Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014 21:58

Wovenhand - Refractory Obdurate (Deathwish, 2014)

Written by 

Η στιγμή που ένας συντάκτης θέλει με λίγα και σαφή λόγια να περιγράψει την μουσική που οι Wovenhand παίζουν, είναι αμήχανη. Οι Wovenhand δεν ανήκουν σε ένα είδος μουσικής και το κείμενο αυτό δεν θα χρησιμοποιήσει καμία ταμπέλα για την περιγραφή του, εκτός από τις απολύτως απαραίτητες, απλώς γιατί θέλει να σεβαστεί το αντικείμενο της περιγραφής του...

Η αμερικάνικη folk είναι το σκηνικό, πάνω στο οποίο οι Wovenhand έχουν χτίσει όλη τη μουσική τους, όπως η εικόνα των ξερών ανεμοδαρμένων τοπίων των μεσοδυτικών πολιτειών σε κάποιο δυνατό road movie, οι σκηνές του οποίου θα γυρνούν στο μυαλό για πολύ καιρό. Πάνω σε αυτό το σκηνικό ο David Eugene Edwards και η παρέα του (Ordy Garrison στα τύμπανα, Chuck French κιθάρα, Neil Keener στο μπάσο), μας αφηγούνται μία ιστορία καθ' όλα εμπνευσμένη από την Παλαιά Διαθήκη (είναι γνωστή η βαθιά θρησκευτικότητα του Edwards και η ενεργός ενασχόλησή του με την θρησκεία), η οποία αντιθέτως με ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν δημιουργήθηκε για να μας προσφέρει ηρεμία και γαλήνη ένα ηλιόλουστο απόγευμα. Δεν είναι δίσκος για να τον ακούσεις μαζί με τον/την σύντροφό σου. Δεν είναι δίσκος για να τον ακούσεις δουλεύοντας την πτυχιακή εργασία σου και δεν έχει κομμάτια που εύκολα θα μπορούσε κάποιος ραδιοφωνικός παραγωγός να τα βάλει σε 'εμπορικές' ώρες. Κάποιος dj, θα δυσκολευόταν επίσης να βάλει κάποιο από αυτά στο πρόγραμμά του.

Το Refractory Obdurate, είτε πιστεύεις στο Θεό, είτε όχι, ζητάει την προσοχή σου. Υπό αυτήν την έννοια, μιλάμε για ένα πολύ ζωντανό και πολύ ιδιαίτερο δίσκο, ασχέτως μουσικού γούστου. Το φαινομενικά ταξιδιάρικο ξεκίνημα στο Corsicana Clip, με σφιχτό παίξιμο στα τύμπανα και ένα χαρακτηριστικό Wovenhand riff, μετατρέπεται σε ένα κρεσέντο με επιθετική κιθάρα, εφέ και απόκοσμα φωνητικά, τα οποία μοιάζουν να υψώνονται στον ουρανό, καθώς ήδη αυτός έχει σκοτεινιάσει για τα καλά. Μία μάχη προϊστορικών τεράτων έχει ήδη αρχίσει και αέρας σαρώνει τα ξερόχορτα. O Edwards απλώς απαγγέλλει με αρκετή παραμόρφωση στην ήδη ημίτρελη φωνή του. Με το Masonic Youth, το οποίο ξεσπάει σε ένα σκληρό (ας το πούμε punk κι ας συγχωρεθούμε) τελείωμα, μπαίνουμε στον κόσμο του για τα καλά. Κι εκεί που περιμένεις ότι κάπου θα ηρεμήσει και θα υπάρξει μία μπαλάντα, ότι κάπως θα αποφορτιατεί η ένταση, μπαίνει το καλύτερο (για τον γράφοντα) κομμάτι του δίσκου, το The Refractory. Το κομμάτι αυτό ξεφεύγει αρκετά από όσα μας έχουν μέχρι στιγμής οι Wovenhand συνηθίσει και ανοίγει ένα παράθυρο (για να μην πούμε ολόκληρη μπαλκονόπορτα!) προς το post rock δίνοντας σαφές το στίγμα, θέλω να πιστεύω, για τη δισκογραφική τους συνέχεια. Ακολουθεί το Good Shepherd, ίσως το πλέον “ραδιοφωνικό” κομμάτι και το σφυροκόπημα συνεχίζεται με το Salome. Η μάχη κοπάζει στο King David, αν και το ύφος παραμένει επιβλητικό, με ανοιχτές βαριές κιθάρες και χαρακτηριστικό riff στο μπάντζο. Το κομμάτι αυτό τράβηξε την προσοχή μου. Άνετα θα μπορούσε να περιλαμβάνεται σε soundtrack ταινίας με επική θεματολογία. Πρόκειται για τυπική περίπτωση κομματιού που δημιουργεί εικόνες στο μυαλό σου, αναγκάζοντάς σε να το ακούσεις αρκετές φορές προτού προχωρήσεις στο επόμενο, το Field Of Hedon, το οποίο αποτελεί άλλο ένα ξέσπασμα punk τύπου (αν και άνετα νιώθεις το “μέταλλο” στο αυτί σου). Ακολουθεί το Obdurate Obscura, ένα ακόμη επικό κομμάτι, το οποίο στο μυαλό μου κατηγοριοποιήθηκε μαζί με το King David. Ένα ακόμη κολλητικό riff, μάλιστα εδώ θα ορκιζόμουν ότι κάπου στο βάθος άκουσα και βυζαντινές ψαλμωδίες - με τον Edwards δεν είσαι ποτέ σίγουρος... Η μάχη επιστρέφει στο Hiss, με πολεμικά τύμπανα, τα φωνητικά να μοιάζουν με ιαχές και τις κιθάρες να δείχνουν σαφέστατα το metal πρόσωπό τους. Ο δίσκος κλείνει με το El-Bow, ένα ακόμη τύπου King David, Obdurate Obscura κομμάτι (ας τα ονομάσουμε “μπαλάντες” για τα δεδομένα του δίσκου), που ταιριάζει απόλυτα σαν επίλογος, αν κι εδώ τα τύμπανα δεν σε αφήνουν να χαλαρώσεις... Πρόσεξα ιδιαίτερα το κλείσιμο. Ο τρόπος που τελειώνει με έναν τυπικό για τους Wovenhand τρόπο: Όπως μια σκηνοθετική λεπτομέρεια στο τελείωμα μιας περιπέτειας, που προϊδεάζει το σίκουελ. Τα πράγματα κυρίες και κύριοι έχουν συνέχεια, μην νομίζετε πως την γλιτώσατε…

Συνολικά μιλάμε για ένα σκληρό album, το οποίο αν δεν είσαι προετοιμασμένος μπορεί να σε βαρυστομαχιάσει. Όσο κι αν είσαι φαν του γκρουπ, μετά την ακρόασή του, δεν θα μπορέσεις εύκολα να ακούσεις κάποιον άλλον δίσκο του Edwards, αν δεν περάσουν τουλάχιστον μερικές ώρες. Θα χρειαστείς ένα χαλαρωτικό άκουσμα ή μια βόλτα μετά. Από την άλλη πλευρά, αυτό που δηλώνει απερίφραστα ότι θέλει να σου προκαλέσει, στο προκαλεί. Κι εδώ ακριβώς είναι η επιτυχία του.

ΥΓ. Στις 8 Οκτωβρίου στο Fuzz, ο Edwards θα μας κάνει άλλη μία κατήχηση...Θα τα πούμε εκεί!

 

6,5/10

Νίκος Γκίκας

Media

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα