφέρουσα συναυλιακή πρόταση που έφερε την υπογραφή παραγωγής του Death Disco. Κι αυτοί ήταν τόσοι πολλοί, που γέμισαν ασφυκτικά το χώρο στην πλατεία και τον εξώστη, αν και οι headliners Sad Lovers & Giants είχαν ήδη πραγματοποιήσει κάμποσες εμφανίσεις στην πόλη μας. Προφανώς έπαιξε ρόλο η ποιότητα των μέχρι τότε εμφανίσεών τους, όπως και το γεγονός ότι έχουν αποδείξει έμπρακτα ότι σέβονται απόλυτα τις επιθυμίες του κοινού, μην έχοντας καμία προκατάληψη στο να παίζουν σταθερά τα τραγούδια του παρελθόντος που τους χάρισαν την - όντως μικρότερη από όση τους άξιζε - καταξίωση που τελικά γνώρισαν. Επιπλέον, η βραδιά, κατά τη γνώμη μου, είχε και κάτι σπάνιο, δηλαδή το να κλέβουν την παράσταση δύο ντράμερ. Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Ήταν πραγματικά ευχάριστο κάτι που θα έρπεπε θεωρητικά να είναι αυτονόητο, το οποίο όμως σχετικά σπάνια συναντάμε στην πράξη: το πρόγραμμα της εμφάνισης των συγκροτημάτων τηρήθηκε επακριβώς! Γι’ αυτό οι Data Fragments βγήκαν στη σκηνή στις 20.00’ και μέσα στο ημίωρο που ακολούθησε μας απέδειξαν πολύ πειστικά ότι πλέον πρέπει να θεωρούνται ως μια νέα μπάντα σαφέστερα προσηλωμένη στο post-punk. Ο ήχος τους έχει πλέον αποστασιοποιηθεί αρκετά από τις όσες υπάρχουσες new-wave επιρροές τους, έχοντας γίνει πιο σκληρός κυρίως λόγω της προσθήκης του ντράμερ Βαγγέλη Φελώνη, ο οποίος πραγματικά ήταν εξαιρετικός και καθοριστικός για το τελικό πολύ όμορφο ηχητικό αποτέλεσμα. Η συνεργασία του με το μπασίστα Στάθη Λεοντιάδη ήταν πολύ καλή, όπως και η παρουσίες των Πάνου Δεδεψίδη (κιθάρα, φωνητικά) και Πάνου Δημόπουλου (synths). Το Falsifies the Facts παραμένει απολύτως δικαιολογημένα διαχρονική αξία σε κάθε σετ της μπάντας, μόνο που πλέον έχει αρκετούς εσωτερικούς… ανταγωνιστές που κέρδισαν το θερμό χειροκρότημα του κοινού και θα αμφισβητήσουν στο πέρασμα του χρόνου την πρωτιά του.

Στις 20.50’ εμφανίστηκε το κατά βάση darkwave ντουέτο των Forever Grey από το Los Angeles, που αποτελείται από τον Kevin Czarnik (κιθάρα) και την Anna Schmidt (πλήκτρα). Το κοινό ήταν εκδηλωτικό και σε αυτούς, δείχνοντας να απολαμβάνει τα - φυσικά προηχογραφημένα, όπως σε κάθε σύγχρονη ανάλογη περίπτωση - όμορφα beats, τα οποία “έντυνε” κάπως επίπεδα με τα βαθιά φωνητικά του ο Kevin. Υπήρξαν στιγμές που τραγούδησαν και οι δύο τις κατά βάση χορευτικές και ατμοσφαιρικές δώδεκα μελωδίες που παρουσίασαν και είχαν electro-pop και post-punk επιρροές, που εκτείνονταν από τους Suicide μέχρι τους Sacred Skin. Μας αποχαιρέτησαν στις 21.36’ ευχαριστημένοι από τις επιδοκιμασίες του κοινού, που ήδη προετοιμαζόταν για τους Sad Lovers & Giants.

Και να λοιπόν που στις 22.01’ βγήκε στη σκηνή μαζί με τους Tony McGuinness (κιθάρα), Ian Gibson (μπάσο), Will Hicks (πλήκτρα) η... μετεμψύχωση του Phil "Philthy Animal" Taylor, δηλαδή ο τρομερός ντράμερ Nigel Pollard φορώντας μπλουζάκι Motörhead. Φυσικά, δεν έπαιξε σαν ακριβώς σαν κι αυτόν, αλλά παρέδωσε ταχύρρυθμα μαθήματα σε κάθε ενδιαφερόμενο, ξεχωρίζοντας με διαφορά από όλα τα μέλη του συγκροτήματος. Αυτό όμως μην το πείτε στον αειθαλή Garçe (Simon) Allard, που απέδειξε για μια ακόμα φορά όχι μόνο το ότι μπορεί να τραγουδά καλά, αλλά και για αρκετή ώρα.Το σετ τους τελείωσε στις 23.18’, ξαναβγήκαν μετά από τρία λεπτά και έπαιξαν μέχρι τις 23.42’, αλλά by public demand ξαναβγήκαν για ένα τελευταίο, ύστερα από παρότρυνση του Pollard.
Όπως έγραψα και παραπάνω, ακούσαμε όλα όσα περιμέναμε και κανείς δεν έφυγε παραπονεμένος. Δηλαδή, μας ενθουσίασαν με το In Flux που είχε φοβερή και τρομερή rhythm section, αν και ο ήχος της κιθάρας έβγαινε αρκετά χαμηλότερος από όσο έπρεπε, κάτι που διορθώθηκε αμέσως μετά με υπόδειξη του McGuinness και αρκετών τύπων από το κοινό! Το Alice (Isn't Playing) σκόρπισε - όπως πάντα - ενθουσιασμό, αλλά η διαχρονική αξία του Cow Boys (παρακαλώ, ο τίτλος έχει χωρισμένες τις λέξεις) που ακούστηκε σε ελαφρώς διαφοροποιημένη και μεγαλύτερη σε διάρκεια εκτέλεση ήταν εκείνη που σήμανε απογείωση. Το κοινό συνόδευε χτυπώντας ρυθμικά παλαμάκια το επίσης αγαπημένο του Sleep is for Everyone, αλλά όπως αποδείχτηκε δεν το αφορούσε καθόλου ο τίτλος, ξεφαντώνοντας αργότερα με το Seven Kinds of Sin, στο οποίο οι The Cure συνάντησαν για μια ακόμα φορά το νεορομαντισμό, σε ένα από τα καλύτερα εκτελεσμένα τραγούδια της βραδιάς. Κάτι ανάλογο έγινε από τις πρώτες νότες του Imagination, όπου όλοι έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους και το κοινό - για μια ακόμα φορά - τα παλαμάκια του, κλείνοντας το κυρίως σετ. Last but not at all least στην κατηγορία αυτών που όλοι περιμέναμε αναφέρω τον ύμνο 50:50, όπου όλοι σχεδόν χοροπηδούσαν σε έναν πραγματικό χαμό, που σήμανε το δεύτερο τέλος, που, όπως είπαμε, ήταν μια ακόμα αρχή έστω και για ένα μόνο επιπλέον τραγούδι.

Φυσικά, έπαιξαν και τραγούδια με σαξόφωνο και συγκεκριμένα το Lope που επίσης αγαπούσε πολύ το κοινό,την ενδιαφέρουσα progressive εκδοχή του Your Skin and Mine που άρεσε τρελά και το all time classic Things We Never Did που σήμανε γενικό συναγερμό! Είχαμε κι άλλα όμως, όπως το Godless Soul, το A Daughter που ο Garçe έγραψε για την κόρη του, το δυνατό Jungle of Lies που απέσπασε πολύ χειροκρότημα, το Asylum Town και το Paradise που περιλάμβανε παλαμάκια εκ μέρους του κοινού κατά παραγγελία του Garçe και ένα ακόμα κρεσέντο του MVP της βραδιάς Pollard. Είχε και το νέο Survival Plan, μετά το οποίο ο Garçe θυμήθηκε τη συναυλία που έδωσαν το 2009, προβληματισμένος από τα δεκαέξι χρόνια που ήδη είναι μεγαλύτερος και ζητώντας από το κοινό να σηκώσουν τα χέρια όσοι ήταν τότε παρόντες. Ακούσαμε και το Lost in a Moment, που όπως μας είπε ο ίδιος, μερικοί λένε πως θυμίζει πολύ τον ήχο των Smiths, διαπιστώνοντας και πάλι πολύ περισσότερο από τη στούντιο εκτέλεση ότι έχουν απόλυτο δίκιο. Ο κόσμος το χόρεψε και γενικότερα πέρασε πολύ καλά, κάτι που ασφαλώς γνώριζε εκ των προτέρων ότι θα συμβεί.

Δεν περάσαμε όμως μόνο εμείς καλά, αλλά και αυτοί καλύτερα και μάλιστα δια στόματος Garçe, ο οποίος μας είπε ότι το απολαμβάνουν και χάρη εμάς, τη στιγμή που ο Hicks φωτογράφιζε το κοινό στο κατάμεστο κλαμπ. Όπως βλέπετε, σε κάθε υγιή ανάλογη σχέση, τα αισθήματα είναι αμοιβαία.
Κείμενο / Φωτογραφίες: Τάκης Κρεμμυδιώτης


